Οι νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία των διδασκόντων -Palloff και Pratt

Οι ΤΠΕ δεν συνεπάγονται μια αυτοματοποιημένη και μηχανιστική διαδικασία και δεν διασφαλίζουν από μόνες τους την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων εξΑΕ και την ανάπτυξη της επικοινωνίας μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων. Η μάθηση που βασίζεται στην τεχνολογία της πληροφορίας απαιτεί περισσότερες δεξιότητες από τον διδάσκοντα. Η επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόκληση, όμως είναι ταυτόχρονα και περισσότερο επίπονη. Ο εκπαιδευτής δεν είναι πλέον ένας απλός φορέας μετάδοσης της γνώσης. Το καθήκον του να καθοδηγεί και να υποστηρίζει τους σπουδαστές επιλέγοντας, ελέγχοντας και αξιολογώντας τις αναρίθμητες διαδικτυακές πηγές και πληροφορίες γίνεται όλο και πιο σημαντικό.

Οι Palloff και Pratt, σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά της διαδικτυακής μάθησης, θεωρούν ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

  • οι συμμετέχοντες και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση
  • οι πολιτικές και οι διαδικασίες που ακολουθούνται (διατύπωση κοινών στόχων, κατευθυντήριες γραμμές, πρακτικά ζητήματα)
  • η εκπαιδευτική διεργασία (συνεργασία, μετασχηματίζουσα μάθηση, ομαδική δουλειά)
  • το περιβάλλον διδασκαλίας και μάθησης που υποστηρίζει την εκπαιδευτική λειτουργία.

Μάλιστα, επισημαίνουν ότι όσοι διδάσκουν σε διαδικτυακό περιβάλλον οφείλουν να χρησιμοποιούν τις ΤΠΕ έτσι ώστε:

• να δημιουργούν μια συναρπαστική κοινότητα μάθησης

• να ενθαρρύνουν τους εκπαιδευόμενους να αξιοποιούν όσο το δυνατόν καλύτερα τις ικανότητές τους

• να αναδεικνύουν την δυναμική της ομάδας και των τεχνικών διαλόγου

• να εφαρμόζουν ποικίλες εκπαιδευτικές τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας εκτός από την διάλεξη

• να αποκτούν περαιτέρω κατάρτιση σχετικά με το γνωστικό τους αντικείμενο

• να καθορίζουν στόχους και να κινητοποιούν τους εκπαιδευόμενους να τους επιτύχουν

• να υλοποιούν δημιουργικές και καινοτόμες ιδέες ενθαρρύνοντας την συνεργασία

• να δημιουργούν ένα μαθησιακό κλίμα που βασίζεται στην εμπειρία και σε έναν συνεργατικό και υποστηρικτικό τρόπο μάθησης

• να αξιολογούν τα μαθησιακά αποτελέσματα

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Βασικές έννοιες: παιδαγωγική επιστήμη

Η αγωγή είναι αναγκαία και απαραίτητη στις σύγχρονες κοινωνίες, κυρίως στο παιδί και τον έφηβο που διαθέτει όλη την «δεκτικότητα» και την «πλαστικότητα» να είναι ανοιχτός σ’ αυτήν. Ούτε τα άτομα ούτε οι κοινωνίες μπορούν να επιβιώσουν χωρίς οργανωμένη αγωγή και μάθηση.

Η Παιδαγωγική είναι μια ανθρωπολογική, πνευματική και εφαρμοσμένη κοινωνική Επιστήμη, η οποία προέκυψε από τη Φιλοσοφία και έχει ως έργο την έρευνα όλων των προβλημάτων που έχουν σχέση με την αγωγή του παιδιού.

Η Παιδαγωγική ενδιαφέρεται για την ολόπλευρη εξέλιξη του παιδιού από σωματική, διανοητική και ηθική άποψη, καθώς και για την καλλιέργειά του. Η Παιδαγωγική είναι θεωρητική και πρακτική επιστήμη.

Το έργο της Παιδαγωγικής Επιστήμης

Έργο της Παιδαγωγικής Επιστήμης είναι να βοηθήσει το παιδί και τον έφηβο να διανύσει ομαλά την εξελικτική του πορεία και να μεταβεί από την κοινωνία των μικρών στην κοινωνία των ωρίμων, εφοδιασμένος με τις δεξιότητες, τις ικανότητες και γενικά την πείρα που οι κοινωνικές συνθήκες απαιτούν, για να ενταχθεί χωρίς προβλήματα στο κοινωνικό σύνολο, με αυθυπαρξία και αυτοτέλεια.

Σκοπός Παιδαγωγικής Επιστήμης

Η Παιδαγωγική διαπιστώνει τα κοινά και ατομικά προβλήματα των παιδιών και προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει (προβλήματα στο πρόγραμμα των μαθημάτων, στις σχέσεις δασκάλου και μαθητή, στις σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους, στο οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον).

Επιπλέον επιδιώκει τη διατήρηση των πολιτιστικών αγαθών, τη διεύρυνσή τους και τη μετατροπή τους σε μορφωτικά για τη διαρκή ανασυγκρότηση της πείρας του παιδιού και τη διαπαιδαγώγησή του.

Δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία και μάλιστα στην αγωγή του παιδιού στο σχολείο, αλλά αφορά γενικότερα την μόρφωση του ατόμου και κάθε πλευρά της αγωγής.

Η Παιδαγωγική είναι επιστήμη της αγωγής.

Παιδαγωγός > παις + άγω = οδηγώ το παιδί

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Βασικές έννοιες: αγωγή

Έννοια-ορισμός της αγωγής
Αγωγή: μία αλλαγή, μία επίδραση ή μια μεταβολή που ασκείται στον αναπτυσσόμενο άνθρωπο.

Δύο κατευθύνσεις:

Αποτελεί μόνο τις επιδράσεις που δέχεται ο αναπτυσσόμενος άνθρωπος από τις συστηματικές και σκόπιμες ενέργειες των ενηλίκων.

Αποτελεί το σύνολο των επιδράσεων που δέχεται ο αναπτυσσόμενος άνθρωπος, είτε αυτές προέρχονται από μεθοδευμένες είτε μη συστηματικές ενέργειες ενηλίκων ή συνομηλίκων είτε από το άψυχο περιβάλλον.

Σύγχρονη άποψη: η δεύτερη

→ Η αγωγή δεν προκύπτει μόνο ως αποτέλεσμα προγραμματισμένων επιδράσεων και ενεργειών, αλλά ως η συνισταμένη ενός πολύπλοκου πλέγματος διαπροσωπικών επιδράσεων και επιρροών του περιβάλλοντος (κοινωνικο-πολιτιστικού και φυσικού).

Το σύνολο των επιστημονικών κλάδων που μελετούν τα «γεγονότα» και τις «καταστάσεις» της αγωγής σε ιστορικό, κοινωνικό, οικονομικό, τεχνολογικό και πολιτιστικό πλαίσιο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Οργανωσιακή συμπεριφορά: Εννοιολογική προσέγγιση

Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον των ερευνητών της οργανωσιακής συμπεριφοράς έχει εστιαστεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων. Βασιζόμενοι στις εργασίες του Freud, οι ερευνητές θεωρούν την ομάδα ως ένα καθρέφτη με δύο όψεις ο οποίος συνδέει την υλική πραγματικότητα με την ψυχική πραγματικότητα, το ομαδικό πνεύμα χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στη γνώμη των άλλων, τη θέληση για συνεργασία, την εμπιστοσύνη, τη συμπάθεια, την πειθαρχία που εφαρμόζεται ελεύθερα από όλους, την αποδοχή της κριτικής των άλλων.

Κατά αυτό τον τρόπο, αφενός η ομάδα είναι αποτελεσματική, αφετέρου, οι σχέσεις μεταξύ των μελών είναι αρμονικές εργασιακό περιβάλλον να δημιουργεί ένα αίσθημα πληρότητας και ολοκλήρωσης, καθώς, ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων, φαίνεται ότι δεν αντλεί ικανοποίηση και δε νιώθει δέσμευση για τον εργασιακό χώρο του, με αποτέλεσμα τη μειωμένη οργανωσιακή απόδοση. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι εργαζόμενοι στη δουλειά, διαφέρει σημαντικά από τον τρόπο που συμπεριφέρονται ως άτομα στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Το πλέγμα παραγόντων που επηρεάζει την συμπεριφορά των εργαζομένων, περιλαμβάνει ατομικά χαρακτηριστικά και προδιαθέσεις, το γενικό οργανωσιακό πλαίσιο, την πολιτική, τις διεργασίες, την αποτελεσματικότητα της διοίκησης και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ συναδέλφων. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να εμπνεύσουν τους εργαζόμενους είτε να εργαστούν σκληρότερα, είτε να νιώσουν εντελώς «ξένοι» μέσα στον οργανισμό.

Ουσιαστικά, πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο δρουν οι εργαζόμενοι ως άτομα εντός του οργανωσιακού πλαισίου και στον τρόπο που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ως μέλη εργασιακών ομάδων. Οι διαφορετικές συμπεριφορές των ατόμων και των ομάδων ενός οργανισμού δημιουργούν το κλίμα του οργανισμού, το οποίο, με τη σειρά του, επηρεάζει θετικά ή αρνητικά την επιτυχία και την αποτελεσματικότητα του οργανισμού.

Επιπλέον, η αναγνώριση των συμπεριφορών που εκδηλώνονται σε έναν οργανισμό είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή άσκηση ηγεσίας και, εν τέλει, για την αποτελεσματικότητα του οργανισμού, ειδικά σε περιπτώσεις αλλαγής.

Ειδικότερα, προκειμένου η αλλαγή να είναι θετική, οι ηγέτες θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε να δημιουργηθούν οι εσωτερικές συνθήκες και όλοι οι εργαζόμενοι να εμπλακούν στις διεργασίες σχεδιασμού του «μέλλοντος» του οργανισμού.  Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο άτομα και ομάδες αλληλεπιδρούν στο χώρο εργασίας είναι σημαντική για τη δημιουργία θετικής οργανωσιακής αλλαγής. 

Η αναγνώριση και κατανόηση των δυσλειτουργικών συμπεριφορών δίνει στην ηγεσία τη δυνατότητα να «θεραπεύσει» τα προβλήματα και, να αξιοποιήσει το δυναμικό των εργαζομένων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα επίπεδα παραγωγικότητας, ευρωστίας και βιωσιμότητας του οργανισμού. Αναφορικά με την αναγκαιότητα αποτύπωσης, μελέτης και βελτίωσης της οργανωσιακής συμπεριφοράς, έχουν γραφτεί πολλά. Το κυριότερο επιχείρημα στη κριτική που δέχεται ο κλάδος της οργανωσιακής συμπεριφοράς είναι ότι, η αλλαγή των στάσεων και των συμπεριφορών του εργαζόμενου που αποτελεί το αντικείμενο μελέτης της, καθώς και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται από τους επαγγελματίες, συνιστούν χειραγώγηση και, άρα, μη-ηθική πρακτική.

Σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες, αναφέρεται ότι, παρά τους περιορισμούς, οι παρεμβάσεις για τη βελτίωση της οργανωσιακής συμπεριφοράς αποτιμώνται θετικά. Σε κάθε περίπτωση, η στάση των διοικούντων παίζει καθοριστικό ρόλο στο βαθμό που τα ανώτερα στελέχη «αγκαλιάζουν» τις ηθικές αξίες και τα ίδια συμπεριφέρονται με ανάλογο τρόπο, είναι πολύ πιθανό να αναπτυχθούν στους οργανισμούς τέτοια πρότυπα.

Οι Άνθρωποι του Οργανισμού (Organizationists): διακρίνονται από υψηλότερα από το μέσο όρο επίπεδα δέσμευσης προς τον οργανισμό υψηλότερη από το μέσο όρο δέσμευση μόνο προς τον οργανισμό τους.
Οι Καριερίστες (Careerists): παρουσιάζουν υψηλότερα από το μέσο όρο επίπεδα δέσμευσης προς το επάγγελμα.
Οι Μη αφοσιωμένοι (Uncommitted): δεν αισθάνονται καμία δέσμευση ούτε προς το επάγγελμα, ούτε προς τον οργανισμό στον οποίο εγγράφεται η δράση τους.

Συνοψίζοντας, η διοίκηση του οργανισμού οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη τα παραπάνω, δίνοντας έμφαση στον εμπλουτισμό των αντικειμένων εργασίας, στο στυλ ηγεσίας & διοίκησης που προωθεί τη συνεργασία και τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, τη δημιουργία ισχυρής κουλτούρας βάσει συλλογικά αποδεκτών αξιών. Η επαγγελματική εμπλοκή Η δράση αποτελεί μια απόφαση, μια επιλογή αλλά και ένα στοίχημα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Σχολείο αντιρατσιστικού προσανατολισμού

Ένα σχολείο προκειμένου να χαρακτηρίζεται με αντιρατσιστικό προσανατολισμό, οφείλει να αποτελείται από μια κοινότητα δίχως αποκλεισμούς, διακρίσεις, και να επικρατεί κλίμα σεβασμού. Αυτό συνεπάγεται με το ότι προωθεί αξίες συνύπαρξης, ασφάλειας, ανεκτικότητας, ειλικρίνειας. Άλλωστε, με την λειτουργία του αμβλύνει τις κοινωνικο-πολιτισμικές ανισότητες επιτρέποντας την πολλαπλότητα παρουσίας και έκφρασης, καθώς και το δικαίωμα στην διαφορά.

Τα προαναφερθέντα δύνανται να υλοποιηθούν μέσω παιδαγωγικών πρακτικών που επικεντρώνονται στο ζήτημα τόσο της δικαιοσύνης, όσο και της δίκαιης οργάνωσης των εκπαιδευτικών και κοινωνικών θεσμών. Επιπλέον, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει και η αξιοποίηση του γλωσσικού και πολιτισμικού κεφαλαίου των μαθητών άλλης εθνικής ταυτότητας.

Καθόλου αμελητέο, επίσης, είναι και η διαμόρφωση κατάλληλου σχολικού κλίματος αποδοχής, για την ανάπτυξη ισχυρών διαπροσωπικών σχέσεων. Δια μέσου της συμμετοχής των μαθητών αυτών στην επικοινωνιακή διαδικασία επιτυγχάνεται η αναγνώρισή τους με την παροχή ευκαιριών καταξίωσης. Συνεπώς, στις πολυπολιτισμικές τάξεις οι διϋποκειμενικές συναντήσεις και οι αλληλεπιδράσεις κρίνονται αναγκαίες.

ΤΕΧΝΙΚΕΣ:
Κάποιες από τις τεχνικές, που συμβάλουν στην γνωριμία με τον άλλο, την αναγνώριση προκαταλήψεων και στερεοτύπων, την ανάπτυξη έκφρασης συναισθημάτων και αυτοεκτίμησης, θέτουν ως βάση τη βιωματική μάθηση. Χαρακτηριστικές τεχνικές είναι η δραματοποίηση, ο καταιγισμός ιδεών, αγγλιστί brainstorming, το παιχνίδι ρόλων, ο συνεντευξιαζόμενος.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ