Η Εκδήλωση των Θεών στον Κόσμο των Γεωργών

Η εξέλιξη της γεωργικής ζωής δεν περιορίζεται μόνο στην εκτεταμένη γνώση για τη γη και τα φυτά, αλλά αναδεικνύει επίσης το βάθος της ανθρώπινης ψυχής και της ηθικής σκέψης. Ένας αρχαιότερος πολιτισμός, η Αίγυπτος, και μια πιο γνωστή κουλτούρα, η Ελληνική, μας προσφέρουν μια εικόνα του πώς οι θεοί τους δεν αντιπροσωπεύουν μόνο δυνάμεις της φύσης, αλλά είναι και φύλακες της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της σοφίας.

Στο πάνθεον των Αιγυπτίων, η θεά Μάατ ξεχωρίζει ως η φύλακας της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Η παρουσία της δείχνει πόσο σημαντική είναι η διατήρηση της τάξης και της ευθύτητας στην κοινωνία, και πόσο θεμελιώδης είναι η αλήθεια σε κάθε πτυχή της ζωής.

Στον κόσμο των Ελλήνων, η θεά Αθηνά εμφανίζεται σαν σύμβολο της σοφίας και της αξιοπρέπειας. Η γέννηση της με παρθενογένεση αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία της από αρρενωπές επιρροές και τη δύναμη του χαρακτήρα της. Η παρουσία της Αθηνάς υπενθυμίζει στους γεωργούς τη σπουδαιότητα της σοφίας και της αξιοπρέπειας στην καθημερινή ζωή.

Οι θεοί αυτοί, με τις ηθικές αξίες που εκφράζουν, αποτελούν καθοδήγηση και προστασία για τους γεωργούς. Η παρουσία τους δημιουργεί ένα κλίμα ευθύτητας και δικαιοσύνης στον κόσμο τους, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και την αρμονική συμβίωση.

Το φαινόμενο της γέννησης θεοτήτων χωρίς συνουσία αντιπροσωπεύει τη δύναμη και το κύρος των γεωργών. Η ισχυρή παρουσία των θεών στον κόσμο τους τους παρέχει την ασφάλεια και την καθοδήγηση που χρειάζονται για να ενισχύσουν την αξία των ηθικών αρχών στη ζωή τους.

Η γεωργική κοινότητα αντικατοπτρίζει τις ηθικές αξίες που εκπροσωπούν οι θεοί της. Από την αλήθεια και τη δικαιοσύνη έως τη σοφία και την αξιοπρέπεια, οι θεοί και οι θεότητές τους είναι οι φύλακες και οι καθοδηγητές των γεωργών σε μια κοινωνία που αναζητά την ευθύτητα και την αρμονία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Παιδεία δεν είναι τα πτυχία. Είναι η ταπεινότητα και η επιμονή στις αξίες μας.

«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση»

Από τη Δώρα Μαργέλη

Παιδεία δεν είναι τα πτυχία μας, αλλά η αισθητική μας. Ο τρόπος με τον οποίο συνομιλούμε, φλερτάρουμε, περπατάμε στο δρόμο, κρατάμε την πόρτα να περάσει ο άγνωστος στο ασανσέρ.

Παιδεία είναι οι λέξεις μας, η διακριτικότητά μας, η ελευθερία μας, τα όρια της ελευθερίας μας, η μουσική που ακούμε, η γλώσσα του σώματός μας, το πόσο αγαπάμε να μαθαίνουμε, να αλλάζουμε, να διαβάζουμε σαν να είμαστε κάθε φορά άγραφα χαρτιά.

Παιδεία είναι η ταπεινότητα αλλά και η επιμονή στις αξίες μας, το ότι δεν είμαστε προς πώληση, το ότι σεβόμαστε τον άνθρωπο, το παιδί του άλλου, την κυρία που καθαρίζει το γραφείο μας, τον κύριο που καθαρίζει το πάρκο στο οποίο βγάζουμε βόλτα το σκύλο μας, την κοπέλα στο ταμείο. Παιδεία είναι η μεγαλοψυχία μας, το να ποτίσουμε μια άγνωστη γλάστρα, το να φροντίζουμε την πίσω όψη του σπιτιού μας.

Παιδεία είναι το να προστατεύουν τα χέρια μας τον αδύναμο, να τα βάζουνε με το θηρίο. Παιδεία είναι το πόσο μπορούμε να έρθουμε απέναντι στο σύστημα και στους συστημικούς, παιδεία είναι η γενναιότητα και η ευθύνη.

Παιδεία είναι το να διαλέγεις τον δύσκολο δρόμο της αξιοπρέπειας, της μοναξιάς και συνάμα να καίγεται το μέσα σου για το κοινό καλό. Για το ωραίο και τη σωτηρία του.

«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση» – André Breton.

Πηγή




8 λόγοι για να αγαπήσεις τα αρχαία ελληνικά

Η ελληνική πολιτεία, όπως και η ελληνική κοινωνία θεωρούν την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, όπως και των λατινικών, χάσιμο χρόνου, καθήλωση των παιδιών σε μία αντιπαραγωγική παιδεία, εφόσον οι κλασικές γλώσσες είναι «νεκρές». Κι όχι μόνο, αλλά και οι περισσότεροι μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου, στο άκουσμα της διδασκαλίας των αρχαίων στο πρωτότυπο, δυσανασχετούν.

Κι αυτό, διότι τα αρχαία ελληνικά μιλούν για έναν κόσμο αξιών, παράδοσης, προτύπων και προς μίμηση και προς αποφυγή, που προϋποθέτει κριτική σκέψη, συγκέντρωση, επιμονή και παραγωγική μελέτη, στοιχεία που απουσιάζουν από τις κοινωνικές προτεραιότητες των σημερινών δεδομένων.

Δεν πρόκειται για μια νεκρή γλώσσα, καθότι εντοπίζεται σε πάμπολλες λέξεις όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών, της φιλοσοφίας και της τεχνολογίας, όπως επίσης και στην νέα ελληνική. Ιδίως μέσα από την τελευταία διαπιστώνεται ότι η ελληνική γλώσσα, στην μοναξιά της, εξακολουθεί να αλλάζει εντός της χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται σε κάτι διαφορετικό από την ίδια.

Σε αντίθεση με τον πολιτισμό του τώρα, όπου τα πάντα είναι χρόνος και κρίνονται εντός του, για τους αρχαίους τα πάντα ήταν η όψη. Αναρωτιόνταν πάντοτε πώς γίνονται τα γεγονότα και ποια εντύπωση αφήνουν στους ομιλούντες. Με την όψη η γλώσσα εστιάζει στην σχέση και όχι στον χρόνο. Ο χρόνος ήταν δευτερεύον στοιχείο. Διά της όψεως έρχεται η έκφραση πώς και τι γεννιέται από κάθε αρχή και τέλος.

Επιπλέον, οι ήχοι, οι τόνοι και τα πνεύματα εκφράζουν διά της σιωπής την ομορφιά και το νόημα της γλώσσας.  Το ουδέτερο γένος για τους αρχαίους εξέφραζε γλωσσικά το άψυχο, ενώ το αρσενικό και το θηλυκό το έμψυχο. Τα αρχαία ελληνικά δείχνουν ότι η γλώσσα εκφράζει υπαρξιακές κατηγορίες.

Παράλληλα, ο δυϊκός αριθμός, ο οποίος σταδιακά καταργήθηκε , ήταν μία έκφραση της γλωσσικής ανάγκης για κάτι περισσότερο από έναν μαθηματικό αριθμό. Εξέφραζε το μαζί, το νόημα των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων και πλασμάτων. Εξάλλου, οι πτώσεις στα αρχαία ελληνικά, όπως και στα νέα ελληνικά, αναδεικνύουν τις ποικίλες μορφές, που ένα και το αυτό όνομα παίρνει, για να εκφράσει τις ποικίλες λειτουργίες του στο εσωτερικό της πρότασης. Η αξία της ευκτικής γίνεται έκφραση, λαχτάρα, πάθος, επιθυμία, ευχή και αποτυπώνει μία μοναδικότητα ανεπανάληπτη.

Τα αρχαία ελληνικά στηρίζονται στην λήγουσα. Οι λατινογενείς λέξεις στις προθέσεις, τα επιρρήματα και τα βοηθητικά ρήματα. Τα αρχαία ελληνικά έχουν την απίστευτη γοητεία το νόημα να μην χάνεται με όποια σειρά κι αν βάλουμε τις λέξεις, για αυτό και η ποικιλία έκφρασης είναι μοναδική.

Για να επιτευχθεί η μετάφραση, η απόδοση στα νέα ελληνικά, απαιτείται η μάθηση και η σκέψη ως προς το πώς το αντιλαμβάνονται αρχαίοι, δηλαδή την αγάπη για την γλώσσα και τα κείμενα. Σε αυτό το σημείο οφείλεται να τονιστεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν λαός και η γλώσσα εξέφραζε έναν λαό και όχι ένα έθνος ή ένα κράτος ή έναν πληθυσμό.

Δεν έχουν σημασία οι διάλεκτοι. Οι Έλληνες, όποια διάλεκτο κι αν μιλούσαν, μπορούσαν να συνεννοηθούν γιατί είχαν την συνείδηση, όπως καταγράφει ο Ηρόδοτος, ότι συναντιούνταν στο όμαιμον, στο ομόγλωσσον, το ομότροπον, το ομόθρησκον.

Κλείνοντας, σύμφωνα με τη Μαργαρίτα Γιουρσενάρ: «αγάπησα την ελληνική γλώσσα γιατί σχεδόν ό,τι καλύτερο ειπώθηκε ποτέ από ανθρώπινα χείλη, ειπώθηκε στα ελληνικά» και με την Βιρτζίνια Γουλφ: «στα ελληνικά επιστρέφουμε, όταν έχουμε κουραστεί από την αοριστία, από τη σύγχυση κι από την εποχή μας»!

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ