Οργή

Τα λόγια στερεύουν , όταν η κοινωνία θρηνεί . Όταν η κοινωνία σαστίζει στο άκουσμα των εγκλημάτων που τελούνται καθημερινά . Τα λόγια παραμένουν λέξεις ,  αποτυπωμένες λέξεις στο χαρτί, βουβές , θρηνούν και οι ίδιες βλέπεις . Η κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει . Κοχλάζει το αίμα των νεκρών , αναδεύεται , ουρλιάζει ωσάν σφυρίχτρα τρένου και επιφέρει την οργή αυτών που μένουν πίσω . Μια οργή που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμα της . Μια οργή που άργησε να έρθει . 23 χρόνια πριν . Τότε έπρεπε να νιώσουμε οργή . Μα που να ξέραμε πως θα στέλναμε 57 ανθρώπους  σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή . Κάποιος ήξερε. Κάποιος έφταιγε . Όλοι φταίγαμε . Όλοι φταίμε . Και στην Ελλάδα , το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών , το μπαλάκι με το “φταις “, γραμμένο με αίμα νεκρών , με εκατόμβες , με “θυσίες”, όπως τολμούν να το ονομάζουν κάποιοι , καλά κρατεί . Ένα μπαλάκι που δεν τόλμησε κανείς να σφίξει στην χούφτα του και να πει συγγνώμη . Μια πολυπόθητη συγγνώμη. Μα τι να σου κάνει και η συγγνώμη . Τι συγγνώμη να πεις και ποιον να πρωτοκοιτάξεις , στα μάτια , στα μάτια που δακρυσμένα , κλαίνε πάνω από άψυχα κορμιά και απαιτούν δικαίωση . Οργή , οργή , οργή . Ο τίτλος του άρθρου δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα αυτό που αισθανόμαστε , αυτό που πνίγει τα πνευμόνια μας , αυτό που στερεύει την αναπνοή μας . Οργή και πάλι οργή . Οργή για τους νεκρούς συνανθρώπους μας , τους συμφοιτητές μας , τα αδέρφια μας , τους αγαπημένους μας , τους γνωστούς και τα ξαδέρφια μας . Οργή για τις εικόνες που η χώρα μας αντικρίζει , βαίνοντας “ αισίως” , όπως φαίνεται , στην μηχανή του χρόνου και ξυπνά το 1882 , χαιρετώντας την προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη να αναπτύξει σιδηροδρομικό δίκτυο . Στην προσπάθεια του ΝΑ αναπτύξει , θα λέγαμε . Γιατί ακόμα , στο ΝΑ παραμείναμε . Στο ΘΑ γίνει . Και πάνω σε όλα τα ΘΑ των κυβερνώντων , μηδενός εξαιρουμένου , σε όλα αυτά τα ΘΑ που κράτησαν την χώρα φτωχότερη τω πνεύματι , γκρεμίστηκαν όνειρα και ελπίδες αθώων . Αφαιρέθηκαν βάναυσα ζωές ανθρώπων σε ένα καθημερινό ταξίδι επιστροφής . Δεν αφαιρέθηκαν οι ζωές τους . Ας μου επιτραπεί η ένταση με την οποία γράφω. Ένας κόμπος στέκεται στο λαιμό μου και το οξυγόνο μειώνεται . Δολοφονήθηκαν .

Δολοφονήθηκαν , μια νύχτα του Φλεβάρη , με μια βαλίτσα όνειρα στο χέρι , καθώς επέβαιναν στην σιδηροδρομική γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Μια διαδρομή που πολλοί από εμάς έχουν κάνει επανειλημμένα , προκειμένου να επιστρέψουμε στο χώμα που μας γέννησε , στο χώμα που φοιτούμε . Δολοφονήθηκαν , στις 28 Φεβρουαρίου 2023 , 57 αθώες ψυχές . Και ω , αγαπημένε μας αναγνώστη , δεν πρόκειται για ατύχημα , αυτό να το επισημάνουμε . Δεν πρόκειται για μια ατυχία της ζωής , ένα παιχνίδι της μοίρας . Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι δυο τρένα που συγκρούστηκαν , ενώ βρίσκονταν στην ίδια σιδηροδρομική γραμμή για 12 (!) λεπτά . Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι το σύστημα τηλεδιοίκησης που χάλασε και δεν ξαναφτιάχτηκε ποτέ . Στέλνοντας στον δήμιο πρόβατα επί σφαγή , ψυχές γεμάτες καλοσύνη. Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι ο διορισμός ενός μη καταρτισμένου σταθμάρχη για μια τόσο σημαντική θέση . Ήταν έγκλημα . Είναι έγκλημα . Και έχουμε και τους πολιτικάντηδες να επιρρίπτουν ευθύνες , ο ένας στον άλλον , σαν να βρίσκονται σε αγώνες τένις . Εσύ τον διόρισες . Ναι αλλά εσύ τον άφησες να παραμείνει . Ναι αλλά στα χέρια σου κάηκαν ανθρώπινες ζωές στο Μάτι και έμειναν μόνο αποκαΐδια. Ναι αλλά εσύ- φ-τ-ά-ν-ε-ι . Απλά φτάνει . Στα χέρια μας έχουμε ακόμα το αίμα των νεκρών μας , στα μάτια μας ακόμα , σταλιά σταλιά , το δάκρυ μας κυλάει και θρέφει τον πόνο που μαχαιρώνει τα σωθικά μας και εσείς τολμάτε να παίζετε με την μπάλα των ευθυνών , αγέρωχοι , σαν να’στε σχολιαρόπαιδα ; Δεν ντρέπεστε ; Δεν έχετε ένα γραμμάριο ντροπής πάνω σας , να σιωπήσετε , να κάνετε ησυχία όταν οι νεκροί κοιμούνται ; Καμία πολιτική θέση . Καμία γαλάζια , κόκκινη και πράσινη σημαία . Καμιά πολιτική χροιά . Ούτε τους πράσινους , ούτε τους κόκκινους , ούτε τους Βένετους . Είναι όλοι υπεύθυνοι . Είμαστε όλοι υπεύθυνοι . Και βλέπουμε τις κλαίουσες στο Μαξίμου , να θρηνούν με κροκοδείλιο δάκρυ , σαν κακογραμμένο σενάριο του ελληνικού κινηματογράφου . Σαν σκηνοθετημένο πλάνο του Παντελή Βούλγαρη . Εμπαιγμός , Μια καθαρή κοροϊδία , που έχει τα χνάρια της στην αρχαία τραγωδία που γέννησε , στις ράγες της η Ελλάς. Για κείνους που θέλουν να τα πολιτικοποιούν όλα και ονειρεύονται ψήφους και πράσινα άλογα , με κομματική χαίτη . Καμία πολιτική θέση . Καμία γαλάζια , κόκκινη και πράσινη σημαία . Καμιά πολιτική χροιά . Ούτε τους πράσινους , ούτε τους κόκκινους , ούτε τους Βένετους . Είναι όλοι υπεύθυνοι . Είμαστε όλοι υπεύθυνοι .

Στην Ελλάδα του σήμερα , φοιτητές χάνουν την ζωή τους τόσο άδικα . Στην Ελλάδα του χθες δολοφονούνται ζευγάρια , οικογένειες , μοναχικοί ταξιδιώτες στο βωμό του κέρδους – παιδιά που ακούν το σφύριγμα του τρένου και χτυπάνε ρυθμικά τα μικρά χεράκια τους – στα μάτια τους φαίνεται η ευτυχία , ένα μεγάλο ερωτηματικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπο τους για το άγνωστο . Πως να κρυφτείς από τα παιδιά , άλλωστε ; Πως να τους κοιτάξεις κατάματα, με θράσος και να τους ξεστομίσεις πως δεν έκανες τίποτα για να αλλαχθεί , να ξηλωθεί τούτος ο κόσμος . Πολλά τα λόγια . Περισσότερα τα δάκρυα . Λίγες οι πράξεις . Να μην ξαναζήσουμε τέτοιες σκηνές . Οι τραγωδίες είναι για το σανίδι. Στην πραγματική ζωή , δεν μιλάμε για ηθοποιία , για δράματα της αρχαιότητας , καλογραμμένα σε χέρι Αισχύλου . Μιλάμε για εγκλήματα . Για δημόσια εγκλήματα . Πως το ‘λεγε ο στίχος να δεις ;Είμαι απ τη χώρα των δημοσίων εγκληματιών και των νεκρών μαθητών σε μια στροφή των Τεμπών. Όχι , δεν μας φταίνε τα Τέμπη , οι κοιλάδες , τα βουνά και τα χωράφια . Δεν θα ενοχοποιήσουμε φύση και ουρανό για τα δικά μας λάθη . Δεν είναι δική τους ευθύνη , όταν δύναται ο άνθρωπος να αποφύγει την επικινδυνότητα . Ας σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε αποδιοπομπαίους τράγους στην ζωή μας και ας αναλάβει ο καθείς και τα έργα του . Ο ποταμός της ανοχής ξεχείλισε και εμείς στεκόμαστε άοπλοι μπροστά του . Δεν μπήκαμε στον πειρασμό να χτίσουμε μια κιβωτό για να σωθούμε . Δεν προφτάσαμε να αρπάξουμε ένα σανίδι , να μην παλεύουμε με κύματα θεόρατα , οργισμένα. Και η σχεδία του πολυμήχανου Οδυσσέα δεν αρκεί για την μεταστροφή του ανθρώπινου γένους . Για την δική μας σωτηρία , η Καλυψώ δεν έχει απαντήσεις . Απόμερα στους βράχους στέκει και θρηνεί για τον χαμό ψυχών που τόσο άδικα χαθήκαν. Συγχωρέστε τον λυγμό που πνίγει τα στήθη μου , το ουρλιαχτό που αντηχεί στους τοίχους του διαμερίσματος . Δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου και ας μην ήμουν εγώ υπαίτιος με το κλειδί ή την ψήφο μου . Που δεν μπόρεσα να κάνω , έστω κάτι παραπάνω από αυτές τις λέξεις που παραθέτω . Δεν μπορεί να το συλλάβει το φτωχό και απαίδευτο μυαλό μου , πως άνθρωπος που μοιραστήκαμε τα ίδια θρανία , τις ίδιες φιλοδοξίες , τα όνειρα , τα γέλια με  τους συμφοιτητές μας , τις απογοητεύσεις πάνω σε μια κόλλα χαρτί , δεν είναι εδώ πια . Και η απουσία βαρύνει τα βλέφαρα και αποκοιμίζει γλυκά το πνεύμα , σε ένα ταξίδι πρόσκαιρης χαράς , βλέποντας τις ψυχές να ζωντανεύουν.

Σε εκείνους που έφυγαν , στα νέα αυτά παιδιά που βεβιασμένα εγκατέλειψαν νωρίς τον κόσμο μας και την αδικία που τον διαπνέει , στην Αναστασία , τον Κυπριανό, την Αφροδίτη και την Ελπίδα , τον Ντένις , την Αγάπη , στον Άγγελο και την Καλλιόπη , στην Θώμη και τον Νίκο , στην Κλαούντια και τον Παναγιώτη , στον Σπύρο και την Μαρία , τον Βάιο και σε όλα τα άτομα που βρισκόταν σε αυτό το μοιραίο τρένο . Συγγνώμη . Μια καθαρή και ειλικρινέστατη συγγνώμη . Που δεν σας προστατέψαμε . Που δεν φροντίσαμε να φτάσετε στον προορισμό σας , στους φίλους και στους γονείς σας . Συγγνώμη – δεν φτάνει μια συγγνώμη , πως να φτάσει μια συγγνώμη,  το γνωρίζουμε – πως να απαλύνει μια συγγνώμη τον πόνο της μανούλας που είπε στο παιδί της “στείλε όταν φτάσεις “ και εκείνο δεν έστειλε ποτέ . Γιατί κάποιοι δεν το άφησαν να στείλει . Σας υποσχόμαστε πως το έγκλημα αυτό δεν θα ξεχαστεί .Θα φροντίσουμε να μην σιωπήσουμε μπροστά στα λάθη και την εγκληματική αμέλεια , από τον πρώτο υπουργό μέχρι τον τελευταίο σταθμάρχη. Θα κινήσουμε Γη και θάλασσα , για να εκτελέσει η Δικαιοσύνη το έργο της . Για τα παιδιά αυτά που άφησαν τα όνειρα τους σε αιματοβαμμένες ράγες και ο θάνατος τους σκόρπισε θλίψη σε όλο το πανελλήνιο. Να τη η οργή , έρχεται πάλι . Την διακρίνω με την άκρη του ματιού μου , με σύννεφα ντυμένη και στάλες βροχής να στολίζουν ομοιόμορφα το πρόσωπο της , σκυθρωπή και λιγομίλητη . Με κοιτάει και γνέφει . Σκύβει και αφήνει λίγα λουλούδια , γονατίζει , προσεύχεται στον δικό της Θεό να αποδοθεί δικαιοσύνη . Η βροχή γύρω μας δυναμώνει . Τα αστέρια συγκλίνουν και οι αστραπές σκίζουν αδιάκοπα τον ουρανό στην μέση. Πενθεί η φύσις . Της προσφέρω την ομπρέλα μου , μα αρνείται . Ανοίγει τα χέρια της και αγκαλιάζει σφιχτά τα σώματα τους . Κλείνει ερμητικά στην χούφτα της,  τα χέρια τους και φιλά ευλαβικά τα μέτωπα τους . Με κοιτάει, με εκείνο το αδιαπέραστο , ακανόνιστο βλέμμα , που ξεσηκώνει τα πλήθη . Έρχεται σιμά μου και  αγγίζει απαλά τα ακροδάχτυλα μου . Η φωνή της τρεμοπαίζει , κερί που σιγολιώνει , με εκείνο τον παλμό που ξεσηκώνει τα πλήθη. Σκύβει στο αυτί και ψιθυρίζει  : “ Ήρθε η ώρα “ . 

Ήγγινεν η ώρα , λοιπόν , όπως προμηνύει η οργή στο παραπάνω απόσπασμα . Να ξεσηκωθεί ο λαός . Για το έγκλημα που συντελέστηκε στα Τέμπη , με την υπογραφή αόρατων δυνάμεων που παίζουν παιχνίδια στρατηγικής για μερικές ψήφους και σταθμαρχών που αγνοούν την αξία της ανθρώπινης ζωής . Ήρθε η ώρα . Να βγούμε στους δρόμους . Να φωνάξουμε , να υπερασπιστούμε . Αόπλως να διεκδικήσουμε το δίκαιο , με πανό και με συνθήματα . Με μόνο όπλο την δύναμη της ψυχής μας . Το χρωστάμε στην νέα γενιά που ευτυχώς μας δίνει το παράδειγμα και με γοργό βήμα ξεχύνεται στους δρόμους  φωνάζοντας, ενωμένοι για τους νεκρούς συνανθρώπους μας . Η νέα γενιά δεν σας συγχωρεί, κύριοι . Η νέα γενιά έχει ιδανικά . Δεν ξεπουλιέται , δεν εξαγοράζεται , δεν ξεχνά . Οι ελπίδες μας αναπτερώνονται , στην εικόνα  να πλημμυρίζουν τους δρόμους , ελεύθερα όντα που παλεύουν για αυτό το καλύτερο μέλλον που γράφουν στις γραμμές των τετραδίων τους , για αυτές τις ευχετήριες προτροπές που βρίσκονται στους επιλόγους των εκθέσεων τους . Αφήστε τα παιδιά να γράψουν τις σκέψεις τους και μην βαλσαμώνετε τα λόγια τους σε κελιά δικανικού λόγου και εντυπωσιακού λεξιλογίου . Εκείνα μας δείχνουν τον δρόμο  . Είναι η οδός ,που στις γωνιές της, γεννιέται κρυφά η ελπίδα . Βγείτε στους δρόμους . Για αυτούς που δεν μπορούν να αγκαλιάσουν σφιχτά τους αγαπημένους τους . Για τους εκείνους που δεν είναι πια εδώ μαζί μας . 28 Φεβρουαρίου , λίγο πριν τα μεσάνυχτα . Τα όνειρα διακόπτονται βίαια . Για σένα , που διαβάζεις τις φτωχές μου λέξεις . Μην το αφήσεις να περάσει. Μην το αφήσεις να ξεφύγει . Μην αφήνεις , τούτο το έγκλημα ατιμώρητο .

28 Φεβρουαρίου 2023 , ώρα 23:22

Ήταν έγκλημα

Αριάδνη Εμμανουηλίδου




Αν σας άρεσε το “Ντάμερ”, βρείτε ακόμα 6 σειρές στο Netflix με αληθινές ιστορίες και serial killers

H δραματοποιημένη σειρά “Τέρας: Η Ιστορία του Τζέφρι Ντάμερ” στο Netflix είναι μία γροθιά στο στομάχι, ακόμα και αν η αληθινή της ιστορία και γεγονότα είναι γνωστά σε πολλούς από εμάς, μέσα από βιβλία, άρθρα και ντοκιμαντέρ. Το “Τέρας” πραγματεύεται τη ζωή και τους φόνους του διαβόητου κατά συρροή δολοφόνου Τζέφρι Ντάμερ, που έδρασε στο κρύο Μιλγουόκι των ΗΠΑ μεταξύ 1978 με 1991, αφήνοντας πίσω του πόνο και 17 αθώα θύματα. Συγκλονιστικός ο ηθοποιός Έβαν Πίτερς που ενσαρκώνει στον Ντάμερ, δηλώνει ότι είναι “το πιο δύσκολο πράγματα που έχει κάνει μέχρι τώρα”, να μπει στο “πετσί” και μυαλό του δολοφόνου. 

Το “Τέρας: Η Ιστορία του Τζέφρι Ντάμερ” βρίσκεται από την πρώτη μέρα στο νούμερο 1 των προτιμήσεων των συνδρομητών του Netflix, όπως και στην Ελλάδα, σπάζοντας κάθε νέο ρεκόρ τηλεθέασης και ώρες προβολών παγκοσμίως, “ακουμπώντας” ακόμα και το “Stranger Things”. 

Αν σας άρεσε η σειρά, όπως και το ντοκιμαντέρ “Συζήτηση με έναν Δολοφόνο: Τζέφρι Ντάμερ” που μόλις άρχισε να προβάλλεται και όπου ακούμε τον ίδιο τον Ντάμερ να μιλάει για τους φόνους του, σας προτείνουμε άλλες 6 σειρές με serial killers για να καταδυθείτε σε έναν σκοτεινό τηλεοπτικό κόσμο, που φέρνει ανατριχίλες στη σκέψη ότι όλα αυτά είναι πραγματικά γεγονότα και αληθινές ιστορίες. 

Mindhunter 

Από τις καλύτερες σειρές της τελευταίες πενταετίας, το “Mindhunter” των Ντέιβιντ Φίντσερ και Τζον Πένχολ, μας άφησε “πεινασμένους” με δύο σεζόν (2017 και 2019) να ζητάμε και άλλες, μόνο που οι δημιουργοί δεν έχουν σκοπό να επιστρέψουν σύντομα με μία τρίτη. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, εποχή που οι serial killers γίνονταν ακόμα πιο “ορατοί”, λόγω και της ανόδου της τηλεόρασης και ό,τι έφερε αυτή (μαζικό ενδιαφέρον, αλλού υστερία). Στο “Mindhunter”, ανάμεσα στη μυθοπλασία και αληθινά γεγονότα, βλέπουμε δύο ντετέκτιβ του FBI να συνεργάζονται μαζί και να στήνουν μία μικρή ομάδα που θα προσπαθήσει να μπει βαθύτερα στο μυαλό των κατά συρροή δολοφόνων, να καταλάβει γιατί το κάνουν και πώς λειτουργούν. Θα πάρουν συνεντεύξεις από δολοφόνους που βρίσκονται στη φυλακή, οι περισσότεροι, καταδικασμένοι σε θάνατο, όπως οι ανατριχιαστικοί Εντ Κέμπερ και Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς, Ρίτσαρντ Σπεκ και Έλμερ Γουέιν Χένλεϊ, αλλά και ο Τσαρλς Μάνσον (μπορεί να μην σκότωσε κανέναν ο τελευταίος, αλλά οδήγησε τους δικούς του ανθρώπους, μέσα από τη χειραγώγηση, στη δολοφονία της ηθοποιού Σάρον Τέιτ και άλλων το 1969).

Συζήτηση με έναν Δολοφόνο: Τζον Γουέιν Γκέισι 

Δεν υπάρχει κάποιο μέτρο που δείχνει ποιος δολοφόνος είναι πιο σατανικός από τον άλλον ή έχει κάνει περισσότερο κακό. Όλο αυτό οδηγεί σε πολλά λάθος σημεία και βάζει τα αθώα θύματα σε δεύτερο πλάνο. Άλλο να εξετάζεις τι έφερε κάποιον στο σημείο να δολοφονεί και άλλο να γοητεύεσαι από τις πράξεις του, μέσα και από τη “μεγέθυνση” της μεγάλης ή μικρής οθόνης. Η περίπτωση του Τζον Γουέιν Γκέισι ή αλλιώς “Πόγκο, ο Κλόουν Δολοφόνος” είναι από τις πιο ανατριχιαστικές, μιας και έχουμε να κάνουμε με τον τυπικό “άνθρωπο της διπλανής πόρτας” που “δεν είχε δώσει δικαιώματα”: έναν οικογενειάρχη, με καλή δουλειά, κοντά στην εκκλησία, ενεργό στην πολιτική και… φιλάνθρωπο, ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του, μάλιστα, ντυνόταν κλόουν και διασκέδαζε τα παιδιά της γειτονιάς. Ένας από τους κύριους λόγους που κάποιοι φοβούνται την εικόνα των κλόουν. Υπολογίζεται ότι βίασε ή και σκότωσε 33 νεαρά αγόρια μεταξύ των ετών 1972 και 1978 όπου και συνελήφθη. Στο ντοκιμαντέρ 3 επεισοδίων, τον ακούμε μέσα από ακυκλοφόρητες κασέτες και πώς μέχρι και την τελευταία στιγμή προσπαθεί να στρέψει τις έρευνες αλλού. 

Συζήτηση με έναν Δολοφόνο: Τεντ Μπάντι

Άλλο ένα πολύ ενδιαφέρον μέρος της σειράς ντοκιμαντέρ “Συζήτηση με έναν Δολοφόνο”, αυτή τη φορά για τον πανούργο κατά συρροή δολοφόνο Τεντ Μπάντι που έβαζε μπροστά τη γοητεία του για να παρασύρει, στα μέσα της δεκαετίας του ’70 στις ΗΠΑ, φοιτήτριες νεαρές γυναίκες στον θάνατο. Δεν σταματούσε ακόμα και αν αυτές έμεναν στις φοιτητικές εστίες. Μέσα από πρόσφατες συνεντεύξεις, πλάνα αρχείου και αποκλειστικό οπτικοακουστικό υλικό, δύο δημοσιογράφοι προσπαθούν να καταγράψουν την ιστορία του, όπως την αφηγήθηκε ο ίδιος. Από τους πιο βίαιους και σαδιστικούς δολοφόνους γυναικών, αδύνατον να μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, δεν έμενε για καιρό σε μία πολιτεία, ταξίδευε με το αυτοκίνητό του και έσπερνε τον τρόμο από το Σιάτλ στα βορειοδυτικά μέχρι τη Φλόριντα στο Νότο. 

Night Stalker: Το Κυνήγι ενός Κατά Συρροή Δολοφόνου

O μανιακός δολοφόνος που για έναν ολόκληρο χρόνο ανάγκασε το Λος Άντζελες να κοιμάται με “κλειστά παράθυρα”. Έδρασε από τον Ιούνιο του 1984 μέχρι τον Αύγουστο του 1985, με ένα μπαράζ από βιασμούς και δολοφονίες, ένοπλες ληστείες σε σπίτια και ξυλοδαρμούς. Σε κάποια σπίτια, άφηνε και την υπογραφή του, μία πεντάλφα, τις περισσότερες φορές υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μεγάλωσε σε ένα βίαιο περιβάλλον και καταστραμμένο σπίτι στο Ελ Πάσο του Τέξας και από νεαρή ηλικία μπαινοέβγαινε στη φυλακή για υποθέσεις διαρρήξεων και ναρκωτικών. Το 1980, σε ηλικία 20 ετών, εγκαταλείπει το Ελ Πάσο και μετακινείται στο Λος Άντζελες, άστεγος και χωρίς δουλειά. Το “Night Stalker” είναι ένα σκληρό ντοκιμαντέρ τεσσάρων επεισοδίων που μας περιγράφει, μέσα από μαρτυρίες και οπτικοακουστικό υλικό, τη δράση του Ρίτσαρντ Ραμίρεζ και πώς έφτασαν οι αρχές στη σύλληψή του. 

Το Ερπετό

Αν δεν έχετε δει ακόμα το “Ερπετό”, καιρός να ανακαλύψετε τη δραματοποιημένη σειρά του Netflix, σχετικά με τον Γαλλοβιετναμέζο κατά συρροή δολοφόνο και απατεώνα Σαρλ Σομπράζ. Ο εν λόγω “κύριος” (εν ζωή ακόμα, ευτυχώς σε κάποια φυλακή στο Νεπάλ), μαζί με μία συνεργό-δόλωμα, πλησίαζε τουρίστες που έψαχναν κάτι το διαφορετικό στη Νότια Ασία τη δεκαετία του ’70, τον καιρό των hippies και των εναλλακτικών διαδρομών, τους λήστευε και τους σκότωνε. Ίσως περισσότερα από 20 τα θύματά του, με την αστυνομία να τον αναζητά για καιρό σε κάθε απίθανη γωνιά της Ευρώπης και της Ασίας, ο ίδιος να “λαδώνει” και να το σκάει από κελιά φυλακών και αργότερα να αποκτά ακόμα και celebrity status στο Παρίσι, μέχρι να ξανακάνει τα ίδια… Η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία. 

Οι Γιοι του Σαμ: Ο Δρόμος προς το Σκοτάδι

Άλλος ένα διαβόητος δολοφόνος που έδρασε στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και έχει περάσει -επαναλαμβάνουμε, λανθασμένα- στον πάνθεον της ποπ κουλτούρας, μέσα από ταινίες, σειρές, βιβλία και κόμικς. Όταν ένας δολοφόνος μετατρέπεται σε ήρωα ή αντιήρωα με το πέρασμα των δεκαετιών, κάτι δεν κάνουμε σωστά. Η αγαπημένη -και αρκετά υποτιμημένη- ταινία “Το Καλοκαίρι του Σαμ” (1999) του Σπάικ Λι είχε να κάνει με τον κατά συρροή δολοφόνο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς ή αλλιώς “ο Γιος του Σαμ”, από τις καλές αποτυπώσεις της ιστορίας και της εποχής. Στους “Γιους του Σαμ”, τη σειρά ντοκιμαντέρ του Netflix, ακολουθούμε, μέσα από αρχειακό υλικό, τον δημοσιογράφο Μόρι Τέρι που για 40 χρόνια ερευνούσε την υπόθεση και πίστευε ότι ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς δεν έδρασε μόνος του… 

Πηγή




Θα γίνω σκιά σου: Νέο βιβλίο για την Αγγελική Νικολούλη

Το νέο βιβλίο της Αγγελικής Νικολούλη είναι γεγονός. Μετά από τρία επιτυχημένα βιβλία,βασισμένα σε αληθινές υποθέσεις, έρχεται το τέταρτο να συμπληρώσει την συλλογή των εγκλημάτων που θάφτηκαν για λίγο στο σκοτάδι έως ότου φάνηκε το φως στο τούνελ.

Απο τον τίτλο του και μόνο υπόσχεται να βάλει τον αναγνώστη σε μια σειρά γεγονότων όπου η λογική προσπαθεί να ανταπεξέλθει έναντι του μυστηρίου και του ψέμματος ενω η αγάπη παλεύει με την εμμονή και τη ζήλεια. Μία νεαρή κοπέλα εξαφανίζεται μυστηριωδώς μετά απο συνάντηση με φίλους. Ένας άντρας-φάντασμα στη ζωή της, ένας καθηγητής κι ένας παιδικός φίλος είναι κάποια απο τα άτομα που εμπλέκονται ώστε να ξετυλιχτεί το κουβάρι της υπόθεσης. Ένα βιβλίο-μια υπόθεση που όσο εκπλήσσει τον αναγνώστη στην αρχή άλλο τόσο τον καθηλώνει με την εξιστόρηση των γεγονότων και το ανατρεπτικό του τέλος.

Με τον καυτό της όπως πάντα λόγο, δίνει πληροφορίες στον αναγνώστη οι οποίες δεν είχαν βγει στη δημοσιότητα κατά τη διάρκεια της υπόθεσης και τον ωθεί να σκεφτεί με τον τρόπο που η ίδια σκέφτεται και χειρίζεται τέτοιου είδους συμβάντα. Οι λάτρεις του αντικειμένου αυτής της φύσεως, καθώς και οι αστυνομικοί δημοσιογράφοι που ψάχνουν συνεχώς νέες τεχνικές ανακριτικών συνεντέυξεων σίγουρα θα πιάσουν τον εαυτό τους να εκπλήσσεται απο τις στρατηγικές της Αγγελικής Νικολούλη μπροστά σε αποτρόπαια εγκλήματα και στηγνούς δολοφόνους.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη όπως και τα προηγούμενα με τίτλους ” Ονειρεύτηκα τον δολοφόνο σου” (2012), ”Θάνατος με χείλη κόκκινα” (2013) και ” ‘Ερωτας φονιάς” (2016). Το 2018 κυκλοφόρησε επίσης και η τριλογία των παραπάνω με τίτλο ”Φως στο τούνελ”.




Η Νύχτα που Σκότωσα το Παιδί που μου Έκανε Bullying

Η ιστορία ενός 18χρονου που δολοφόνησε τον άνθρωπο για τον οποίο είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο VICE US, σε συνεργασία με το Marshall Project.

Τρέμω. Ουρλιάζω. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Σηκώνομαι έντρομος από το κρεβάτι και αμέσως με κλείνουν σιδερένιοι τοίχοι.

Μπροστά μου κάγκελα. Κάνω να τα φτάσω.

«Ας με βοηθήσει κάποιος».

Ακούω μια φωνή, αλλά δυσκολεύομαι να ανταποκριθώ.

«Είσαι ΟΚ, Jason. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Είναι απλώς ένα όνειρο».

Ξαφνικά, ξυπνάω σε ένα δωμάτιο περίπου στο μέγεθος ενός μεγάλου κρεβατιού, με μια μεγάλη μεταλλική πόρτα μπροστά μου που ανοίγει και κλείνει από ένα αόρατο χέρι. Το κρεβάτι μου είναι ένα κομμάτι μέταλλο, πάνω στο οποίο κάθεται ένα ψιλό πλαστικό στρώμα. Οι τοίχοι είναι βαμμένοι πράσινοι, με το χρώμα να σπάει μόνο από κάποιους λεκέδες που αγνοώ πώς δημιουργήθηκαν.

Είμαι ακόμα πολύ φοβισμένος για να κοιμηθώ, αλλά δεν θέλω να κοιτάω τους τοίχους του κελιού, οπότε καλύπτομαι με τα σκεπάσματα και προσπαθώ να αποκοιμηθώ. Προτιμώ έναν εφιάλτη, παρά αυτό το μέρος.

Πριν από τέσσερις ώρες, η μεταλλική πόρτα έκλεισε πίσω μου, όπως ακριβώς κάθε μέρα εδώ και 18 χρόνια. Αλλά ύστερα από τόσο καιρό, ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω αυτό τον ήχο. Μου θυμίζει το πώς κατέληξα εδώ.

Ήταν Ιούλιος του 1997. Ήμουν 18 ετών, ζούσα στο Sunset Park του Brooklyn και είχα λευκό ποινικό μητρώο. Είχα έναν πατριό ο οποίος είχε σοβαρό πρόβλημα με την κόκα και το ποτό. Και μόνο που ήξερα ότι θα γύριζε σπίτι, φοβόμουν.

Αν έβλεπα τηλεόραση όταν ήθελε να δει εκείνος, μου τραβούσε χαστούκι, με έπνιγε, με γρονθοκοπούσε στο στομάχι με τόση δύναμη που με άφηνε στο πάτωμα πασχίζοντας να αναπνεύσω. Αν δεν μπορούσα να τελειώσω το φαγητό μου, έχωνε το υπόλοιπο φαγητό μου στο πρόσωπό μου και με έβαζε να κάθομαι γονατιστός σε μια γωνία, γυμνός, με το πρόσωπό μου κολλημένο στον τοίχο. Με έβαζε να επαναλαμβάνω: «Παραδέχομαι το λάθος μου. Συγγνώμη, κύριε».

Ο πατριός μου δεν μου προσέφερε δώρα ή στοργή για να κατευνάσει τις ενοχές του, όπως κάνουν κάποια άτομα με τέτοιες συμπεριφορές. Αντ’ αυτού, με έβαζε να κάνω πράγματα για να ικανοποιηθεί σεξουαλικά.

Κάθε στιγμή σεξουαλικής κακοποίησης, με έκανε να νιώθω πως η ζωή μου δεν ήταν δική μου.

Άρχισα να κάνω χρήση ναρκωτικών για να μουδιάζω και, δύο χρόνια πριν πάω φυλακή, γνώρισα ένα παιδί που το έλεγαν Steven ή αλλιώς Drama.

Όταν ο Steven άρχιζε να μου χώνεται, να με εκφοβίζει επειδή ήμουν αδύνατος ή να με βρίζει γι’ αυτά που φορούσα, δεν αμυνόμουν. Είχα μάθει να αντιμετωπίζω την κακοποίηση με σιωπή, άσχετα με το πόση οργή ένιωθα. Με αποκαλούσε δειλό και απειλούσε ότι θα μου στραπατσάρει τη μούρη αν έστω τον κοιτούσα περίεργα. Μου έκλεβε χρήματα, με χαστούκιζε, μου πετούσε πέτρες, με έδερνε με έναν μεταλλικό σωλήνα˙ οτιδήποτε μπορούσε να κάνει για να αποδείξει πόσο εύκολα μπορούσε να μου επιβληθεί. Όσο τον παρακαλούσα να με αφήσει ήσυχο τόσο χειρότερα γίνονταν τα πράγματα. Καθώς περνούσαν οι μήνες, προσπάθησα να τον αποφεύγω αράζοντας σε άλλο τετράγωνο, αλλά εκείνος με αναζητούσε.

Ξεκίνησα να πάσχω από κατάθλιψη. Νιώθοντας να με πνίγει η παράνοια, σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Να κρεμαστώ, να κόψω τις φλέβες μου, να βουτήξω από μια γέφυρα. Κατέληξα ότι ήθελα να βάλω ένα όπλο στο στόμα μου και να τραβήξω τη σκανδάλη.

Τη βραδιά που σκόπευα να αυτοκτονήσω, επικοινώνησα με δύο φίλους μου – ο ένας θα έπαιρνε αλκοόλ και ο άλλος θα έφερνε χόρτο. Μου είπαν ότι θα έρχονταν στις 20.00.

Η μητέρα μου ήταν μισοκοιμισμένη από την ηρωίνη όταν μπήκα στο δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα της και άρχισα να ψάχνω τα ρούχα της μέχρι που βρήκα ένα ξύλινο κουτί. Μέσα σε αυτό ήταν το ίδιο όπλο με το οποίο με απειλούσε ο πατριός μου για να μην του αντιμιλάω και να μην πω σε κανέναν για τα περιστατικά κακοποίησης.

Έκλεισα το κουτί και στάθηκα για μια στιγμή. Το άνοιξα ξανά, πήρα το όπλο και το έβαλα στην τσέπη μου. Ένιωθα το βάρος του στο πόδι μου.

Όταν έφτασαν ο Miguel και ο Israel, πήγαμε στην κάβα, όπου ο Israel αγόρασε μισό γαλόνι Bacardi. Μετά, μας άφησε στο κοντινό πάρκο και πήγε να τελειώσει τη βάρδιά του ως ταξιτζής*. Πριν καλά-καλά το καταλάβω, είχα σχεδόν τελειώσει το μπουκάλι. Από εκεί και πέρα αρχίσαμε να καπνίζουμε τσιγάρα.

Άρχισα να σκέφτομαι την αδερφή μου, τη Lenamarie, που πάντα έπλενε και σιδέρωνε τα ρούχα μου και σιγουρευόταν ότι έτρωγα ένα πιάτο φαΐ το βράδυ. Μου έλεγε ιστορίες πριν κοιμηθώ. Προσπαθούσε ακόμα και να με προστατέψει από τον πατριό μου, αλλά αυτός απλώς τη χαστούκιζε και την απειλούσε. Ήθελα να της πω πόσο την αγαπούσα και να την ευχαριστήσω. Ίσως και να ήθελα να την αποχαιρετήσω.

Όταν έφτασα στο σπίτι της, κατάλαβε πόσο μεθυσμένος ήμουν και απαίτησε να μείνω εκεί τη νύχτα. Με το που πήγε στο μπάνιο, έφυγα.

Οι σκέψεις περί αυτοκτονίας με έπνιγαν.

Εγώ και ο Miguel βρήκαμε ξανά τον Israel και τους είπα να με αφήσουν στο πάρκο. Σταματήσαμε αρχικά σε ένα ψιλικατζίδικο για να πάρουμε μπίρα και τσιγάρα.

Βγήκα από το αυτοκίνητο για να πάρω λίγο αέρα. Το μυαλό μου στριφογυρνούσε από το ποτό και το χόρτο.

Καθώς άρχισα να κοιτάω τα πράγματα γύρω μου, παρατήρησα γνώριμα πρόσωπα από την παιδική μου ηλικία. Τέρατα ολόγυρά μου. Ήμουν έντρομος. Τότε ήταν που διέκρινα ένα πλάσμα που ήταν σαν υβρίδιο ανάμεσα στον πατριό μου και τον Steven, το οποίο άρχισε να με γρονθοκοπεί και να με κλοτσά. Τα πρόσωπα άλλαζαν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου και άκουγα το αίμα να πλημμυρίζει το κρανίο μου.

Έβγαλα το όπλο και έκλεισα τα μάτια μου. Θυμάμαι έναν δυνατό ήχο, ένα «ποπ», ένας ήχος που με στοιχειώνει μέχρι και σήμερα.

Άνοιξα τα μάτια μου περιμένοντας σχεδόν να δω την ψυχή μου να φεύγει για τα ουράνια. Αντί γι’ αυτό, είδα κάποιον να κείτεται στο χώμα.

Καθώς κάθομαι σε αυτό το στενό σκοτεινό κελί χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ, με στοιχειώνουν όλα αυτά που με έφεραν εδώ και δεν μπορώ παρά να με μισώ γι’ αυτό που έκανα. Επειδή έγινα κι εγώ τέρας.

Σκέφτομαι τον Steven και το γεγονός παραμένει: με εκφόβιζε. Αλλά τον σκότωσα. Σήμερα, σκέφτομαι ότι ίσως κι αυτός είχε κάποιον γονιό που τον κακοποιούσε. Ίσως κάποιος έκανε κακό και σε εκείνον και γι’ αυτό ξεσπούσε πάνω μου. Δεν ξέρω.

Αλλά πλέον έχω σπάσει. Όσο κι αν θέλω να ξυπνήσω από αυτό τον εφιάλτη, η μεταλλική πόρτα που κλείνει μου θυμίζει ότι όλα αυτά είναι πραγματικά.

*Σημείωση: O__Israel δεν συμφωνεί με την περιγραφή του συντάκτη. Υποστήριξε πως δεν ήταν φίλος ούτε με τον Rodriguez ούτε με τον Miguel προτού τους μαζέψει από τον τόπο του εγκλήματος και πως ο Rodriguez τον απήγαγε και του έκλεψε τον ασύρματο από το αυτοκίνητο μετά τον φόνο.

Ο Jason__Rodriguez__, 37 ετών, κρατείται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα Shawangunk στο Wallkill της Νέας Υόρκης, όπου εκτίει ποινή 37,5 ετών για φόνο δευτέρου βαθμού τον οποίο διέπραξε σε ηλικία 18 ετών. Καταδικάστηκε επίσης για κατοχή όπλου και για κλοπή. Ο Rodriguez υποστηρίζει πως δεν διέπραξε το τελευταίο έγκλημα.

Πηγή