Το Φαινόμενο της Εκπαιδευτικής Ανισότητας και Στρατηγικές Αντιμετώπισης

Η εκπαιδευτική ανισότητα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα παγκοσμίως. Αναφέρεται στη διαφορά που υπάρχει στην ποιότητα και την πρόσβαση στη μόρφωση μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών, οικονομικών και γεωγραφικών ομάδων. Οι ανισότητες αυτές επηρεάζουν την ακαδημαϊκή επιτυχία των μαθητών και τη δυνατότητά τους να αναπτύξουν τις δεξιότητες που απαιτούνται για να συμμετέχουν πλήρως στην κοινωνία. Παράλληλα, η εκπαιδευτική ανισότητα αναπαράγει και ενισχύει τις κοινωνικές ανισότητες, επιδεινώνοντας τις προκλήσεις για τις κοινωνίες στον τομέα της κοινωνικής κινητικότητας και της ισότητας ευκαιριών.

Αιτίες Εκπαιδευτικής Ανισότητας

Η εκπαιδευτική ανισότητα μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την πρόσβαση και την ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμού. Μερικοί από τους πιο σημαντικούς παράγοντες περιλαμβάνουν:

1. Κοινωνικοοικονομικό Υπόβαθρο

Τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα ή χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση αντιμετωπίζουν συνήθως περιορισμένη πρόσβαση σε εκπαιδευτικά υλικά, τεχνολογία και εξωσχολικές δραστηριότητες που ενισχύουν τη μάθηση (Jerrim & Vignoles, 2015). Αυτές οι ανισότητες στην πρόσβαση οδηγούν σε διαφορές στην απόδοση των μαθητών.

2. Πολιτισμική και Γλωσσική Ανισότητα

Τα παιδιά που ανήκουν σε μειονότητες ή που μιλούν διαφορετική γλώσσα από τη γλώσσα διδασκαλίας του σχολείου μπορεί να αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες στην εκπαιδευτική διαδικασία, γεγονός που αυξάνει τις ανισότητες στην εκπαίδευση (Cummins, 2000).

3. Γεωγραφική Ανισότητα

Η διαφορά στην πρόσβαση στην εκπαίδευση μπορεί επίσης να εξαρτάται από τη γεωγραφική τοποθεσία. Στις αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές, οι μαθητές μπορεί να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε σχολεία υψηλής ποιότητας ή να στερούνται των αναγκαίων υποδομών και πόρων (Hanushek, 2018).

Στρατηγικές Αντιμετώπισης Εκπαιδευτικής Ανισότητας

Η καταπολέμηση της εκπαιδευτικής ανισότητας απαιτεί την υιοθέτηση στρατηγικών που να διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, φυλής, ή γεωγραφικής τοποθεσίας. Ορισμένες από τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές περιλαμβάνουν:

1. Εξατομικευμένη Εκπαίδευση

Η εξατομίκευση της εκπαίδευσης είναι ένας σημαντικός τρόπος για να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες στην εκπαίδευση. Μέσω της τεχνολογίας και της χρήσης προσαρμοστικών μαθησιακών συστημάτων, οι δάσκαλοι μπορούν να προσαρμόσουν τη διδασκαλία στις ανάγκες του κάθε μαθητή, εξασφαλίζοντας έτσι ότι όλοι οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να μάθουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (O’Connor & Michaels, 2018).

2. Βελτίωση των Εκπαιδευτικών Υποδομών

Η αναβάθμιση των υποδομών των σχολείων, ιδιαίτερα στις αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές, είναι ουσιαστική για τη μείωση των ανισοτήτων. Η παροχή σύγχρονου εξοπλισμού και η σύνδεση των σχολείων με την ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την ποιότητα της εκπαίδευσης (OECD, 2020).

3. Κατάρτιση των Δασκάλων

Η επαγγελματική κατάρτιση των δασκάλων είναι επίσης κλειδί για την εξάλειψη των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Η εκπαίδευση των δασκάλων για την αναγνώριση και την κατανόηση των πολιτισμικών διαφορών και των κοινωνικοοικονομικών παραμέτρων μπορεί να βοηθήσει στην προσαρμογή των διδασκαλιών στις ανάγκες των μαθητών (Darling-Hammond, 2017).

4. Πολιτικές και Στρατηγικές Στήριξης

Οι πολιτικές στήριξης για τις ευάλωτες ομάδες μαθητών, όπως υποτροφίες για μαθητές από χαμηλό εισόδημα, ή πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη για μαθητές με ειδικές ανάγκες, μπορούν να μειώσουν τις ανισότητες και να ενισχύσουν τη συμμετοχή των μαθητών σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης (Baker, 2018).

Η εκπαιδευτική ανισότητα είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο με πολλαπλές αιτίες, που απαιτεί πολυδιάστατες στρατηγικές για την αντιμετώπισή της. Η εφαρμογή στρατηγικών εξατομίκευσης, η βελτίωση των υποδομών και η επαγγελματική κατάρτιση των δασκάλων είναι μόνο μερικές από τις λύσεις που μπορούν να μειώσουν τις ανισότητες στην εκπαίδευση και να διασφαλίσουν ίσες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Baker, B. D. (2018). Educational Inequality and School Finance: Why Money Matters for America’s Students. Harvard Education Press.
  • Cummins, J. (2000). Language, Power, and Pedagogy: Bilingual Children in the Crossfire. Multilingual Matters.
  • Darling-Hammond, L. (2017). The Right to Learn: A Blueprint for Creating Schools that Work. Jossey-Bass.
  • Hanushek, E. A. (2018). The Economics of Schooling and the Family: Family Income, Parental Education and Children’s Outcomes. Elsevier.
  • Jerrim, J., & Vignoles, A. (2015). Social Background, Behaviors, and Skills: The Influences of Parents and Schools. Oxford University Press.
  • O’Connor, C., & Michaels, S. (2018). Supporting All Students: Personalized Learning in a Diverse Classroom. Teachers College Press.
  • OECD. (2020). Education at a Glance 2020: OECD Indicators. OECD Publishing.



Συστημική Ψυχοθεραπεία: Πώς η οπτική μας μπορεί να μεταμορφώσει το πρόβλημά μας

Κάθε άνθρωπος υιοθετεί μια μοναδική στάση απέναντι στα προβλήματά του, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει συμπτώματα, αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα που ενισχύουν τον φαύλο κύκλο της δυσκολίας του. Στη συστημική ψυχοθεραπεία, δεν εστιάζουμε μόνο στο πρόβλημα αυτό καθαυτό, αλλά διερευνούμε πώς η στάση του ατόμου απέναντι σε αυτό μπορεί να το ενισχύει ή, αντίθετα, να το αποδυναμώνει. Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τις δυναμικές που διαμορφώνουν τη σχέση του με το πρόβλημα και να αναπτύξει νέες προοπτικές και τρόπους αντιμετώπισης, που θα του επιτρέψουν να επανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του.

Απαντήσεις για το εν λόγω θέμα, μας έδωσε η Ψυχολόγος MSc Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, Ανδρομάχη Μαυροβίτου.

Περισσότερες πληροφορίες για τη Ψυχολόγο μπορείτε να βρείτε εδώ

Ποιοι είναι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη στάση ενός ατόμου απέναντι στο πρόβλημά του και πώς αυτή η στάση διαμορφώνει την ψυχολογική του κατάσταση;

«Αρχικά, είναι σημαντικό πριν ξεκινήσουμε τη κουβέντα μας να δώσουμε έναν ορισμό του προβλήματος για το οποίο θα συζητήσουμε σήμερα. Με τον όρο ”πρόβλημα” αναφέρομαι σε μια συναισθηματική κατάσταση, μια συμπεριφορά ή μια στάση, η οποία βιώνεται ως αρνητική από κάποιον άνθρωπο και χρειάζεται αλλαγή. Μιλάμε δηλαδή για πρόβλημα, όταν κάποιος θεωρεί μια κατάσταση αφενός ανεπιθύμητη και χρήζουσα αλλαγής και αφετέρου κατά βάση μεταβλητή. Μιλάω για ”πρόβλημα” μόνο αν μπορεί να λυθεί, αν δεν μπορεί να λυθεί το ονομάζω ”δυσκολία, δυσχέρεια”. Για παράδειγμα το ότι μεγαλώνουμε κάθε μέρα θεωρείται δυσκολία και όχι πρόβλημα. Ας δούμε τώρα τι περιλαμβάνουμε στους κύριους παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν τη στάση ενός ατόμου απέναντι στο πρόβλημά του. Διάφοροι ψυχολογικοί, κοινωνικοί και προσωπικοί παράγοντες συνδυάζονται με τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται το πρόβλημά του και το πώς το διαχειρίζεται. Θα αναφερθώ σε μερικούς από αυτούς.

Αρχικά, οι προσωπικές πεποιθήσεις ενός ατόμου επηρεάζουν σημαντικά την αντίδρασή του σε ένα πρόβλημα. Αν το άτομο πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης ή ότι μπορεί να την ξεπεράσει, τότε η στάση του θα είναι πιο θετική και ενεργητική. Αντίθετα, αν πιστεύει ότι είναι ανίκανο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ή ότι η κατάσταση είναι αβοήθητη, η στάση του θα είναι πιο αρνητική. Επίσης, σημαντικό ρόλο στο πώς θα προσεγγίσει το πρόβλημά του διαδραματίζουν οι προηγούμενες εμπειρίες ενός ατόμου με παρόμοια προβλήματα. Αν το άτομο έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς προβλήματα στο παρελθόν, έχει περισσότερη αυτοεκτίμηση και πίστη στις ικανότητές του, κάτι που ενισχύει την θετική του στάση. Αντίθετα, αν οι προηγούμενες εμπειρίες ήταν αρνητικές ή αν απέτυχε να βρει λύσεις, μπορεί να νιώθει απογοητευμένο ή να αναπτύξει αρνητική στάση. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας είναι η ύπαρξη κοινωνικού δικτύου. Η ύπαρξη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου, δηλαδή η ύπαρξη οικογένειας, φίλων ή και συναδέλφων μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ασφάλειας και ενθάρρυνσης. Αν το άτομο νιώθει ότι έχει υποστήριξη, είναι πιο πιθανό να υιοθετήσει μια θετική και δραστήρια στάση. Αντίθετα, η έλλειψη υποστήριξης ή η κοινωνική απομόνωση μπορεί να αυξήσει την αίσθηση αβοηθησίας, επιδεινώνοντας την ψυχολογική του κατάσταση.

Τέλος αξίζει να αναφερθεί ο ρόλος της αυτοεκτίμησης, δηλαδή στο πώς νιώθει κάποιος για τον εαυτό του και στο ποιες είναι οι κυρίαρχες ιδέες για τον ίδιο του τον εαυτό. Το επίπεδο της αυτοεκτίμησης και η ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του επηρεάζουν επίσης την αντίδρασή του στο πρόβλημα. Άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση τείνουν να βλέπουν τα προβλήματα ως ευκαιρίες για μάθηση και ανάπτυξη, ενώ άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι πιο πιθανό να τα δουν ως απειλή ή αποτυχία.»

Πώς η αντίληψη ενός ατόμου για τα συμπτώματά του επηρεάζει την ένταση και
τη διάρκεια του προβλήματος που αντιμετωπίζει;

«Με τον όρο συμπτώματα νοείται μία γκάμα καταστάσεων όπως το άγχος, οι κρίσεις πανικού, οι ψυχαναγκασμοί, οι καταναγκασμοί, η απώλεια διάθεσης, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα, οι φοβίες, οι διαταραχές ύπνου, οι διατροφικές διαταραχές κτλ. Όπως είπαμε και παραπάνω στους παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν τη στάση ενός ατόμου απέναντι στο πρόβλημά του ανήκει και η αιτιολογική του εξήγηση. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να διερευνήσουμε στο που πιστεύει κάποιος ότι οφείλονται τα συμπτώματά του. Χρειάζεται να ρωτάμε κάποιον που οφείλεται το πρόβλημά του. Μέρος του προβλήματος αποτελεί συχνά και η αιτιολογική του εξήγηση. Ένα πρόβλημα μπορεί να οφείλεται σε περισσότερα προβλήματα ή κατά τη διάρκεια της συζήτησης να αποκαλυφθούν περισσότερα προβλήματα.Τι εννοώ όμως με την αιτιολογική εξήγηση;

Όταν κάποιος προσπαθεί να αιτιολογήσει το πρόβλημα του μπορεί να επικεντρώνεται σε μια εσωστρεφής ή εξωστρεφής αιτιολογία, μπορεί η περιγραφή του γύρω από το πρόβλημα να είναι γραμμική ή κυκλική, υπεύθυνη ή ανεύθυνη. Είναι διαφορετικό να πιστεύει κάποιος ότι για το πρόβλημά του οφείλεται μόνο ο ίδιος και διαφορετικό να περιλαμβάνει και άλλους παράγοντες στην εξήγησή του. Είναι διαφορετικό να πιστεύει κάποιος ότι το πρόβλημά του οφείλεται μόνο σε έναν παράγοντα και αλλιώς να το αποδίδει σε πολλούς αλληλοεμπλεκόμενους παράγοντες. Είναι διαφορετικό να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του το μοναδικό υπεύθυνο για τη διαχείριση του προβλήματος και διαφορετικό να θεωρεί ότι δεν έχει καμία ευθύνη για το πρόβλημα. Ανάλογα με το πώς εξηγεί κάποιος το πρόβλημά του αλλάζει και η στάση του απέναντι στο πρόβλημά του.

Για παράδειγμα κάποιος, ο οποίος εστιάζει σε μια ανεύθυνη περιγραφή τείνει να θεωρεί ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για πρόβλημά του, η δράση του μειώνεται και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θύμα.
Αντίστοιχα κάποιος, ο οποίος εξηγεί τα συμπτώματά του μόνο με οργανικές αιτίες δεν θεωρεί ότι μπορεί να κάνει οτιδήποτε στο περιβάλλον του για να προκαλέσει κάποια αλλαγή ενισχύοντας το αίσθημα αβοηθησίας, απελπισίας και άγχους. Τέτοιου είδους εξηγήσεις έχουν ως αποτέλεσμα συχνά την αύξηση της έντασης των συμπτωμάτων και την παράταση στη διάρκειά τους.»

Με ποιον τρόπο οι αρνητικές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματα, όπως ο φόβος και η απογοήτευση, επηρεάζουν την ικανότητα ενός ατόμου να αναζητήσει βοήθεια ή να αλλάξει τη στάση του απέναντι στο πρόβλημά του και πώς μπορεί κάποιος να τα διαχειριστεί αποτελεσματικά;

«Τα συμπτώματα μας δημιουργούν δυσάρεστες σκέψεις και δυσάρεστες αισθήσεις. Δεν περνάμε καλά εξαιτίας τους και αυτές οι δυσάρεστες αισθήσεις οδηγούν με τη σειρά τους σε αρνητικές σκέψεις και σε δυσάρεστα συναισθήματα, όπως αυτά που αναφέρατε παραπάνω. Συχνά, υπάρχει η τάση προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε ότι μας δημιουργεί δυσάρεστες αισθήσεις και σκέψεις. Αυτή η τάση καταπολέμησης μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην αναζήτηση βοήθειας ή στην στάση μας απέναντι στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Το θέμα δεν είναι να καταπολεμήσουμε, αλλά να κατανοήσουμε. Ας φανταστούμε τον εαυτό μας σαν ένα παζλ. Όλοι οι άνθρωποι είναι πολλαπλοί σαν το σύμπαν, αποτελούνται δηλαδή από πολλά κομμάτια. Τα αρνητικά συναισθήματα με τη σειρά τους αποτελούν και αυτά κομμάτια στο παζλ του εαυτού μας, συμπληρώνουν το παζλ του εαυτού μας.
”Πώς θα ολοκληρώσεις λοιπόν ένα παζλ, αν σου λείπουν κάποια κομμάτια;” Σε μια εποχή που η ”θετικότητα” των συναισθημάτων και των σκέψεων σχεδόν επιβάλλεται και αποτελεί τη κυρίαρχη εικόνα μοιάζει χρήσιμο να σταθούμε και να παρατηρήσουμε και τις πλευρές του εαυτού μας και τα συναισθήματα, τα οποία απαγορεύονται, δεν επιτρέπονται.

Το ερώτημα που γεννιέται είναι: ”Πώς θα σε μάθεις αν αγνοείς κάποιες πλευρές σου;” Μοιάζει λοιπόν πιο βοηθητικό να δούμε τα συναισθήματά μας ως πυξίδα. Ξεκινώ με τη βάση ότι πίσω από κάθε συναίσθημα υπάρχει και μια ανάγκη και σας προσκαλώ να δείτε ότι τα συναισθήματα λειτουργούν ως πυξίδα. Λειτουργώντας ως πυξίδα μας καλούν να σκεφτούμε: ”Προς τα που χρειάζεται να
στραφώ ουσιαστικά, ποιες είναι οι ανάγκες μου, ποιες είναι οι επιθυμίες μου;

Ξεκινώντας με αυτό τον αναστοχασμό και αφού εντοπίσω μερικές από τις ανάγκες και τις επιθυμίες μπορεί να ξεκινήσει και η συζήτηση για το τι μπορώ να κάνω για να τις ικανοποιήσω, αν όχι ολοκληρωτικά, ικανοποιώντας κάποιο μέρος από αυτές. Ας πάμε τώρα στις σκέψεις. Αντίστοιχα, όσο κάποιος προσπαθεί να καταπολεμήσει κάποιες σκέψεις τόσο εκείνες εμφανίζονται και αυξάνονται.
Η λύση δεν βρίσκεται στον αγώνα εναντίον ενός αντιπάλου που δεν μπορείς να νικήσεις, αλλά στο να κάνεις τον εχθρό φίλο σου. Μοιάζει λοιπόν να αποτελεί μονόδρομος η φιλική και επιτρεπτή αντιμετώπιση των σκέψεων που δεν μου αρέσουν, ώστε σταδιακά να αποσυρθούν. Μοιάζει χρήσιμο κάποιος να αναρωτηθεί: ”Ποια η δική μου στάση απέναντι σε σκέψεις που μου προκαλούν δυσφορία;”
”Τι θα γινόταν αν φερόμουν σε αυτές τις σκέψεις πιο χαλαρά, φιλικά;”»

Υπάρχουν συγκεκριμένες τεχνικές ή στρατηγικές που βοηθούν ένα άτομο να αλλάξει τη στάση του απέναντι στα προβλήματά του και να αναπτύξει μια πιο υγιή προσέγγιση;

«Η συστημική ψυχοθεραπεία τιμά οποιοδήποτε σύμπτωμα ως μια προσπάθεια επίλυσης. Αντιμετωπίζει κάθε σύμπτωμα ως μία λύση σε μια εσωτερική ή εξωτερική σύγκρουση με κόστος τις αρνητικές επιδράσεις σε προσωπικό ή διαπροσωπικό επίπεδο. Υποστηρίζει ότι κάποιο πρόβλημα λύθηκε με το πρόβλημα που αναπτύχθηκε και ότι το σύμπτωμα έρχεται να μας βοηθήσει, όχι για να μας βλάψει.Φαίνεται λοιπόν χρήσιμο να υποδεχτούμε τα συμπτώματα ως πηγές πληροφορίας. Τα συμπτώματα είναι αυτά, τα οποία φωνάζουν ότι κάτι γίνεται λάθος, ότι κάποιες ανάγκες έχουν παραμεληθεί.Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι: ”Αν δεν ακούσεις τις ανάγκες σου, θα τις νιώσεις στο πετσί σου”. Θα έρθουν παραμορφωμένες, μεταμφιεσμένες με τη μορφή συμπτωμάτων. Πηγαίνοντας τώρα στο θέμα της αλλαγής, το πρώτο πράγμα, το οποίο είναι απαραίτητο για βοηθήσει ένα άτομο να αλλάξει τη στάση του απέναντι στο πρόβλημά του είναι να μπει σε μια διαδικασία παρατήρησης.

Να τεθούν ερωτήματα όπως για παράδειγμα:

Πώς και έχω αυτά τα συμπτώματα;

Τι είναι αυτό που τα συντηρεί;

Ποιος ο ρόλος της δικής μου στάσης στη διατήρησή τους;

Τι μηνύματα μου στέλνουν τα συμπτώματά μου;

Υπάρχουν ανάγκες που έχω παραμελήσει;

Το κλειδί, όπως ανέφερα και παραπάνω είναι να προσπαθήσω να κατανοήσω, να
προσπαθήσω να μάθω και όχι να καταπολεμήσω.»

Διεύθυνση εργασίας: Ναυάρχου Κουντουριώτου 8, 54625, Κέντρο, Θεσσαλονίκη

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6981527394, 2315154787

E-mail: mavrovitou.psy@gmail.com

Ιστοσελίδα: www.psychologist-mavrovitou.gr




Καταπολεμώντας το Άγχος: Στρατηγικές και Μύθοι – Συζήτηση με Ψυχολόγο

Η διαχείριση του στρες και του άγχους αποτελεί έναν κρίσιμο τομέα για την ψυχική και σωματική υγεία. Περιλαμβάνει τεχνικές και στρατηγικές που βοηθούν τα άτομα να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της καθημερινότητας και να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στο σώμα και το μυαλό. Μέθοδοι όπως η βαθιά αναπνοή, η σωματική άσκηση, η διαλογιστική πρακτική και η διατήρηση μιας υγιεινής διατροφής, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των επιπέδων στρες. Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία και η συζήτηση με ειδικούς μπορούν να παρέχουν πολύτιμη υποστήριξη και να βοηθήσουν τα άτομα να αναπτύξουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης.

Στο Cityvibes.gr «φιλοξενείται» ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής, Γκαντίνας Θεόδωρος, ο οποίος μας έδωσε τις δικές του απαντήσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα.

Ποιες είναι οι κοινές αιτίες του άγχους και πώς μπορεί να επηρεάσει καθημερινά τη ζωή ενός ατόμου;

«Οι γνωστικές θεωρίες της ψυχολογίας υποστηρίζουν ότι οι αγχώδεις
διαταραχές είναι το αποτέλεσμα προηγούμενων τραυματικών εμπειριών που αφορούν
απρόσμενο και ανεξέλεγκτο κίνδυνο, όπως για παράδειγμα η γονεϊκή κακοποίηση, η
κοινωνική απομόνωση, ο σχολικός εκφοβισμός, κλπ (Mineka & Kelly, 1989). Οι
σκέψεις των ατόμων που υποφέρουν από γενικευμένο άγχος εστιάζουν στον κίνδυνο
σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Ellis (1997) οι άνθρωποι με
δυσλειτουργικό άγχος έχουν άκαμπτες πεποιθήσεις, όπως το ότι πρέπει να είναι
πάντα σε εγρήγορση απέναντι σε διάφορους κινδύνους, κάτι που προκαλεί αυτόματες
αρνητικές σκέψεις καταστροφολογίας οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μία
μόνιμη ανησυχία.»

Το Κοινωνικό Άγχος

«Πειράματα έχουν δείξει ότι άνθρωποι που υποφέρουν από άγχος τείνουν να
δίνουν έμφαση σε ερεθίσματα που θεωρούν απειλητικά (Hakamata et al., 2010).
Όπως και στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, έτσι και στο κοινωνικό άγχος, το
άτομο ανησυχεί, αυτήν τη φορά όμως για κοινωνικά θέματα (κύρος, εικόνα προς τους
άλλους, κλπ). Σε πειράματα όπου άτομα με δυσλειτουργικό άγχος έπρεπε να
εντοπίζουν λέξεις σε μία οθόνη έχει φανεί πως τα άτομα με κοινωνικό άγχος δίνουν
έμφαση στον εντοπισμό «απειλητικών» λέξεων που σχετίζονται με τον κοινωνικό
κίνδυνο, όπως «ντροπιάζομαι» η «ρεζίλι» ενώ άτομα που ανησυχούν περισσότερο για
την σωματική απειλή δίνουν έμφαση σε λέξεις, όπως «τραύμα» ή «ασθένεια»
(Mathews & MacLeod, 1985, Mogg, Mathews & Eysenck, 1992).»

Ποιες ψυχολογικές τεχνικές θεωρείτε αποτελεσματικές για τη διαχείριση του άγχους και πώς μπορούν να ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή;

«Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, όμως μία τεχνική που χρησιμοποιείται στην
θεραπεία κατά του άγχους αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην καθημερινότητά
μας, είναι το να μην αποφεύγουμε τις αγχώδεις σκέψεις. Στην πραγματικότητα οι
αγχώδεις σκέψεις μας οδηγούν συνήθως σε μονοπάτια σκέψεων που καταλήγουν
στην καταστροφή, πχ. Αν δεν γράψω καλά στο μάθημα θα κοπώ στη βαθμολογία, που
σημαίνει ότι δεν θα αποφοιτήσω, που σημαίνει ότι όλοι θα με θεωρούν αποτυχημένο/η
και θα γελούν μαζί μου πίσω από την πλάτη μου και άρα θα γίνω ρεζίλι.
Αυτές οι σκέψεις μπορούν να οδηγήσουν ένα άτομο σε αποφευκτικές συμπεριφορές, όπως το να μην διαβάζει ή το να ασχολείται υπερβολικά με τον
υπολογιστή ώστε να μην αγχώνεται για το αν θα γράψει καλά ή όχι, κάτι που είναι
γνωστό και ως αναβλητικότητα. Αυτή η αποφυγή δεν επιτρέπει στο άτομο να
ανακαλύψει λειτουργικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν να
λύσει το πρόβλημα ή να διαχειριστεί τα αρνητικά συναισθήματα που προκύπτουν από
αυτό (Borkovec & Hu 1990).»

Πώς μπορεί η συναισθηματική υποστήριξη από έναν ψυχολόγο να βοηθήσει κάποιον να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει το άγχος;

«Βασικός τρόπος αντιμετώπισης του άγχους είναι να βρούμε από που πηγάζει
και ποιες συνέπειες έχει, κάτι που ονομάζεται «έλεγχος πραγματικότητας». Στην
θεραπεία διερευνούμε αρχικά τέτοια σενάρια, όπως: Αν δεν περάσω στο μάθημα αυτό
σημαίνει ότι όντως οι φίλοι μου θα με θεωρούν αποτυχημένο; Σε άλλες περιπτώσεις
που δεν κατάφερα κάτι, οι φίλοι μου με κορόιδεψαν ή μου στάθηκαν και με βοήθησαν;
Μία ακόμα τεχνική είναι οι ασκήσεις αναπνοών και μυικής χαλάρωσης. Αν
για παράδειγμα ένα άτομο βιώνει κοινωνικό άγχος, η μέθοδος χαλάρωσης
περιλαμβάνει την δημιουργία μίας λίστας καταστάσεων που το άτομο πιστεύει ότι θα
ενεργοποιούσαν την κοινωνική φοβία του. Σε φαντασιακό επίπεδο, ο θεραπευτής θα
καθοδηγήσει το άτομο να βιώσει τις πιο εύκολες και μετά τις πιο δύσκολες
καταστάσεις τις λίστας χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μεθόδους χαλάρωσης έτσι ώστε
να ξεπεράσει τις όποιες καταστάσεις. Στην συνέχεια και όταν το άτομο θα νιώθει
έτοιμο, θα γίνουν συμπεριφορικά πειράματα κατά τα οποία θα δοκιμάσει να βιώσει
στην πραγματικότητα τις απλές καταστάσεις τις λίστας (π.χ. μία βόλτα σε ένα μέρος
με πολύ κόσμο, το να πει καλημέρα σε κάποιον άγνωστο κλπ) και στη συνέχεια τις
πιο δύσκολες (π.χ. το να πάει σε ένα πάρτι).»

Ποια είναι η σημασία της αυτογνωσίας στη διαχείριση του άγχους και πώς μπορεί κάποιος να αναπτύξει αυτήν την ικανότητα;

«Η γνωστική ψυχολογία υποστηρίζει ότι συναισθήματα όπως το άγχος
πηγάζουν από σκέψεις, επομένως αν ελέγξουμε τις σκέψεις θα μπορέσουμε να
ελέγξουμε και το συναίσθημα (Beck & Emery 1985). Οι σκέψεις όμως που
προκαλούν άγχος μπορεί να είναι αυτόματες, δηλαδή να έρχονται χωρίς να το
αντιλαμβανόμαστε. Επομένως, είναι σημαντικό το άτομο να μάθει να αντιλαμβάνεται
αυτές τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις οι οποίες είναι συνήθως ανελαστικές, π.χ.
Όλοι θα με δουν να ιδρώνω και να κοκκινίζω και άρα θα με κοροϊδέψουν» ή «αν δεν
φερθώ άψογα οι γύρω μου θα με απορρίψουν. Το άτομο πρέπει να μάθει να παρατηρεί τον εαυτό του και να αντιλαμβάνεται τις συμπεριφορές, τις σκέψεις και όλα τα
ερεθίσματα που το οδηγούν στο άγχος και την κοινωνική φοβία. Επιπλέον θα πρέπει
να αντιληφθεί ότι όταν βιώνει άγχος εμπλέκεται σε προστατευτικές συμπεριφορές
αποφυγής, οι οποίες το προφυλάσσουν μεν από το να βιώσει το φοβικό ερέθισμα
αλλά ενισχύουν το άγχος του προς αυτό, κάτι που μακροπρόθεσμα ενισχύει την
επιρροή του άγχους και της κοινωνικής φοβίας επάνω του.
(Leahy, 2003).»

Περισσότερα άρθρα καθώς και πληροφορίες για τον Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή, Γκαντίνα Θεόδωρο, μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του: gantinas.gr

Email: info@gantinas.gr

Τηλέφωνα Επικοινωνίας: 2311 269 114 – 6944 841005

Οδός: Τσιμισκή 27, Θεσσαλονίκη, (στη στάση πλατεία Αριστοτέλους)

Πηγές

Beck, A. T., & Emery, G. (1985). Anxiety disorders and phobias: A cognitive
perspective. New York: Basic Books.

Borkovec, T. D., & Hu, S. (1990). The effect of worry on cardiovascular response to
phobic imagery. Behaviour Research & Therapy, 28, 69-73.

Ellis, A. (1997). The evolution of Albert Ellis and emotive behavior therapy. In J. K.
Zeig (Ed.), The rational evolution of psycotherapy: The third conference. New York:
Brunner/Mazel.

Hakamata, Y., Lissek, S., Bar-Haim, Y., Britton, J. C., Fox, N. A., Leibenluft, E.,
Ernst M, Pine, D. S. (2010). Attention bias modification treatment: A meta-analysis
toward the establishment of novel treatment for anxiety. Biological Psychiatry, 68,
982-990.

Mathews, A., & MacLeod, C. (1985). Selective processing of threat cues in anxiety
states. Behaviour Research & Therapy, 23, 563-569.

Mineka, S., & Kelly, K. A. (1989). The relationship between anxiety, lack of control
and loss of control. In A. Steptoe (Ed.), Stress, personal control and health (pp. 163-
191). Chichester, England: Wiley.

Mogg, K., Mathews, A., & Eysenck, M. (1992). Attentional bias in clinical anxiety
states. Cognition and Emotion, 6, 149–159.




Το διαζύγιο και η επίδραση του στα παιδιά

Η οικογένεια αποτελεί τον πυρήνα ανάπτυξης και βιωμάτων για τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησης τους μέχρι την ενηλικίωση τους. Είναι ο περιβάλλων χώρος στον οποίο διαμορφώνονται όλες οι πτυχές της προσωπικότητας των παιδιών και συνυπάρχουν με τους γονείς σχεδόν για 18 χρόνια. Στην πορεία των ετών διάφοροι ερευνητές και ειδικοί έχουν εκτελέσει έρευνες σχετικά με τη θέση του παιδιού στην οικογένεια και τις επιδράσεις στην ανάπτυξη της ψυχοσύνθεσης του. Οι οικογενειακοί δεσμοί και η ποιότητα των ενδοοικογενειακών σχέσεων είναι καταλυτικοί, τόσο στην περίπτωση της συνύπαρξης των συζύγων όσο και στην περίπτωση που προχωρήσουν σε διαζύγιο. Η ισχυρότατη επίδραση του γονεϊκού περιβάλλοντος καθώς και η αλληλεπίδραση που υπάρχει με τα παιδιά, αποτελούν ένα δυναμικό σύστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσονται δεσμοί και αλληλεξαρτήσεις ποικίλου σκοπού. Βέβαια η οικογένεια δέχεται ως σύστημα, επιδράσεις από το κοινωνικό σύνολο του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και από τους πολιτικούς, θρησκευτικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς θεσμούς που το διέπουν. Επιπλέον, η ιδεολογία, οι νόμοι, τα ήθη και οι αξίες που περιβάλλουν κάθε κοινωνία, διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικογένειας και κατά επέκταση των παιδιών που υφίστανται τη συγκεκριμένη επιρροή.

Διαζύγιο

Έχει παρατηρηθεί ότι στην Ελλάδα το 20% των γάμων καταλήγουν σε διαζύγιο, το οποίο αποτελεί μια ένδειξη της ολοένα αυξανόμενης συχνότητας που συμβαίνει το συγκεκριμένο φαινόμενο. Επακόλουθα, όλο και περισσότερα παιδιά εκτίθενται στις έντονες επιπτώσεις ενός διαζυγίου, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων αφήνει σοβαρά τραύματα στην ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση τους. Οι πιο άμεσες συνέπειες, σχετίζονται με την αλλαγή της καθημερινότητας και των συνθηκών διαβίωσης των μελών που παραμένουν στην οικογένεια, συνηθέστερα η μητέρα με τα παιδιά. Αυτό συνεπάγεται, διαφοροποίηση των καθημερινών συνηθειών σε όλους τους τομείς και κυρίως στον οικονομικό και συναισθηματικό τομέα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο πατέρας είναι εκείνος που εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία μετά το διαζύγιο και αυτό πυροδοτεί αλλαγές στη συναισθηματική κατάσταση και τον προσδιορισμό της κοινωνικής ταυτότητας των παιδιών. Ενώ συναισθηματικά και βιολογικά βρίσκονται περισσότερο προσκείμενα στη μητέρα, στον πατέρα ανατίθεται η ευθύνη της ενίσχυσης και της κοινωνικοποίησης τους.

Έχει διεξαχθεί πλήθος μελετών, σχετικά με την προσαρμογή των παιδιών και των γονέων μετά το διαζύγιο που καταδεικνύουν, τόσο τη σοβαρότητα της κατάστασης όσο και τις συμπεριφορές που εκδηλώνονται και τις επακόλουθες συνέπειες τους. Τα παιδιά διέπονται από παρόμοια συναισθήματα όπως θλίψη, θυμό, αισθήματα ενοχής και φόβο ωστόσο η έκταση και η ένταση διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Είναι πιθανό να επηρεαστεί η σχολική τους επίδοση και η κοινωνική τους έκφραση. Τα κορίτσια, έχουν την τάση να εσωτερικεύουν τα συναισθήματα τους ενώ τα αγόρια στις αντίστοιχες ηλικίες, εμφανίζονται να έχουν πιο ακραίες και επιθετικές συμπεριφορές .   Αρχικά, προσκολλώνται για κάποιο χρονικό διάστημα στο στάδιο της άρνησης κατά το οποίο δεν αποδέχονται το χωρισμό και κάνουν ότι μπορούν να σκεφτούν, προκειμένου να αποτρέψουν το χωρισμό ή να συνδέσουν ξανά τους γονείς. Κατόπιν, αναπτύσσουν συναισθήματα τα οποία δεν είναι ξεκάθαρα και αμφιταλαντεύονται, θεωρώντας υπεύθυνο πότε τον ένα και πότε τον άλλο γονιό στην προσπάθεια τους να βρούνε ποιος ευθύνεται. Αυτά συμβαίνουν, μολονότι τα παιδιά συνεχίζουν να θεωρούν και τους δύο ενεργούς γονείς και το συναισθηματικό τους δέσιμο παραμένει ακόμη και με εκείνον που έχει αποχωρήσει.

Τα αγόρια συχνά έχουν παραβατικές συμπεριφορές και δεν πειθαρχούν εύκολα σε πλαίσια και όρια, εκμεταλλευόμενα την απουσία του πατέρα που είναι και η επικρατέστερη κατάσταση. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια, δείχνουν πραγματικά να έχουν ωριμάσει ταχύτερα από παιδιά της ηλικίας τους και παρατηρείται να αναλαμβάνουν και πρωτοβουλίες, προκειμένου να βοηθήσουν ή να προστατεύσουν το γονέα που διαμένει μαζί τους.  Αντίθετα, τα κορίτσια λόγω της απουσίας του πατρικού προτύπου αναπτύσσουν μία συμπεριφορά απέναντι στα αγόρια που είναι ασταθής και πρώιμη. Η ψυχοσεξουαλική τους ανάπτυξη επηρεάζεται και χρειάζεται χρόνος και κατάλληλη καθοδήγηση προκειμένου να αποφευχθούν λάθη κατά το δυνατόν.  Ακόμη, εμφανίζουν αλλαγές στο χαρακτήρα τους και έχουν εκρηκτική συμπεριφορά. Είναι πολύ πιθανό, να μην πειθαρχούν στη μητέρα και ενδόμυχα να την κατηγορούν για την αποχώρηση του πατέρα, ενώ παράλληλα αρχίζουν να λένε αρκετά ψέματα και φεύγουν από το σπίτι χωρίς πρώτα να έχουν πάρει άδεια.

Αντιμετώπιση

Οι τρόποι αντιμετώπισης και απομείωσης των αρνητικών επιδράσεων του διαζυγίου στα παιδιά είναι απαραίτητο να αναλαμβάνονται και από τους δύο γονείς, με την ίδια αποφασιστικότητα και προσέγγιση. Ο κοινός γνώμονας πρέπει να είναι η σωστή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, μέσα από την καθιέρωση μιας ποιοτικής σχέσης με τους γονείς και τους ανθρώπους του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Είναι απαραίτητο οι γονείς να υποστηρίζουν ψυχικά τα παιδιά και να προσπαθούν να μειώσουν τον αντίκτυπο του διαζυγίου μέσα από τη συναισθηματική κάλυψη, ενώ όταν διαπιστώνουν ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό να ζητούν τη βοήθεια και την καθοδήγηση ενός ειδικού. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς πρέπει να αποφεύγονται και να καλλιεργείται κατά το δυνατόν ένα κλίμα κατανόησης και ένα πνεύμα σύμπνοιας, που θα αποτελέσει σημαντική αρωγή στα παιδιά. Το θέμα της οικονομικής διευθέτησης πρέπει να έχει επιλυθεί αρμονικά και αποδοτικά, ώστε να μην αποτελεί πόλο έντασης και διενέξεων που θα φορτίζουν αρνητικά τα παιδιά και θα τους δημιουργούν μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είναι πολύ σημαντικό, να είναι και οι δύο συνεπείς απέναντι στις υποχρεώσεις τους και κυρίως ο γονιός που απουσιάζει από το σπίτι. Είναι ζωτικής σημασίας ακόμη, να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία και με τους δύο γονείς και να έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ένα κλίμα μέσα στο οποίο θα είναι δυνατόν να εκφράζονται οι απορίες, οι ανασφάλειες και όλα εκείνα που νιώθουν τα παιδιά και τα απασχολούν μετά το διαζύγιο.

Γιάννης Κυρίτσης