Ενταξιακή εκπαίδευση

Στο πλαίσιο της ενταξιακής εκπαίδευσης, η εκπαιδευτική εμπειρία που θα βιώσει ο μαθητής με κινητική αναπηρία θα διαπνέεται από τη μετακίνηση της προσοχής από τον μαθητή, με τις δυσκολίες και τους περιορισμούς του, στο σχολικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να εντοπίσει τις αδυναμίες του και τις δυνατότητές του και να θέσει στόχους για τη δημιουργία ενός φιλόξενου περιβάλλοντος, διαμορφώνοντας συνθήκες που ευνοούν την ένταξη και ισότιμη συμμετοχή στη μάθηση του παιδιού με κινητική αναπηρία, όπου το παιδί θα είναι δυνατό να δημιουργήσει σχέσεις και φιλίες και να αναπτύξει το διάλογο και την επικοινωνία. Η πρόθεση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαφοροποιημένων παιδαγωγικών στρατηγικών, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες και του συγκεκριμένου παιδιού, ενώ η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων επαγγελματιών και της οικογένειας θα υποστηρίξει την καλύτερη δυνατή ένταξη και εξέλιξη του παιδιού.

Μια ενταξιακή παιδαγωγική απαιτεί τα παιδιά να μαθαίνουν από τις διαφορές τους, συμπεριλαμβανομένων και των δυσκολιών τους, ως συνέπεια μιας αναπηρίας όπως η εγκεφαλική παράλυση. Αυτό εμπεριέχει συγκεκριμένες απαιτήσεις για τους εκπαιδευτικούς και όλους τους επαγγελματίες καθώς πρέπει να γνωρίζουν πολύ καλά το δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση μια συμπεριληπτικής καθημερινής ζωής στο σχολείο.

Η διακήρυξη της Σαλαμάνκα (1994) τονίζει ότι ένα συμπεριληπτικό σχολείο είναι η βάση για την ανάπτυξη μιας συμμετοχικής και δημοκρατικής κοινωνίας για όλους τους πολίτες, σε όλα τα επίπεδα, και από όλα τα μέρη της κοινωνίας. Συνεπώς, ένας ενταξιακός εκπαιδευτικός σχεδιασμός θα πρέπει να καλλιεργήσει τα στοιχεία της ενεργούς συμμετοχικότητας και αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών των ομάδων των παιδιών στο σχολείο, αλλά και στις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου των παιδιών, ως βάση για την ανάπτυξη μιας δημοκρατικής κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς.

Η ένταξη είναι ένας τρόπος θεώρησης των σχέσεων των ανθρώπων και της κοινωνίας των πολιτών και όχι μία μέθοδος, καθώς πρόκειται για το δικαίωμα όλων των παιδιών να συμπεριληφθούν, να νιώσουν ότι συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας και να είναι σε θέση να συμβάλλουν στη διαμόρφωση σχέσεων αλλά και να ωφεληθούν από τις σχέσεις στις οποίες συμμετέχουν.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εκπαιδευτική ένταξη παιδιών με κινητική αναπηρία

Ο ορισμός της ενταξιακής εκπαίδευσης εμπεριέχει τη βασική αρχή ότι όλοι οι μαθητές θα πρέπει να μαθαίνουν μαζί, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες ή τις διαφορές τους. Κάθε παιδί έχει τη δική του ιστορία, τα μοναδικά του χαρακτηριστικά, τις δικές του δυσκολίες και δυνατότητες. Σημασία έχει να συνειδητοποιήσουμε ότι:

  • «η αναπηρία δεν είναι ένα πρόβλημα μιας μειοψηφούσας ομάδας εντός της κοινότητας, αλλά μια κατάσταση που ο καθένας μπορεί να ζήσει στη διάρκεια της ζωής του» και
  • κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να βρει την απαραίτητη υποστήριξη στις δικές του ανάγκες, ανεξάρτητα από τη φυσική, ψυχολογική και κοινωνική του κατάσταση.

Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο κατάρτισης για την εγκεφαλική παράλυση (2012), ένα καλά σχεδιασμένο και προετοιμασμένο σχολικό περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για την τελική επιτυχία όχι μόνο της εκπαίδευσης αλλά και της θεραπείας που δέχεται ένα παιδί με κινητική αναπηρία. Η ενταξιακή προοπτική θα πρέπει να είναι ένα από τα βασικά σημεία του σχεδίου εκπαίδευσης και να αναγνωρίζεται ως μια αξία που δίνει ποιότητα στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό.

Δεν είναι αρκετό για τα σχολεία να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του ατόμου μόνο από την άποψη της διάθεσης υλικών πόρων, δηλαδή τεχνικών μέσων και εξειδικευμένου προσωπικού. Είναι επίσης σημαντικό οι εκπαιδευτικοί να είναι σε θέση να αμφισβητούν έννοιες όπως, φυσιολογικό, σχολική επιτυχία, αξιολόγηση επιδόσεων, κ.α., οι οποίες συμβάλλουν στην ετικετοποίηση και περιθωριοποίηση των παιδιών με αναπηρία. Η αναπηρία δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως μια παρεμβολή, εξαίρεση ή «χάρη» του συστήματος, αλλά ως σταθερή και διαδεδομένη μεταβλητή των διαδικασιών της κοινωνίας και επομένως και του σχολείου. Σύμφωνα με το ως άνω Εγχειρίδιο, τα χαρακτηριστικά ενός περιβάλλοντος και ειδικότερα ενός σχολείου για όλους, ικανό να συμπεριλάβει μαθητές με κινητικές αναπηρίες, είναι:

  • Εκπαιδευμένο και καταρτισμένο εκπαιδευτικό και ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό,
  • Προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης για το εκπαιδευτικό προσωπικό,
  • Ενίσχυση της οικογένειας, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας (οι οικογένειες, ως το πρώτο υποκείμενο εκπαίδευσης ενδυναμώνονται και καλούνται να συμμετάσχουν και να συνεργαστούν με το σχολείο στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες),
  • Συνεργασία μεταξύ όλων των ατόμων που εργάζονται για τη σχολική και την κοινωνική ένταξη του παιδιού,
  • Ενεργός συμμετοχή της σχολικής ηγεσίας στα προγράμματα ένταξης,
  • Ενίσχυση της συλλογικότητας μεταξύ των εκπαιδευτικών,
  • Διεπιστημονική και συντονισμένη εργασία, βάσει σχεδίου,
  • Υποδοχή και αποδοχή συμμαθητών χωρίς συμπεριφορές απόρριψης και αποκλεισμού,
  • Μεθοδολογικές προσεγγίσεις που ευνοούν τη συμπερίληψη του παιδιού με κινητική αναπηρία, με βιωματικές δραστηριότητες, σε ατομικό ή μικροομαδικό και ομαδικό επίπεδο,
  • Εξάλειψη των δομικών αρχιτεκτονικών εμποδίων στο σχολείο,
  • Χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού και τεχνολογικών βοηθημάτων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αντιλήψεις εκπαιδευτικών στην ένταξη

Μια μεταβλητή, που επηρεάζει σημαντικά την ομαλή ένταξη των μαθητών με προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο, είναι οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών απέναντι στην ένταξη, καθώς η επιτυχία των πολιτικών ένταξης, που έχουν εφαρμοστεί συνδέονται άρρηκτα με το τι πιστεύουν οι εκπαιδευτικοί.

Οι μελέτες για τις απόψεις των εκπαιδευτικών αφορούν και εστιάζουν κυρίως στη διδακτική εμπειρία και στην αντιλαμβανόμενη αποτελεσματικότητά τους για τη διαχείριση της σχολικής τάξης, στην έλλειψη οικονομικών πόρων για τις κατάλληλες προσαρμογές, στην απουσία δια-υπηρεσιακής συνεργασίας, στην ανεπάρκεια κατάρτισης σε θέματα διαχείρισης της συμπεριφοράς καθώς και στη μειωμένη αποτελεσματικότητα εξαιτίας του άγχους ή της εξουθένωσης τους.

Διαπιστώνεται ότι η αρνητική στάση των εκπαιδευτικών, όταν υπάρχει, οδηγεί σε αυξανόμενη αρνητική αλληλεπίδραση με τους μαθητές, που με τη σειρά της ανατροφοδοτεί και καλλιεργεί αρνητικά συναισθήματα αμφίπλευρα, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο.

Όμως, η αξία της αποδοχής και του αισθήματος του «ανήκειν» σε μια ομάδα είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός και, με αυτή την έννοια, είναι αναγκαία η συμπερίληψη των μαθητών με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες, όπως και κάθε άλλης ιδιαίτερης ομάδας.

Η ενεργή συμμετοχή των παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολικό πλαίσιο απαιτεί, από την πλευρά του εκπαιδευτικού, αφενός θετική προδιάθεση και αφετέρου σωστή οργάνωση της σχολικής τάξης και γνώση τεχνικών για τη σωστή διαχείριση συμπεριφοράς, γιατί έτσι θα μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να ανταπεξέλθουν στις πολλαπλές προκλήσεις των μαθητών με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Η «κουλτούρα» στην ένταξη

Πρόκειται για μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και πολυσήμαντη έννοια. Με την λέξη κουλτούρα νοείται, εδώ, η πνευματική και ψυχική καλλιέργεια, ως αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας μάθησης και εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο γνώσεων, τεχνικών εξελίξεων, παραδόσεων, εθίμων, μορφών συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν ή συγκροτούν ένα δεδομένο κοινωνικό σύνολο· τον πολιτισμό, όπου αναφέρονται σε έναν ειδικό τομέα.

Η έννοια της πολιτισμικής ένταξης αναφέρεται στην αλλαγή πολιτισμικού περιβάλλοντος και στη συνακόλουθη προσαρμογή στους κανόνες, στις αξίες, στα έθιμα, στις νόρμες και στη γλώσσα μιας νέας κουλτούρας, ενός νέου τρόπου δυνητικής ζωής. Συνίσταται στη σταδιακή αφομοίωση από το άτομο της νέας κουλτούρας, ώστε να μπορέσει να ενσωματωθεί καλύτερα και να ταιριάξει σε αυτό το νέο περιβάλλον.

Είναι μια διαδικασία ατέρμονη για έκαστο, αφού από τη γέννησή του, μαθαίνει να εντάσσεται στο μητρικό, πρώτο κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον και στη συνέχεια της ζωής του στις άλλες πολιτισμικές προσαρμογές, εθελοντικές και αναγκαστικές. Η προσαρμογή αυτή στο περιβάλλον του -φυσικό, τεχνολογικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή εκπαιδευτικό- είναι κρίσιμη.

Ωστόσο, μια κυρίαρχη παιδαγωγική προσέγγιση είναι να επιδιώκεται η αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή να προσαρμόζεται το εκπαιδευτικό περιβάλλον στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα του παιδιού, κατά τη σύγχρονη «παιδοκεντρική» Παιδαγωγική, μέσω της αξιοποίησης ενός κατάλληλου διαμεσολαβητή.

Ως προς τον ορισμό της ένταξης της κουλτούρας, πρόκειται για την ερευνητική βιβλιογραφία που αφορά εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, πόρους και δομές. Επιπλέον, συναριθμούνται και τα συστήματα υποστήριξης των εκπαιδευτικών και μεθοδολογίες ανάπτυξης του δυναμικού του σχολείου.

Τα προαναφερθέντα, απαιτούν ποιοτικό μετασχηματισμό των καθιερωμένων και παραδοσιακών στοιχείων των δομών και των λειτουργιών της γενικής εκπαίδευσης και κυρίως της κουλτούρας των ίδιων των σχολικών κοινοτήτων.

Η ένταξη «προϋποθέτει πρωτίστως μία διαφορετική, οργανωσιακή κουλτούρα» που να δίνει έμφαση στην ιδέα της ποικιλότητας και να εκκινεί από την πρόθεση εις βάθος σεβασμού και διερεύνησης των αρχών της διαφορετικότητας και της ομοιότητας

Carrington (1999)

Τι ακριβώς γίνεται αντιληπτό με την έννοια της «σχολικής κουλτούρας» και πώς μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην -ενταξιακού τύπου- αλλαγή της;

Αρκετοί μελετητές στάθηκαν και αναφέρουν, κατά περίπτωση, ότι η κουλτούρα ενός οργανισμού αφορά επί της ουσίας την ιδεολογία του, η οποία περιλαμβάνει τις αντιλήψεις και τις συνήθειες του που τον διαφοροποιούν από άλλους οργανισμούς ή ακόμα και ένα «σύστημα κοινού προσανατολισμού» μια «σειρά, δηλαδή, από σύμβολα, τελετουργίες, μύθους και σιωπηρές παραδοχές» που μεταφέρουν τις θεμελιωμένες αξίες και αντιλήψεις του.

Παρομοίως, σε ένα καθοριστικό δοκίμιο, ως προς το εν λόγω ζήτημα ο Schein το 1992, ορίζει την κουλτούρα ως «ένα πρότυπο των βασικών παραδοχών», όπου με την έννοια παραδοχή νοούνται πρότυπα συμπεριφοράς, αξιών, πεποιθήσεων, αντιλήψεων των μελών του, που ανακαλύπτονται ή αναπτύσσονται από μια συγκεκριμένη ομάδα», όταν τα μέλη της μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού προβλήματα.

Συνεπώς, το πρότυπο αυτό φέρει ως αποτελέσματα, αφενός την διδαχή στα νέα μέλη ως του σωστού τρόπου αντίληψης, σκέψης και αίσθησης, και αφετέρου προσδίδει «την κοινωνική και φαινομενολογική μοναδικότητα μιας συγκεκριμένης οργανωσιακής κοινότητας», μα και στον οργανισμό την αίσθηση της ταυτότητας και της συνοχής, ενώ παράλληλα διαμορφώνει τις στάσεις και τις συμπεριφορές των μελών του.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ