Σημειωτική – Ένα Αρχαίο Μέσο Επικοινωνίας που Εξακολουθεί να Επιτυγχάνει Σημαντικούς Σκοπούς

Η σημειωτική αποτελεί ένα από τα παλαιότερα μέσα επικοινωνίας που έχουν χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο. Αν και οι ακριβείς χρονολογίες της εμφάνισής της δεν είναι γνωστές, η σημειωτική είναι ένα μέσο που υπήρχε σε διάφορες μορφές και σε πολλές κουλτούρες ανά τους αιώνες.

Η ιστορία της σημειωτικής μπορεί να ανιχνευθεί από τη χρήση πρωτόγονων μορφών γραφής όπως οι γλυπτές εικόνες σε πέτρες ή τα απλά σύμβολα που χρησίμευαν για να αναπαρασταθεί μια ιδέα ή ένα γεγονός. Αργότερα, με την εξέλιξη της γλώσσας και της γραφής, η σημειωτική απέκτησε μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και ποικιλία, με τη χρήση των πινάκων, των κειμένων και των καταγραφών.

Στη σύγχρονη εποχή, η σημειωτική έχει εξελιχθεί σε πολλές μορφές, περιλαμβανομένων των σημειώσεων, των δελτίων, των αναφορών και των συνόψεων. Χρησιμοποιείται σε διάφορους τομείς της ζωής, από την εκπαίδευση και την επιστήμη έως την επιχειρηματικότητα και την προσωπική οργάνωση.

Ένα από τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα της σημειωτικής είναι η δυνατότητα να καταγραφούν και να διατηρηθούν πληροφορίες και ιδέες για μελλοντική αναφορά και ανάλυση. Επιπλέον, η σημειωτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την οργάνωση των σκέψεων και των καθηκόντων, βοηθώντας τους ανθρώπους να παραμένουν οργανωμένοι και παραγωγικοί.

Παρόλο που η τεχνολογία έχει φέρει νέες μορφές επικοινωνίας και αποθήκευσης πληροφοριών, η σημειωτική συνεχίζει να αποτελεί ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό μέσο για την καταγραφή και τη διάδοση των ιδεών και της γνώσης. Με τη σωστή χρήση και τη συνεχή εξέλιξή της, η σημειωτική μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί σημαντικούς σκοπούς στον τομέα της επικοινωνίας και της αποθήκευσης πληροφοριών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




3. Η Ιστορία ως απλό περίγραμμα/πλαίσιο

Ορισμένα λογοτεχνικά έργα έχουν αφενός ιστορικό θέμα, που χρησιμοποιείται όμως ως απλό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως σε ένα ιστορικό ρομάντζο, ένα ερωτικό μυθιστόρημα δηλαδή, ο συγγραφέας του οποίου θέλει μεν να ξεφύγει από τη σύγχρονη εποχή αλλά περιορίζεται σε κοινότυπες, γενικές και τυποποιημένες εικόνες του παρελθόντος.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ούτε ο λογοτέχνης έχει προσπαθήσει να κατανοήσει σε βάθος το παρελθόν και να το ζωγραφίσει με σχετική ακρίβεια ούτε οι περιπέτειες των ηρώων του στηρίζονται ουσιαστικά στα ήθη εκείνης της παλαιότερης εποχής. Πρόκειται για έργα ψυχαγωγικά χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. Ωστόσο, μας ενδιαφέρουν πρώτα γιατί δείχνουν με ποια στοιχεία έχει αποτυπωθεί το παρελθόν και είναι αναγνωρίσιμο σε δημιουργούς και αναγνώστες και δεύτερο για την ίδια την επιλογή (μοναδική ή συνήθη) της συγκεκριμένης περιόδου.

Ένα χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας είναι το ότι σε αντίθεση με ότι συνέβη στη λογοτεχνική διαχείριση της Επανάσταση του 1821 και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, δύο μείζονα γεγονότα της ελληνικής Ιστορίας τα οποία τα «διεκδίκησαν» εξίσου σχεδόν ο ποιητικός και ο πεζός λόγος, το θέμα της Μικρασίας, αναπτύχθηκε ιδίως στην πεζογραφία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




2. Ο ιδεολογικός χρωματισμός

Η προβολή μέσω της λογοτεχνίας ενός μικρού ή μεγαλύτερου ιστορικού συμβάντος φανερώνει εξαρχής μια προτίμηση, μια προσπάθεια να προβληθεί κυρίως θετικά αλλά ίσως και αρνητικά το συγκεκριμένο γεγονός σύμφωνα με τις ιδεολογικές απόψεις και την κοσμοθεωρία του εκάστοτε συγγραφέα. Ακόμη και η έκθεση των γεγονότων από έναν ιστορικό θεωρείται πλέον όχι «αντικειμενική» παρουσίαση, αλλά ως μια αφήγηση με στοιχεία υποκειμενικότητας στην οπτική γωνία από την οποία εκπορεύεται και στη διατύπωσή της.

Η  γνωστή  φράση  του  γνωστού  Άγγλου  ποιητή  και  κριτικού  της  λογοτεχνίας:

Η ποίηση είναι η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας…

Α. Richards

…προβάλλει ως πρωτεύον χαρακτηριστικό της ποίησης τη δυνατότητά της να καλλιεργεί και να επαυξάνει τη δύναμη ενός λόγου που απευθύνεται πολύ περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική. Φαίνεται ότι για τους συγγραφείς ο συνοπτικός, υπαινικτικός και μεταφορικός ποιητικός λόγος, αν και συναισθηματικά ισχυρότερος, υστερούσε στη λεπτομερή απεικόνιση των γεγονότων του 1922, στην προβολή αυτής της τραγωδίας με καταγγελτικό τρόπο και στη διατήρηση μιας καθαρής περιγραφής των Χαμένων πατρίδων στη μνήμη. Η ανάγκη να αποδοθούν οι τραγικές περιπέτειες του Ελληνισμού σε μια ανεπτυγμένη αφήγηση και η λεπτομερής απόδοση των προσωπικών ιστοριών μπορούσαν να καλυφθούν μόνο με τον πεζό λόγο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Χρονολόγιο 1908-1923

Το Χρονολόγιο είναι πολύ χρήσιμο με την παράθεση των γεγονότων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή.

  • 1908: κίνημα των Νεοτούρκων, εκθρόνιση του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ του Β’.
  • Μάιος-Σεπτέμβριος 1914: ο πρώτος διωγμός του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας κατά τον οποίο περίπου 130.000 ελληνορθόδοξοι καταφεύγουν σε ελληνικό έδαφος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κηρύσσει την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό.
  • 28 Ιουλίου 1914: η Αυστροουγγαρία κηρύσσει τον πόλεμο στη Σερβία. Έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου (-1918).
  • 12 Νοεμβρίου 1914: η Οθωμανική Αυτοκρατορία κηρύσσει τον πόλεμο στους Συμμάχους. Στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σε αποκλεισμό και από το 1918 ως το 1923 υπό την κατοχή Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών.
  • 18-20 Φεβρουαρίου 1915: αρχή «Εθνικού Διχασμού» με τη σύγκρουση Ελ. Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου ως προς τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Απρίλιος-Οκτώβριος 1915: Γενοκτονία των Αρμενίων.
  • 26 Σεπτεμβρίου 1916: προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.
  • 17 Νοεμβρίου 1916: τα «Νοεμβριανά» στην Αθήνα. Κορύφωση του Εθνικού Διχασμού με δεκάδες νεκρούς, κυρίως βενιζελικούς. Ο Βενιζέλος αφορίστηκε δημόσια. Το αγγλογαλλικό ναυτικό της Αντάντ όμως πολιόρκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα παράλια της βασιλικής Ελλάδας, γεγονός που οδήγησε στην εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’.
  • Ιούνιος 1917: ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός πλέον ολόκληρης της Ελλάδας κηρύσσει γενική επιστράτευση στο πλευρό της Αντάντ.
  • Οκτώβριος 1917: Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία.
  • 18 Ιανουαρίου 1919: έναρξη Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων.
  • Φεβρουάριος-Μάρτιος 1919: ανεπιτυχής εκστρατεία των συμμάχων στην Ουκρανία εναντίον των μπολσεβίκων με τη συμμετοχή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης.
  • 2/15 Μαΐου 1919: ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη.
  • 27 Δεκεμβρίου 1919: ο Κεμάλ εισέρχεται στην Άγκυρα, καθιστώντας την κέντρο του εθνικού τουρκικού κινήματος.
  • 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920: Συνθήκη των Σεβρών. Συμφωνείται η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην Ελλάδα παραχωρείται η Δυτική και η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος και όλα τα νησιά του Αιγαίου εκτός από τα Δωδεκάνησα που παραχωρήθηκαν στην Ιταλία. Η Σμύρνη τίθεται υπό ελληνική διοίκηση προσωρινά, με πρόβλεψη η οριστική απόφαση να ληφθεί μετά από πέντε χρόνια με δημοψήφισμα.
  • 1/14 Νοεμβρίου 1920: συντριβή των βενιζελικών στις εκλογές.
  • 22 Νοεμβρίου/5 Δεκεμβρίου 1920: Δημοψήφισμα για την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα. Ο βασιλιάς επιστρέφει.
  • 3/16 Μαρτίου 1921: Τουρκοσοβιετικό Σύμφωνο Φιλίας.
  • 13/26 Αυγούστου: 1922 κατάρρευση του μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ.
  • 27 Αυγούστου /9 Σεπτεμβρίου 1922: τουρκικά στρατεύματα εισέρχονται στη Σμύρνη, όπου φθάνουν και κυνηγημένοι Έλληνες από το εσωτερικό της Μ. Ασίας.
  • 28 Αυγούστου /10 Σεπτεμβρίου 1922: ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος θανατώνεται με μαρτυρικό τρόπο από τον φανατισμένο όχλο.
  • 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922: εκδηλώνεται πυρκαγιά στην Αρμενική συνοικία της Σμύρνης, που τελικά καίει όλη σχεδόν την Κάτω πόλη (Κάτω Μαχαλάς), όπου κατοικούσαν οι Έλληνες (περίπου 165.000) και οι Αρμένιοι (40.000). Στον Πάνω Μαχαλά κατοικούσαν Τούρκοι (80.000) και Εβραίοι (55.000). Στον πληθυσμό της πόλης περιλαμβάνονταν επίσης 6.000 Λεβαντίνοι και 30.000 άλλοι ξένοι. Προσπάθεια του ελληνικού πληθυσμού να εγκαταλείψει την πόλη.
  • Νοέμβριος 1922: δίκη, καταδίκη και εκτέλεση των Έξι πολιτικών και στρατιωτικών, που θεωρήθηκαν ως πρωταίτιοι της Καταστροφής.
  • 24 Ιουλίου 1923: Συνθήκη της Λωζάνης. Η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος, η Τένεδος και η ζώνη της Σμύρνης παραχωρούνται στην Τουρκία. Αποφασίζεται η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
  • Σεπτέμβριος 1923: ιδρύεται η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων.
  • 1923: η πρωτεύουσα του Τουρκικού κράτους μεταφέρεται από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα από τον Κεμάλ Ατατούρκ, πρώτο Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ το 1930 η Κωνσταντινούπολη μετονομάζεται επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία Ιστανμπούλ.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Το ιστορικό πλαίσιο 1897-1918

Φτάνοντας στη σύγχρονη εποχή και στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν να διαδραματιστεί η Μικρασιατική Καταστροφή, βρίσκουμε το ελληνικό κράτος σε μία περίοδο μεγάλης αναταραχής. Το τραύμα της ήττας του 1897 είναι ανοικτό και η απογοήτευση των Ελλήνων, που συνειδητοποίησαν την έλλειψη κρατικής οργάνωσης και στρατιωτικής προετοιμασίας μεγάλη.

Ο Κωστής Παλαμάς το 1902 διαπίστωνε με τρόπο επιγραμματικό «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα». Ως αντίδραση σε αυτή την κατάσταση οργανώθηκε το 1909 το Κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, που έδωσε την ευκαιρία στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γνωστό ήδη από τον πολιτικό αγώνα του στην Κρήτη, να έρθει στην Αθήνα και να αναμειχθεί στην πολιτική ζωή του τόπου. Με πρωθυπουργό (από το 1910) τον Βενιζέλο διεξήχθησαν οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913), που διπλασίασαν την έκταση της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η μεγάλη επιτυχία δεν έφερε γαλήνη στη χώρα.

Αντίθετα, με την έναρξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου άρχισε ο Εθνικός Διχασμός, η διαμάχη ανάμεσα στον Βενιζέλο που υποστήριζε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Ρωσική Αυτοκρατορία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλική Δημοκρατία) και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α, ο οποίος πρόκρινε την «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ.

Οι πολίτες διχάστηκαν σε βενιζελικούς και βασιλικούς, η βόρεια Ελλάδα κινδύνευε από τις αντίπαλες «Κεντρικές Δυνάμεις» ή Τετραπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και στη χώρα γίνονταν συνεχώς αναταραχές. Ο Βενιζέλος, μετά από δύο παραιτήσεις, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, ελέγχοντας τη βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.

Η Ελλάδα άρχισε να συμμετέχει στον πόλεμο στα μέσα του 1917, ωστόσο αυτό της έδωσε το δικαίωμα να καθίσει με τον Βενιζέλο στο τραπέζι του διαλόγου για την ειρηνευτική διαδικασία στην πλευρά των νικητών. Η λύση του Ανατολικού Ζητήματος, ο διαμοιρασμός ουσιαστικά των εδαφών της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενδιέφερε ιδιαίτερα την Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος επιζητούσε την επέκταση των ελληνικών εδαφών και πιο συγκεκριμένα στο χώρο της Μικράς Ασίας, στον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, όπου υπήρχε ελληνικός πληθυσμός. Στη Μικρά Ασία μάλιστα είχε υπάρξει κατά το χρονικό διάστημα 1914-1918 ένας πρώτος μεγάλος διωγμός Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, που έκανε επιτακτική την ανάγκη να ληφθεί μέριμνα για τους Έλληνες της περιοχής.

Οι νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις τους προς τους συμμάχους τους. Στο μεταξύ η οδυνηρή για τους Τούρκους διάλυση της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιγε το δρόμο στην κεμαλική προπαγάνδα για ένα εθνικό τουρκικό κράτος, ενώ η συμμετοχή ελληνικού στρατού στην εκστρατεία εναντίον των μπολσεβίκων οδήγησε τους Σοβιετικούς να υποστηρίξουν τους Τούρκους στον πόλεμο με τους Έλληνες.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εμβληματικές πόλεις: Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη

Οι μεγαλύτερες, πολυπληθέστερες και εμβληματικές πόλεις, η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη υπήρξαν και παραμένουν πόλεις πλούσιες και κοσμοπολιτικές, ιδιαιτέρως σημαντικά πνευματικά και οικονομικά κέντρα. Και οι δύο αποτέλεσαν και αποτελούν ακόμη πολύ σημαντικά σύμβολα για το νεότερο ελληνισμό.

Η Κωνσταντινούπολη, που υπερέχει και διότι υπήρξε πρωτεύουσα δύο αυτοκρατοριών, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής, εκπροσωπεί το Βυζάντιο, τη χριστιανική θρησκεία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τη μακρά διάρκεια του ελληνικού πολιτισμού, γιατί παρόλο που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένα αμιγές ελληνικό βασίλειο, στα όριά της ήδη από τους πρώτους αιώνες ο ελληνικός πολιτισμός με κύριο χαρακτηριστικό τη γλώσσα επικράτησε του αρχικού λατινικού.

Σε όλο το 19ο αιώνα αποτέλεσε το σύμβολο της Μεγάλης Ιδέας και ως το 1922 η εικόνα της φλόγιζε την ελπίδα των Ελλήνων ότι το νέο Ελληνικό Βασίλειο θα απλωθεί κάποτε στα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Από την άλλη η Σμύρνη, από όλες τις μικρές και μεγάλες πολιτείες της Aνατολικής Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, που χάθηκαν το 1922, έγινε το σύμβολο της μεγάλης καταστροφής, του θανάτου τόσων αθώων ψυχών, της αναλγησίας των ξένων δυνάμεων. Σύμβολο αλλά και όριο, φυσικό και ανυπέρβλητο για όσους βρέθηκαν κυνηγημένοι από τη φωτιά και από τους Τούρκους στην ακτή μπροστά στο Αιγαίο, όριο για να μετρηθεί το μίσος που χωρίζει τους λαούς, η παράλογη βία αλλά και η πίστη στον άνθρωπο.

Η «καταστροφή της Σμύρνης» φαίνεται να αποδίδει συνεκδοχικά το μέγεθος όλης της απώλειας. Στο ουτοπικό όραμα της Μεγάλης Ιδέας συμμετείχε και η Μικρά Ασία με την παράδοση της Κόκκινης Μηλιάς, θρυλικού τόπου στα βάθη της Ανατολής, όπου οι Έλληνες με τη βοήθεια του του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, θα έστελναν κυνηγημένους τους Τούρκους, απελευθερώνοντας όλα τα ελληνικά εδάφη.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Ένα τέλος, μια αρχή: Ιστορία του νέου ελληνισμού, 11ος-18ος αιώνας» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/ce418f33ad08a63efb32595f8b365713/c4x/History/Hist1.1/asset/Hist_1_1_week_1_to_7.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η απόσταση του φιλοσόφου από το πλήθος και την παράδοση

Στο τέλος του 6ου αιώνα στις αρχές του 5ου, υπάρχει ο τρόπος εκφοράς της φιλοσοφίας, ότι βαθμιαία περνάει από την προφορικότητα στη γραφή και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πια, ότι κάποιοι φιλόσοφοι επικοινωνούν μεταξύ τους, όχι με άμεση προσωπική επαφή, αλλά ότι τα κείμενα, τα γραπτά κείμενα του ενός διαβάζονται από κάποιον άλλον και έτσι δημιουργείται αυτή η συνέχεια και ο διάλογος, που είναι ουσιαστικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία είναι κυρίως συνέχεια, ο ένας φιλόσοφος χτίζει επάνω στο υλικό που  του προσφέρει ο προηγούμενος, παρά προτείνει κάτι εντελώς καινούργιο· κάποιες τομές, βέβαια, υπάρχουν και αυτές θα προσπαθήσουμε να τις επισημάνουμε, αλλά νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό είναι η συνέχεια.

Ο Ηράκλειτος και Παρμενίδης, συνήθως, ως άκρα αντίθετα, η επιγραμματική περιγραφή τους είναι ότι ο ένας είναι “φιλόσοφος της διαρκούς ροής, της μεταβολής”, φτάνει στο εντελώς άλλο άκρο, είναι ο “φιλόσοφος της απόλυτης ακινησίας”. Συνήθως όμως παραλείπονται αρκετά κοινά στοιχεία που υπάρχουν ανάμεσα στους δύο, και το πιο εμφανές, το πρώτο, είναι ότι είναι βασικά σύγχρονοι. Η τοποθέτησή τους θα ήταν ακριβώς στην αρχή του 5ου αιώνα, λειτουργούνε σε διαφορετικό μέρος του κόσμου, στην Έφεσο της Ιωνίας ο Ηράκλειτος, στην Ελέα της νότιας Ιταλίας ο Παρμενίδης· άρα το πιο πιθανό: δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή άμεση μεταξύ τους, αλλά εφόσον γράφουν την ίδια εποχή και έχουν ως προηγούμενα, δηλαδή την ιωνική παράδοση αφενός και την πυθαγόρεια αφετέρου, λογικό είναι να έχουν επηρεαστεί από αυτά που προηγήθηκαν.

Το κοινό χαρακτηριστικό τους νομίζω ότι είναι μια απόσταση απέναντι στο πλήθος· και ο ένας και ο  άλλος μιλάνε με έναν λόγο δογματικό, μια μορφή αποκάλυψης της αλήθειας, η οποία για να γίνει κατανοητή προϋποθέτει την απαλλαγή των ανθρώπων από τις προκαταλήψεις τους. Στον Ηράκλειτο θα γίνει ευθεία επίθεση κατά της παράδοσης, ενώ στον Παρμενίδη, που είναι πιο αφαιρετικός, θα ‘ναι μια απόρριψη του δρόμου της εμπειρίας. Στον Παρμενίδη πρωτοεμφανίζεται η διάκριση αίσθησης και νόησης, που θα γίνει χαρακτηριστική στη μετέπειτα φιλοσοφία. Και οι δυο τοποθετούνται απέναντι στο πλήθος, δεν προσπαθούν να πάρουν μαζί τους τούς αναγνώστες ή τους ακροατές τους, αλλά να τους “αποθαρρύνουν” κατά κάποιο τρόπο. Να λειτουργήσουν οι ίδιοι οι ακροατές και οι αναγνώστες με έναν τρόπο καθαρτικό, να απαλλαγούν, να κάνουν προσπάθεια δηλαδή να απαλλαγούν από βεβαιώσεις, πεποιθήσεις του κοινού νου, αντιλήψεις που κυκλοφορούν την εποχή τους, έτσι ώστε να προετοιμαστούν για να συλλάβουν έναν δύσκολο λόγο· και ο ένας και ο άλλος από αυτούς τους φιλοσόφους δεν έχουν καμία σχέση.

Η προσπάθεια ερμηνείας και του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη είναι μια δύσκολη δουλειά ακόμα και για τον σημερινό αναγνώστη· έχουμε δηλαδή δύο περιπτώσεις φιλοσόφων της προσωκρατικής εποχής που ακόμα στέκονται στα πόδια τους· μάλιστα, ο Ηράκλειτος είναι ο προσωκρατικός φιλόσοφος που διαβάζεται περισσότερο από όλους, ακόμα και σήμερα. Ο Παρμενίδης είναι αυτός που καθόρισε όλη την πορεία της μετέπειτα φιλοσοφίας.

Είναι αρκετά διαφορετικοί στον τρόπο γραφής τους: ο Ηράκλειτος καθιερώνει ένα είδος λόγου αφοριστικού, υπαινικτικού, πεζού λόγου, αλλά ο οποίος διακόπτεται σε σύντομες ρήσεις. Τι πρότυπο θα είχε ο Ηράκλειτος στο μυαλό του όταν έγραφε με αυτόν τον τρόπο ή δίδασκε με αυτό τον τρόπο; Το πιο κοινό, το πιο συγγενές είδος τέτοιου λόγου είναι οι χρησμοί του μαντείου των Δελφών. Είναι δηλαδή ένας χρησμικός λόγος, ο οποίος είναι πάντα υπαινικτικός. Δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί τι θέλει να πει ο Ηράκλειτος, πολλές φορές άλλα λέει και σε άλλα πάει, γι’ αυτό άλλωστε και στην αρχαιότητα, ήδη από την αρχαιότητα, το προσωνύμιο του Ηράκλειτου το πιο διαδεδομένο είναι “ο σκοτεινός φιλόσοφος”.

Ο Παρμενίδης, από την άλλη μεριά, υιοθετεί τον κλασικό δρόμο μετάδοσης της αλήθειας, από τα αρχαϊκά χρόνια, δηλαδή την ποίηση και μάλιστα γράφει ένα ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο, δηλαδή με τον ομηρικό τρόπο. Εκεί τα πράγματα γίνονται δύσκολα: πώς η αφηρημένη σκέψη του Παρμενίδη μπορεί να ενσωματωθεί σε έναν έμμετρο τρόπο έκφρασης, ο οποίος λίγο- πολύ αναγκαστικά υιοθετεί την ποιητική παράδοση, την ομηρική παράδοση;

Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο φιλόσοφος, δηλαδή, όπως και αν ο ίδιος αισθάνεται τον εαυτό του, είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο έκφρασης των θεωριών του. Άλλοι θα υιοθετήσουν την ποίηση, ζητώντας να πάρουν κατά κάποιον τρόπο τη θέση των ποιητών, που ήταν οι βασικοί φορείς της αλήθειας, άλλοι θα πάνε  προς τον πεζό λόγο, που λογικά αναπτύσσεται, καθώς η Ελλάδα, ο ελλαδικός χώρος, περνάει σε νέες φάσεις οργάνωσης, άλλοι δεν θα γράψουν τίποτα, όπως είδαμε τον Πυθαγόρα και θα δούμε τον Σωκράτη σε λίγο και άλλοι θα επιλέξουν, όπως ο Ηράκλειτος, ένα είδος το οποίο ούτε ποίηση είναι ούτε πεζός λόγος ακριβώς είναι, είναι κάτι ενδιάμεσο. Αυτή η διάσταση θα διαρκέσει όλο τον 5ο αιώνα, και τον 4ο, αν σκεφτεί κανείς ότι, ξαφνικά, ο Πλάτων ή οι Πλατωνικοί ή όλοι οι μαθητές του Σωκράτη, επιβάλλουν ως όχημα της φιλοσοφίας τον φιλοσοφικό διάλογο, που είναι μια “μορφή θεάτρου”, κατά κάποιον τρόπο, ο οποίος δεν υπάρχει στην προηγούμενη παράδοση· και αυτό είναι μια καινοτομία.

Παρά τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία —προφανώς είναι διαφορετική η ιδιοσυγκρασία του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη— υπάρχουν είπαμε κοινά. Το κοινό το βασικό είναι αυτό το σοκ που επιβάλλουν με τα γραπτά τους απέναντι στον μέσο άνθρωπο. Ο Ηράκλειτος στον, δυνάμει, αναγνώστη του θέλει να “καθαρίσει λίγο το έδαφος” από τις διαδεδομένες πεποιθήσεις, για παράδειγμα το απόσπασμα 5 του Ηρακλείτου κάνει μια επίθεση, ευθεία επίθεση, στη θρησκευτική πρακτική των συγκαιρινών του, στις τελετουργίες τους και λέει ο Ηράκλειτος: «Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα», στη θυσία δηλαδή, «και μπροστά σ’ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες» ή στο απόσπασμα 1: «Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα έκαναν κοιμισμένοι». Απόσπασμα 17: «Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους συντυχαίνουν ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει». Σε άλλο ύφος, αλλά με τον ίδιο τρόπο ο Παρμενίδης, το απόσπασμα 6: «Γιατί σε κρατώ μακριά από εκείνον τον δρόμο, όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται, δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται, κουφοί, αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση».

Επομένως: “η παράδοση δεν έχει να μας μάθει τίποτα, απ’ τη μια μεριά” (Ηράκλειτος) “ούτε η εμπειρία έχει να μας μάθει τίποτα” (Παρμενίδης), αλλά “ούτε ο κοινός νους γενικά έχει να μας μάθει”. Η φιλοσοφία είναι ανατροπή του κοινού νου, είναι βάθεμα πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων και με αυτή την έννοια, ως εδώ οι δύο ακολουθούν παράλληλους δρόμους. Ο Ηράκλειτος μάλιστα δεν θα διστάσει να ‘ναι πάρα πολύ σκωπτικός για διάσημες μορφές της αρχαϊκής Ελλάδας· λέει για παράδειγμα για τον Πυθαγόρα: «H πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει όχι μόνο τον Πυθαγόρα αλλά και τον Ησίοδο, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο». Ησίοδος, Ξενοφάνης, Εκαταίος, Πυθαγόρας, θα ‘λεγε κανείς ότι είναι περίπου, τα χρυσά ονόματα της αρχαϊκής Ελλάδας, αλλά θα πιάσει και τον Όμηρο ακόμα: «Τον Όμηρο», λέει ο Ηράκλειτος στο απόσπασμα 42, «θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν, και τον Aρχίλοχο το ίδιο». Αυτό αγγίζει τα όρια της ύβρεως για την αρχαιοελληνική αντίληψη· και επανέρχεται στον Πυθαγόρα: «Ο Πυθαγόρας», λέει στο απόσπασμα 81, «είναι αρχηγός των αγυρτών». Άρα, τέτοιες κρίσεις δεν υπάρχουν στον Παρμενίδη, αλλά αυτό οφείλεται, όχι στο ότι  είχε σε μια εκτίμηση την παλιότερη παράδοση, αλλά περισσότερο στο ότι κρατιέται σε μια μορφή αφαίρεσης, που δεν του επιτρέπει να κάνει συγκεκριμένες νύξεις.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis  «Η ακμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα. Σύνδεσμος:  https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/f0aee08572340635e6c7d05c3c0a3881/c4x/Philosophy/PHL1/asset/GRPHL_W3.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ο ρόλος του Αριστοτέλη

Σημαντικός είναι ο ρόλος του Αριστοτέλη σ’ αυτήν την περιοδολόγηση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. Και δεν είναι μόνο στο ότι προσδιόρισε το πότε αρχίζει η φιλοσοφία —με τον Θαλή, στη Μίλητο των αρχών του 6ου αιώνα— αλλά καθόρισε και τις βασικές τομές στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Είναι ο πρώτος, δηλαδή, που έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον ρόλο του Παρμενίδη, και θεώρησε πολύ μεγάλη τομή τη στροφή του Σωκράτη στα τέλη   του 5ου αιώνα, όταν η φιλοσοφία «φεύγει απ’ τη φύση» και κατά τη ρήση του Κικέρωνα «προσγειώνεται στον κόσμο των ανθρώπων». Δηλαδή κυρίαρχο φαινόμενο πια απ’ το τέλος του 5ου αιώνα και μετά, κυρίαρχο φιλοσοφικό αντικείμενο, είναι η ανθρώπινη κατάσταση, η πολιτική κατάσταση, η συνύπαρξη δηλαδή των ανθρώπων, και η ηθική κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή το πώς δεσμεύει και οριοθετεί τα συναισθήματα και τις βλέψεις του. Άρα, και μόνο αυτό να έχει πει ο Αριστοτέλης θα είχε έναν πολύ σοβαρό και συστατικό ρόλο στην καθιέρωση της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ο Αριστοτέλης είναι “ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας” κι αυτό είναι αλήθεια. Γράφει στα μέσα προς το τέλος του 4ου αιώνα —δηλαδή από τον Θαλή, τον χωρίζουν περίπου δυόμισι αιώνες— δεν έχει κείμενα στα χέρια του των πρώιμων φιλοσόφων, άρα κάνει μια κατασκευή. Οι κατασκευές όμως φαίνεται ότι χρειάζονται στην ιστορία γενικά, όχι μόνο της φιλοσοφίας αλλά γενικά στην ιστορία· αναγκαστικά οι περίοδοι ή οι τομές είναι κάποιου είδους “συμβάσεις” των μεταγενεστέρων. Έτσι ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που συνειδητοποιεί την ανάγκη —που είναι αυτονόητη πλέον, αλλά στην αρχαιότητα δεν είναι, ο Πλάτωνας δεν το κάνει ποτέ εποχή του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα. Αυτό ήταν άγνωστο ως εκείνη την εποχή.

Η ιστοριογραφία της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας δεν έχει πολύ προηγηθεί του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα· ο Θουκυδίδης είναι περίπου σύγχρονος του Πλάτωνα, άντε να ‘ναι λίγο μεγαλύτερος, και ο Ηρόδοτος γράφει γύρω στο 420-430. Αυτή η τάση, που ξεκίνησε ίσως απ’ τους ιστορικούς της αρχαίας Ελλάδας, δηλαδή τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, με τον Αριστοτέλη γίνεται και μία μορφή ενασχόλησης με το παρελθόν της φιλοσοφίας. Είναι δηλαδή ο πρώτος ο οποίος σκέφτεται πότε ξεκίνησε η φιλοσοφία, από πού ξεκίνησε και πώς εξελίχθηκε.

Η τάση του Αριστοτέλη —και συνήθως λέγεται ότι είναι “κακός ιστορικός της φιλοσοφίας” ο Αριστοτέλης— είναι να δείξει ότι όλα οδηγούνε προς αυτόν, δηλαδή κάνει μια ιστορία, τελεολογική, δηλαδή, η τάση του είναι να πει “πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα” που, στην ουσία, είναι κι αυτός ένας πλατωνικός ή όταν γράφει κάποια τέτοια ιστορικά κείμενα θεωρεί τον εαυτό του πλατωνικό.

Αλλά αυτό που μας έδωσε, κι αυτό έχει σημασία, στην ουσία, καθόρισε τον τρόπο που βλέπουμε το  παρελθόν της φιλοσοφίας. Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης: ότι η φιλοσοφία ξεκινάει όταν κάποιοι φιλόσοφοι, οι πρώτοι φιλοσοφούντες, αποφάσισαν ότι αυτό που καθορίζει την πραγματικότητα είναι κάποιες “αρχές των όντων”. Η λέξη αρχή είναι αριστοτελική. Είναι προφανές ότι ο Θαλής δεν μίλησε για “αρχές” ούτε ο Αναξίμανδρος ούτε ο Αναξιμένης. Αυτό όμως που θέλει να πει, κι αυτό ίσως ισχύει, είναι ότι προσδιόρισαν μία υλική οντότητα: το νερό ο Θαλής, το άπειρο στον Αναξίμανδρο ή ο αέρας του Αναξιμένη, την οποία θεώρησαν ως πρωταρχική: από εκεί ξεκινάνε τα πάντα κι εκεί καταλήγουν στο τέλος πεθαίνοντας.

Άρα, αυτή η “αρχή” είναι αιώνια, δεν έχει γεννηθεί, δεν θα πεθάνει, και “εξαργυρώνει” κατά κάποιο τρόπο τα πάντα. Δηλαδή, όλα είναι νερό, όλα είναι άπειρο, όλα είναι αέρας. Αν ειπώθηκαν αυτά τα πράγματα, με τον τρόπο που το λέει ο Αριστοτέλης, τότε, όντως κάτι πάρα πολύ σημαντικό γεννιέται. Στο χάος, τη χαώδη εμπειρία, η οποία είναι χαώδης είτε αφορά την ανεξέλεγκτη φύση, τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης, είτε έχει να κάνει με τον άνθρωπο, το ανεξέλεγκτο χάος των συναισθημάτων, ή την κοινωνία των ανθρώπων η οποία είναι  κι αυτή μη ελεγχόμενη και συγκρουσιακή, σ’ όλο αυτό το χάος αυτό που έχει σημασία “δεν είναι αυτό που συλλαμβάνω με την εμπειρία μου”, αλλά κάτι το οποίο είναι “γέννημα του νου μου”, κατά κάποιο τρόπο, “κι αυτό έχει μια υλική μορφή”, αυτό θέλει μια τεράστια τόλμη σκέψης.

Αν γίνανε έτσι τα πράγματα, τότε πραγματικά εκεί υπάρχει μια τομή. Οι Μιλήσιοι, δηλαδή ,  οι τρεις αυτοί στοχαστές ως ολότητα, στις αρχές του 6ου αιώνα στη Μίλητο καθιερώνουν έναν νέον τρόπο ερμηνείας της  πραγματικότητας. Είτε ονομαστεί ως “φιλοσοφία” είτε όχι, αν είχαν συνειδητοποιήσει την καινοτομία τους, κάτι σημαντικό συνέβη στην ιστορία της σκέψης.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Αρχαία ελληνική Φιλοσοφία: Από τον Θαλή στον Αριστοτέλη» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/courses/course-v1:Philosophy+PHL1+22C/about

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αλλεπάλληλες Σταυροφορίες

Αυτή η σκέψη για τη Σταυροφορία, για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων, δεν ήρθε στο μυαλό του Ουρβανού, αλλά διότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος ο Κομνηνός ζει την καυτή ανάσα των Τούρκων και την επέκταση των Σελτζούκων.

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι ήταν πολύ σκληροί πολεμιστές, πολύ αποτελεσματικοί πολεμιστές και το απέδειξαν σε διάφορες μάχες που έδωσαν και με Πέρσες, τους οποίους και κατανίκησαν, τους Βυζαντινούς που κατανίκησαν. Επομένως ο Αλέξιος ο Κομνηνός είχε δίκιο να ανησυχεί για τις εξελίξεις και εκείνος είναι που ζήτησε επίσης από τον Πάπα, παρότι το σχίσμα είχε γίνει και το σχίσμα αυτό εμπεριείχε πάρα πολύ οργή, ένθεν και ένθεν, και μίσος και εκτοξεύτηκαν βαρύτατες κατηγορίες και από τις δύο πλευρές. Παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξιος ζητά τη βοήθεια της δυτικής πλευράς για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο των Σελτζούκων και να απελευθερώσει την Αντιόχεια —διότι κατελήφθη και η σπουδαιότατη πόλη της Αντιοχείας, στην οποία υπήρχε και Πατριαρχείο— και έτσι ο Ουρβανός, σταθμίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, αποφάσισε να ξεκινήσει αυτό το μεγάλο εγχείρημα, που ονομάζεται Σταυροφορίες.

Οι Σταυροφορίες θα διαρκέσουν αιώνες. Η Α΄ Σταυροφορία ξεκινά στην πραγματικότητα το 1096 μ.Χ. (η προετοιμασία της), ο Πάπας απευθύνεται σε όλους τους ηγεμόνες της Ευρώπης. Η Ευρώπη ακόμη είναι κατασπασμένη, είναι σε φεουδαρχικό σύστημα, υπάρχουν πολλές περιοχές με μικρούς ηγεμόνες, αλλού έχουν δημιουργηθεί κάποια μεγαλύτερα κράτη· φυσικά, υπάρχει και το κράτος το γερμανικό της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που είναι μεγάλο. Και όλους αυτούς προσπαθεί να τους προσεγγίσει, να τους εμπνεύσει, ο Πάπας και πράγματι υπάρχει ανταπόκριση.

Η Α΄ Σταυροφορία συνοδεύτηκε από πολλή βία εναντίον των Εβραίων, ιδιαίτερα στις γερμανικές χώρες. Σε αυτή τη Σταυροφορία συμμετείχαν ηγεμόνες με τους στρατούς τους, με τους ιππότες τους, με τους ενόπλους τους και χωρικοί και καθημερινοί άνθρωποι, οι οποίοι θεώρησαν καθήκον τους να κινηθούν και αυτοί προς τα ανατολικά για να σώσουν τους Αγίους Τόπους από τους απίστους. Περιγράφεται, μάλιστα, [ότι] η Α΄ Σταυροφορία κινήθηκε πεζή. Από τη Γερμανία, από την Αγγλία, από τη Γαλλία, από όλες τις περιοχές κινήθηκαν, συνέκλιναν, δημιουργήθηκε ένα στράτευμα, το οποίο τελικά κινούνταν αργά, βασανιστικά, γιατί πεζοί κινούνταν. Πολλοί από τους μετακινουμένους ήτανε καθημερινοί άνθρωποι με τις οικογένειές τους, σέρνανε μαζί προβατάκια, γουρουνάκια για να τρώνε στον δρόμο.

Πέρασαν μέσα από τα βυζαντινά εδάφη, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες προσπάθησαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα να τους διεκπεραιώσουν, για να πάνε προς τα ανατολικότερα και εκεί χτύπησαν την Αντιόχεια. Πράγματι συγκρούστηκαν με τους Τούρκους και στη συνέχεια αυτή η στρατιά, η οποία εμπεριείχε και αμάχους, χτύπησε και τα Ιεροσόλυμα. Η Α΄ Σταυροφορία θυμίζω ότι ήταν επιτυχής. Τα Ιεροσόλυμα κατέκτησαν με μεγάλη δυσκολία.

Περίπου εκατό χρόνια μετά από την κατάκτησή τους από τους χριστιανούς (ογδόντα χρόνια περίπου μετά) θα ανακαταληφθούν τα Ιεροσόλυμα από τους μουσουλμάνους, από τον Σαλάχ ε Ντιν, ο οποίος ήτανε Κούρδος στην καταγωγή —είναι ένας από τους μεγάλους ήρωες του Ισλάμ ο Σαλάχ ε Ντιν—, ο οποίος κατενίκησε τους Σταυροφόρους, τους εξεδίωξε από τα Ιεροσόλυμα. Έτσι, το εγχείρημα των Σταυροφοριών δεν είχε διάρκεια, παρά μόνο η Α΄ Σταυροφορία, η οποία για κάποιες δεκαετίες είχε αποτέλεσμα.

Ωστόσο, και μετά την Α΄ Σταυροφορία, υπήρξε διαρκές μήνυμα των Παπών να συνεχιστούν οι Σταυροφορίες. Έγινε και Β΄ Σταυροφορία και Γ΄ Σταυροφορία και Δ΄ Σταυροφορία και Ε΄ Σταυροφορία. Μάλιστα, η Δ΄ Σταυροφορία έγινε γύρω στο 1200 μ.Χ. πια— έπαιξε ρόλο πολύ και για τα γεγονότα της ανατολικής Μεσογείου, διότι στην Δ΄ Σταυροφορία πια η δυτική πλευρά ήταν ισχυρή σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και ένα μεγάλο τμήμα του βυζαντινού κράτους κατελήφθη από τους Σταυροφόρους. Το Βυζάντιο κατεκτήθη από το 1204-1261 μ.Χ., αλλά στα χέρια των Δυτικών —Σταυροφόρων και μη— παρέμειναν μεγάλα τμήματα του Βυζαντίου.

Τα Ιεροσόλυμα είναι ιερή πόλη για τρεις θρησκείες: είναι η ιερή πόλη των χριστιανών, είναι η ιερή πόλη για τους χριστιανούς και τρίτον είναι η τρίτη πιο ιερή πόλη —μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα— για τους  μουσουλμάνους. Επομένως, για αυτήν την ιερή πόλη μάχονται όλοι και τη διεκδικούν, και οι χριστιανοί Σταυροφόροι θα συγκρουστούν με Άραβες, με Σελτζούκους (γενικά μουσουλμάνους), σκληροτράχηλους πολεμιστές — θα βρουν μεγάλες δυσκολίες στο έργο τους, δεν θα τα καταφέρουν τελικά να πάρουν, την ιερή γη.

Η επέλαση των Σταυροφόρων συνοδεύτηκε από τρομακτικές βιαιότητες και αγριότητες εναντίον των μουσουλμανικών πληθυσμών. Έκτοτε χωρίζει τις δύο αυτές ομάδες, δηλαδή το Ισλάμ και τους χριστιανούς, μεγάλο μίσος. Οι μουσουλμάνοι σήμερα διδάσκονται στα σχολεία τους με λεπτομέρειες φοβερές τις αγριότητες των Σταυροφόρων. Εδώ είναι μία αποτύπωση πολιορκίας μουσουλμανικής πόλης από τους Σταυροφόρους, οι οποίοι πετούν με καταπέλτη κομμένα κεφάλια μουσουλμάνων, στους έγκλειστους μουσουλμάνους, για να τους αναγκάσουν να παραδοθούν. Αυτά που βλέπετε είναι κεφάλια που εκτινάσσονται από τον καταπέλτη.

Μία περιγραφή από αραβική πλευρά, από μουσουλμανική πλευρά, για τις σφαγές που έκανε ο Ριχάρδος Α’ με την κατάληψη της Άκρας το 1191 μ.Χ. είναι η εξής: “Τότε, ο βασιλιάς της Αγγλίας, βλέποντας τη στάση του σουλτάνου, έδρασε με δολιότητα ως προς τους μωαμεθανούς αιχμαλώτους. Όταν του είχαν παραδώσει την πόλη της  Άκρας, είχε δεσμευτεί να τους χαρίσει τη ζωή, προσθέτοντας ότι, αν ο σουλτάνος τηρούσε τη συμφωνία, θα τους έδινε την ελευθερία τους. Το απόγευμα της Τρίτης 27 Ρεγκέμπ (που είναι 20 Αυγούστου) βγήκε έφιππος με ολόκληρο τον χριστιανικό στρατό. Διέταξε να φέρουν μπροστά του όλους τους μωαμεθανούς αιχμαλώτους, που ο Θεός (ο Αλλάχ) είχε ορίσει να μαρτυρήσουν εκείνη την ημέρα. Αριθμούσαν πάνω από τρεις χιλιάδες και ήταν όλοι δεμένοι με σχοινιά. Τότε οι χριστιανοί χίμηξαν όλοι με μιας πάνω τους και τους έσφαξαν εν ψυχρώ με σπαθιά και δόρατα. Οι μωαμεθανοί, βλέποντας τι έκαναν οι χριστιανοί στους αιχμαλώτους, όρμησαν εναντίον τους και πολλοί και από τις δυο πλευρές σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν στη μάχη που κράτησε μέχρι το σούρουπο. Το επόμενο πρωί οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε κείνο το σημείο και βρήκαν τους μωαμεθανούς σωριασμένους στο έδαφος, μάρτυρες της πίστης. Μάλιστα, αναγνώρισαν και μερικούς από τους νεκρούς και το θέαμα ήταν πολύ οδυνηρό γι’ αυτούς.”

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Παγκόσμια Ιστορία 2: Ο άνθρωπος απέναντι στο Θείο» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/courses/course-v1:History+Hist3.2+21D/about

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Είναι ο Θαλής ο πρώτος φιλόσοφος;

Ο Θαλής αποτελεί μια κεντρική μορφή στην εξέλιξη της δυτικής φιλοσοφίας. Παρόλο που δεν είναι απόλυτα σαφές εάν ήταν πράγματι ο πρώτος φιλόσοφος, η σημασία του Θαλή ως πρωτοπόρου στην αναζήτηση της γνώσης με βάση φυσικές αιτίες είναι αναμφισβήτητη.

Ο Θαλής αποτέλεσε μια πρωτοποριακή φυσικοφιλοσοφική φιγούρα, ερευνώντας τη φύση και τον κόσμο με βάση τη λογική και την παρατήρηση, αντί για τις μυθολογικές εξηγήσεις που κυριαρχούσαν την εποχή του. Η προσέγγισή του σηματοδοτεί τη γέννηση της φυσικής φιλοσοφίας και το ξεκίνημα μιας νέας εποχής στη σκέψη.

Μέσω των ερευνών του, ο Θαλής ανέδειξε τη σημασία της εξής αρχής: η φύση μπορεί να εξηγηθεί με φυσικές αιτίες. Αυτή η αρχή είναι θεμελιώδης για τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία και ανοίγει το δρόμο για την περαιτέρω εξέλιξη της γνώσης και της κατανόησης του κόσμου.

Παρόλο που ο Θαλής δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα ως ο πρώτος φιλόσοφος, η προσφορά του στην εξέλιξη της φιλοσοφίας είναι εξαιρετικά σημαντική. Η προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει τη λογική και την παρατήρηση για να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του άνοιξε νέους δρόμους στη σκέψη και επηρέασε βαθιά τη φιλοσοφική σκέψη.

Συνολικά, η σημασία του Θαλή ως πρώτου φιλοσόφου δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η προσπάθειά του να εξηγήσει τη φύση με επιστημονική ακρίβεια άνοιξε το δρόμο για νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και ενέπνευσε μια ολόκληρη γενιά φιλοσόφων να αναζητήσει την αλήθεια μέσω της λογικής και της παρατήρησης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός