Σ’ ένα μικρό συνοικιακό καφέ, κρυμμένο μέσα σε στενά που δύσκολα θα περάσει κάποιος… χαμένη πάλι στις σκέψεις της. Μοναδική παρέα της ο καφές, το τσιγάρο και η μουσική. Ποτέ δεν την έχουν προδώσει ως τώρα. Στις χαρές ; Εκεί. Στις λύπες πάλι εκεί. Στις λύπες ίσως να αλλάζει εκείνη, τον καφέ με ποτό.
Βότκα, σκέτη με πάγο. Ούτε λεμόνι!
Όταν νιώθει πως κανείς δεν την καταλαβαίνει, κανείς δεν την νιώθει, αναζητάει την μοναξιά της…ίσως λίγο και τον εαυτό της, τον έχει χάσει καιρό τώρα.
Και η αλήθεια είναι πως πάντα το ένιωθε αυτό. Πως δεν ταιριάζει πουθενά, πως δεν την καταλαβαίνει κανένας και δεν την ακούει.
Κάθε φορά που έκανε το λάθος να ανοιχτεί το μετάνιωνε, μέχρι που το έκανε ολοκληρωτικά. Ξεδίπλωσε την ψυχή της και τελικά έχασε τα πάντα.
Τώρα όμως ξέρει, δεν ανήκει πουθενά, μόνη της θα νιαουρίζει πάντα, με περιστασιακές παρέες για λίγη συντροφιά. Δεν μπορεί να βασιστεί σε ανθρώπους, αυτοί όλο αλλάζουν συναισθήματα…τη μια σε αγαπάνε και την άλλη σε μισούν.
Το πάθημα της έγινε μάθημα.
Μόνη παρηγοριά της πλέον λίγη μουσική, ένας καλός καφές (ή βότκα) και ένα τσιγάρο…
Έρωτας, αυτός ο μικρός φτερωτός… διάβολος! Μα ναι , ποιός είπε ότι είναι άγγελος; Με αυτά που κάνει; Ούτε καν!
Τι πάει λάθος με τον κύριο; Όλα. Αρχικά χτυπάει πάντα την λάθος στιγμή. Έρχεται από το πουθενά, συνήθως όταν σε βρει στις καλές σου ώστε να σε στείλει στην παράνοια μια κι έξω.
Επιλέγει πάντα τον λάθος άνθρωπο για να μπορείς μετά να βάζεις την Δέσποινα στο replay να λέει “και πάλι βρήκα τον λάθος άνθρωπο για ν’ αγαπήσω” και να δίνεις πόνο. Σου παίρνει τα μυαλά, σε αποσυντονίζει και χάνεις τον μπούσουλα. Για να μην πω ότι σε κάνει να φαίνεσαι σαν χαζό, όλη μέρα με ένα χαμόγελο χωρίς λόγο στα χείλη.
Σου κάνει σκωτσέζικα ντούς, μια είσαι μια χαρά στα καλύτερα σου….μια άνοιξε πέτρα για να μπω….άντε βγάλε άκρη.
Δεν υπάρχει ισορροπία ρε παιδί μου. Ψυχολογία ασανσέρ. Θα μου πεις τώρα, οκ πόση διάρκεια έχει η επιρροή του; Εξαρτάται, θα σου απαντήσω. Έχει να κάνει με το βαθμό δυσκολίας της σχέσης. Αν μιλάμε για ανεκπλήρωτο έρωτα τότε άστο. Εδώ μιλάμε για μια κατάσταση όπου όσο υπάρχει το φλερτ, το παιχνίδι και η επικοινωνία με τον κρυφό σου πόθο, τόσο υπάρχουν και τα σκαμπανεβάσματα. Μέρα νύχτα πάνω από το τηλέφωνο να ξεροσταλιάζεις, για όσο. Πόσο; Όσο αντέχεις! Και παλεύεις και προσπαθείς και μετά καταλήγεις να ακούς Πάριο και να τραγουδάς “θέλω να βγω απ’ τα αδιέξοδο αυτό, θέλω να βγω” Δεν μπλέκεις λέμε.
Πάντα βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά, του αμοιβαίου, πιο σπάνιο. Πιο όμορφο και ήρεμο. Εκεί έχεις έναν ενθουσιασμό στην αρχή όμως κάποια στιγμή όλα μπαίνουν σε μια σειρά, ο έρωτας φεύγει και δίνει την θέση του στην αγάπη. Εκεί το πρόβλημα έιναι όταν δώσει την θέση του στην συνήθεια. Μιλάμε πάλι για ψιλοχαμένο παιχνίδι. Αν δεν είναι αγάπη αλλά απλά έχεις βολευτεί είναι κακό. Πολύ κακό. Είναι πραγματικά τόσο δύσκολες οι ανθρώπινες σχέσεις ή εμείς τις κάνουμε; Φταίει η εποχή μας; Φταίνε τα social media; Φταίει που ψάχνουμε το ιδανικό ενώ τελικά δεν υπάρχει; Αλλά συνεχίζουμε να ελπίζουμε και να το αναζητάμε αδιαφορώντας για τους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας και πληγώνοντάς τους πολλές φορές και πληγώνοντας ακόμα και τους ίδιους μας τους εαυτούς φυσικά. Ένα ατελείωτο κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού ή ενός χαμένου τέλειου άλλου μισού…
Γιατί δεν έχουμε έναν διακόπτη συναισθημάτων με on/off τέλος πάντων ; Όταν κάτι δεν πάει απλά να πατάς το off και γεια σας… Το πρόβλημα ξεκινάει απο παλιά πάντως . Σύμφωνα με το μύθο του Πλάτωνα, οι άνθρωποι ήταν σφαιροειδή ανδρόγυνα όντα με δυο πρόσωπα, δυο γεννητικά όργανα και οκτώ άκρα. Στρογγυλοί σαν πούλια από τάβλι που με τα τέσσερα χέρια και πόδια τους όταν ήθελαν να τρέξουν πήγαιναν σαν τροχός. Τα πλάσματα αυτά ήταν τόσο δυνατά που οι Θεοί τα φοβήθηκαν και ο Δίας αποφάσισε να τα χωρίσει στα δυο με κεραυνό. Τα δυο κομμάτια ονομάζονταν ημίτομα και ο Απόλλωνας τα έραβε ενώνοντας τα τελειώματα στον αφαλό. Από τότε, σύμφωνα με το μύθο του Πλάτωνα, οι άνθρωποι είναι μισοί. Δηλαδή ημίτονα που προσπαθούν να ολοκληρωθούν στην αρχική τους ενότητα αναζητώντας το άλλο τους μισό. Ο πόθος μας για το ολόκληρο και η ορμή μας να επιστρέψουμε στην πρωταρχική μας φύση ενώνοντας τα δυο μας μισά, σε ένα ολόκληρο ονομάστηκε «έρωτας». Απο τότε λοιπόν βασανιζόμαστε.
«Έρως ανίκατε μάχαν…» και μπλα μπλα μπλα. Όχι. Φυσικά και δεν «κοροϊδεύω» το αρχαίο ρητό, σε καμία περίπτωση. Αυτό το κάνουν πολύ καλύτερα από εμένα όσοι έχουν πάρει τον Έρωτα και τον έχουν κοσμήσει με επίθετα που, αν ο ίδιος είχε τη δυνατότητα, θα σηκωνόταν και θα έφευγε μόνος του από το ρητό.
Από αυτά, λοιπόν, τα αταίριαστα με τον Έρωτα επίθετα, θα διαλέξω εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο. Το «ανεκπλήρωτος». Αναλύσεις, κείμενα-δοκίμια, οϊμέ, πόνος δοσμένος με παθητικές καταστάσεις θύματος-θύτη, κι ένα Σύμπαν να κατηγορείται πως δεν φέρνει τα πράγματα όπως τα θέλουμε (κι αν το Σύμπαν είχε δικηγόρο, θα το είχε πανηγυρικά αθωώσει).
Στ’ αλήθεια τώρα, μπορούμε να σοβαρευτούμε; Μπορούμε να μην μπλέκουμε την ιερή έννοια του Έρωτα σε καταστάσεις αδύναμες να τον υπερασπιστούν και να τον εξυμνήσουν, αλλά τον βάζουν σε καλούπια, πρέπει, όχι και ίσως; Ενδιαφέρουσα για κάποιους προσέγγιση, αλλά τραγική συγκάλυψη των επιλογών τους.
Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή… Κι ας μου επιτραπεί να εκφράσω την άποψή μου, όχι για το τι είναι Έρωτας, αλλά για το τι ΔΕΝ είναι.
Κατ’ αρχάς, υπάρχουν πάρα πολλοί εκεί έξω που μπερδεύουν τον Έρωτα με την ίδια του την ιδέα. Σας μπέρδεψα; Είναι εντελώς διαφορετικό το να είσαι ερωτευμένος με έναν άνθρωπο από το να είσαι ερωτευμένος με την ιδέα του έρωτα ως συναίσθημα που πρέπει να ζήσεις…
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο πρώτο ΔΕΝ. Ο Έρωτας, αγαπημένοι μου, δεν έχει πρέπει. Δεν ξέρει καν τι σημαίνει αυτή η λέξη, και το άκουσμά της και μόνο τον κάνει να κλείσει τα φτερά του πεισματικά και να στρέψει τα βελάκια του σε άλλες καρδιές.
Έρωτας δεν είναι μόνο σωματική επιθυμία. Σωματική επιθυμία και απόλαυση είναι και το φαγητό. Να συνεχίσω;
Έρωτας δεν είναι να έχω μια παρέα να πηγαίνω για φαγητό, ποτό, σινεμά, κι έναν σύντροφο-γλάστρα να με συνοδεύει στις κοινωνικές εκδηλώσεις μην τυχόν και με πουν… (συμπληρώστε ό,τι νομίζετε όσοι αρέσκεσθε σε χαρακτηρισμούς και ετικέτες).
Έρωτας δεν είναι να έχω ένα ακόμα πορτοφόλι στα έξοδα του σπιτιού και στις διακοπές.
Έρωτας δεν είναι «έχω περάσει τα τριάντα, εγώ πότε θα γίνω μάνα-πατέρας, να νοικοκυρευτώ, να συγυριστώ, το ράφι δεν με χωράει πια και τα πουκάμισά μου βαρέθηκα να τα πλένω μόνος μου».
Έρωτας δεν είναι σπάω τη μονοτονία της καθημερινότητάς μου και επιβεβαιώνομαι με τον θαυμασμό, που επειδή ικανοποιεί τον εγωισμό μου τον ονοματίζω με την πρώτη λέξη της πρότασης.
Έρωτας δεν είναι «σε θέλω με θέλεις, γιατί να το σκεφτόμαστε, σε θέλω με θέλεις γιατί δεν παντρευόμαστε;»
Και για να τελειώνουμε, Έρωτας δεν είναι σίγουρα μια κατάσταση που πρέπει να ασπαστούμε και να θεωρήσουμε πως τη ζούμε γιατί έτσι ‒λέει‒ κάνει ο κόσμος γύρω μας.
Αρχίζοντας, λοιπόν, σχεδόν από το τέλος των «δεν» και προς τα πάνω, στον Έρωτα δεν χωράνε ερωτηματικά. Δεν χωράνε «μήπως», «ίσως», «γιατί», «ναι, και γιατί όχι». Στον Έρωτα δεν χωράνε ΔΕΝ. Τελεία, παύλα, πέντε, δέκα θαυμαστικά και κλειδαριά.
Στον Έρωτα δεν χωράνε συμβιβασμοί, ούτε βολέματα και οικονομικά καλοπιάσματα. Δεν χωράνε κοινωνικά στερεότυπα με ταμπέλες «ανύπαντρη» και «αιώνιος εργένης», που τρέχουμε όλοι να στριμώξουμε σε δύο κύκλους, έναν της βέρας κι έναν του «τιμημένου» μας στεφανιού.
Στον Έρωτα δεν χωράνε κοινωνικές κατακραυγές και «ορθές» συμπεριφορές.
Κι αν κάπου εδώ ο αντίλογος μιας λογικής πει πως ίσως σου έρθει όταν η ζωή σου δεν αποτελείται μόνο από τη δική σου ύπαρξη αλλά και ενός, δύο ή τριών ακόμα ανθρώπων, τότε τι κάνεις; Τότε, αγαπημένε/αγαπημένη μου, αν είναι Έρωτας, αν όντως είναι Έρωτας και δεν είναι διάλειμμα ενδιαφέροντος από μια καθημερινότητα, έχεις δύο επιλογές: να διαχωρίσεις το «θέλω» από το «πρέπει» και να είσαι εντάξει απέναντι και στα δύο. Γιατί αν μείνεις στα «πρέπει» σου, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να σκορπίσεις τη δυστυχία γι’ αυτό που πάντα χάνεις και ποτέ δεν ζεις, όχι μόνο στον εαυτό σου, αλλά και στους γύρω σου.
Και ναι… Είμαι από αυτούς τους ρομαντικούς, τους ονειροπόλους, πείτε με όπως θέλετε, που πιστεύω πως τον ΕΡΩΤΑ, με όλα τα γράμματα κεφαλαία, τον ζεις μία και μοναδική φορά (άντε και μια λανθάνουσα).
Ο Έρωτας ο αληθινός, ο ένας Έρωτας, είναι ισοπεδωτικός. Είναι καθηλωτικός και σε τυλίγει με τόση δύναμη στα φτερά του, που σε κάνει να πετάς και όχι να σέρνεσαι στα πατώματα. Ο Έρωτας ο ένας, ο αληθινός, έχει τόση δύναμη μέσα του, που γκρεμίζει όλα τα τείχη τού μέσα και του έξω σου. Του σωστού και του λάθους. Γιατί ο Έρωτας δεν είναι ποτέ λάθος. Ποτέ. Ο Έρωτας είναι επαναστάτης. Και όποιος τον νιώσει, γίνεται κι αυτός το ίδιο. Επαναστάτης κι εκείνος!
Ο Έρωτας, ο αληθινός Έρωτας, ο ένας Έρωτας, είναι η προέκταση της ψυχής, της καρδιάς, του κορμιού και του μυαλού σου. Δεν μπορείς χωρίς να τον έχεις, δεν αντέχεις να τον αφήσεις και να συμβιβάσεις τη ζωή σου με τίποτα λιγότερο.
Ο Έρωτας ο αληθινός, ο ένας Έρωτας είναι αυτός που θα σε κάνει να καταλάβεις τι δεν ήταν ό,τι μέχρι να τον βρεις ζούσες… Θα σε πάρει από το χέρι και θα σε μάθει να τον ζεις για μία και μοναδική φορά… Αν του αφεθείς και τον νιώσεις να καίει μέχρι και το τελευταίο χιλιοστό της ύπαρξής σου, ναι, θα κρατήσει για πάντα. Κι αν σταθείς τυχερός και τον συναντήσεις, μη χάσεις την ευκαιρία να τον ζήσεις… Επιλογή σου να τον αφήσεις να σου φύγει και να μείνεις συμβιβασμένος με ό,τι σου προσφέρει η εκάστοτε σιγουριά σου.
Ωστόσο μην ξεχνάς ποτέ πως η μεγαλύτερη εξύμνηση του Έρωτα είναι για το μεγαλείο του και όχι για την αδυναμία του…
Ανήμερα του έρωτα – Γιάννης Πάριος & Χάρης Βαρθακούρης
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Κρομμύδας είναι απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Συμμετείχε στον τρίτο και τέταρτο κύκλο της σειράς The Durrells. Είναι ιδιαίτερα αγαπητός από το κοινό για την πορεία του στον χώρο του θεάματος, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει γνωρίσει την επιτυχία και ως συγγραφέας υπηρετώντας με ήθος την ελληνική λογοτεχνία . Τον Μάιο του 2012 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του, Μπαμπά, Mεγάλωσέ με, του οποίου η αναθεωρημένη και επικαιροποιημένη έκδοση κυκλοφόρησε ξανά το 2021 από τις εκδόσεις Διόπτρα, και τον Μάιο του 2013 το πρώτο μυθιστόρημά του, Η Ζωή που Έλειπε (αγγλική έκδοση Cave of Silence). Τον Ιούνιο του 2014 εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημά του, με τίτλο Ογκρέσα. Ακολούθησε το Μη με Λησμόνει τον Μάιο του 2015 (αγγλική έκδοση Lake of Memories). Τον Μάιο του 2016 εκδόθηκε το βιβλίο του Ουρανόεσσα, το οποίο βραβεύτηκε το 2017 ως το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς στην κατηγορία «Ηρωίδα έμπνευση» (αγγλική έκδοση Dominion of the Moon). Τον Μάιο του 2017 εκδόθηκε το μυθιστόρημα με τίτλο Φως μέσα στη Θύελλα (αγγλική έκδοση Athora), ενώ το 2018 κυκλοφόρησε το Μυρωδιά από Σανίδι, το 2019 το Μια Νύχτα Ακόμη και το 2020 η Εβόρα. Όλα τα μυθιστορήματά του βρίσκονταν στην τελική δεκάδα του διαγωνισμού βιβλίου των Public. Παραδίδει μαθήματα συγγραφής (Master Class) και «δημόσιου λόγου-public speech». Αρθρογραφεί σε sites, εφημερίδες και περιοδικά και είναι αρκετά ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου μπορείτε και να τον ακολουθήσετε αρχικά στην επίσημη ιστοσελίδα του kostaskrommydas.gr καθώς επίσης και στους προσωπικούς του λογαριασμούς στο Facebook , το Twitter και το Instagram.
The Library : μια ταινία μικρού μήκους γεμάτη συναισθήματα.(trailer)
Η ταϊλανδέζικη ταινία μικρού μήκους The Library (ห้องสมุดแห่งรัก ) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Baz Poonpiriya κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2013. Έχει φτάσει τις 3 εκατομμύρια προβολές στο Youtube και έχει βαθμολογηθεί με 7,5/10 στο IMDB.
Πλοκή
Ο Τζίμ (Ananda Everingham) χρησιμοποιεί τη βιβλιοθήκη όπου η Άννα (Selina Wiesmann) εργάζεται ως βιβλιοθηκονόμος. Ο Τζίμ ερωτεύεται κρυφά την Άννα με την πρώτη ματιά, αλλά ο κανόνας της βιβλιοθήκης “Please Quiet” του απαγορεύει να της μιλήσει. Αρχίζει λοιπόν να συνθέτει μια ιστορία μέσα από τους τίτλους που επέλεγε και να της γράφει επιστολές στις κάρτες δανεισμού των βιβλίων που δανειζόταν, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Η Άννα την ίδια στιγμή έρχεται αντιμέτωπη με τα δικά της συναισθήματα που ολοένα και φουντώνουν. Όταν η πρώην του Τζίμ επιστρέφει το τελευταίο βιβλίο που δανείστηκε, η Άννα μαθαίνει ότι ο Τζίμ πέθανε από καρκίνο του ήπατος. Καθώς αρχίζει να κλαίει με το βιβλίο στο χέρι της, ένα από τα δάκρυά της πέφτει πάνω στην κάρτα, παρακινώντας την να παρατηρήσει το γράμμα που γράφτηκε στην άλλη πλευρά.
Το αυθεντικό soundtrack της ταινίας “Silent Thought” είναι μια πολύ οικεία μπαλάντα στα βιετναμέζικα , που πραγματικά κουμπώνει με το σενάριο και τις ερμηνείες των ηθοποιών. Μέσα σε 31 λεπτά ξεδιπλώνεται στις οθόνες μας μια συγκινητική ιστορία. Ένας αμοιβαίος αλλά ανεκπλήρωτος έρωτας , όπου οι δύο ήρωες δεν είχαν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν πως ερωτεύτηκαν με την πρώτη αλλά και κάθε ματιά. Η τοποθεσία της βιβλιοθήκης, όπου κυριαρχούσε η «ησυχία» δεν άφησε περιθώριο παραδοχής κι έτσι τα συναισθήματά τους έμειναν ανείπωτα.
Μια διαυγής απόδειξη πως ο κινηματογράφος δεν έχει σύνορα , έχει τη δική του γλώσσα η οποία μπορεί να ακουστεί σε όλη τη γη. Η μεγάλη μου αγάπη για τις βιβλιοθήκες αλλά και το trailer με έκαναν να μπω στον πειρασμό να τη δω και πραγματικά η ταινία αυτή άξιζε κάθε λεπτό μου. Με αμεσότητα , ουσία και γεμάτη συναισθήματα , χωρίς να ξεχειλώνει ανούσια το σενάριο , σε κρατάει εκεί ως το τέλος , και αφήνει μέσα σου το αποτύπωμα της.
Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε “ανεκπλήρωτος έρωτας”; Κάποιοι άνθρωποι ερωτεύονται στον μέγιστο βαθμό αλλά δεν μπορούν να είναι μαζί. Είτε γιατί δεν τους το επιτρέπουν οι συγκύριες, είτε γιατί δεν είναι “γραφτό” τους. Η μοίρα παίζει διάφορα παιχνίδια. Κάποιες φορές λέμε πως όλα γίνονται για ένα συγκεκριμένο λόγο αλλά όταν εμπλέκεται το συναίσθημα, οι πληγές που προκύπτουν από τα παιχνίδια της μοίρας είναι πάντα πιο βαθιές. Αν με ρωτήσετε, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεκπλήρωτου έρωτα που μπορώ να σκεφτώ είναι εκείνο της Μαρίας Πολυδούρη και του Κώστα Καρυωτάκη. Οι δυο ποιητές της γενιάς του 1920 ερωτεύτηκαν πολύ αλλά η φλόγα που δημιουργήθηκε ανάμεσα τους έσβησε άδοξα και ανολοκλήρωτα. Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1921 στην Αθήνα, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Από νωρίς φάνηκε η ασυμφωνία των χαρακτήρων τους αλλά αυτό ήταν που τους γοήτευε. Άλλωστε τα ετερώνυμα έλκονται…
Μαρία Πολυδούρη Κώστας Καρυωτάκης
Ο Καρυωτάκης ήταν ένας μελαγχολικός νέος που μείωνε συνέχεια τον εαυτό του και είχε πολλές ανασφάλειες. Προτιμούσε να ζει ήσυχα και παράλληλα με το επάγγελμά του έγραφε ποιήματα. Η Πολυδούρη αντίθετα ήταν μες την ζωντάνια, γεμάτη φεμινιστικές ιδέες και ζούσε μια προκλητική ζωή για την τότε εποχή επειδή έκανε παρέα με άντρες και συμμετείχε στις συζητήσεις τους. Κάτι που ήταν απαράδεκτο για μια κοπέλα της γενιάς εκείνης. Είναι φανερό πως ο συνεσταλμένος νέος δεν μπορούσε να δεχτεί τον “προκλητικό” χαρακτήρα της αγαπημένης του. Αυτό όμως δεν πτόησε την γεμάτη πυγμή νεαρή. Έτσι η ίδια αποφάσισε να του κάνει πρόταση γάμου. Η τολμηρή αυτή κίνηση θεωρήθηκε ανήθικη για τα χρονιά εκείνα. Ο ποιητής αρνήθηκε τον έρωτα της ,όχι επειδη τα αισθήματα του ήταν διαφορετικά , αλλά επειδη διαγνώστηκε με σύφιλη. Η ποιήτρια θεώρησε πως το νόσημα του ήταν απλώς μια δικαιολογία για να χωρίσουν και απομακρύνθηκε πληγωμένη. Παρ’ όλα αυτά , οι φιλικές τους σχέσεις συνεχίστηκαν. Η Μαρία συνέχισε την “προκλητική” ζωή της στο Παρίσι αλλά επέστρεψε στην Ελλάδα όταν διαγνώστηκε με φυματίωση. Τότε πληροφορήθηκε πως ο αγαπημένος της είχε αυτοκτονήσει γιατί δεν κατάφερε να παλέψει με τους δαίμονες του. Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα. Στην τελευταία του εξομολόγηση ανέφερε ότι πριν δοκιμάσει το πιστόλι, είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί ήξερε να κολυμπάει καλά. Το τραγικό αυτό γεγονός χειροτέρευσε την υγεία της νεαρής ποιήτριας τόσο την σωματική ,οσο και την ψυχική. Έτσι στις 29 Απρίλιου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης. Οι δυο νέοι δεν προλάβαν να ζήσουν τον έρωτα τους. Ο ανεκπλήρωτος αυτός έρωτας ήταν η αιτία για τον θάνατο τους. Το μόνο που μένει και αναζωπυρώνει την αγάπη τους μέχρι και σήμερα είναι τα ποιήματα τους.