Η δύναμη των εικόνων

Οι εικόνες και τα σύμβολα αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης επικοινωνίας, συνδέοντας πολιτισμούς και εποχές μέσα από ένα κοινό γλωσσικό και νοηματικό πλέγμα. Η σημειωτική, ως η επιστήμη της μελέτης των σημείων και των συμβόλων, προσφέρει ένα θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της πολύπλευρης σημασίας που αποδίδουν διαφορετικοί πολιτισμοί στα ίδια ή παρόμοια σύμβολα. Η πολυδιάστατη φύση της εικόνας και της συμβολικής της διάστασης αποκαλύπτει τις πολιτισμικές προδιαθέσεις, τις αξίες και τις κοινωνικές δομές που τα διαμορφώνουν.

Η θεωρία του Ferdinand de Saussure, θεμελιωτή της σύγχρονης σημειωτικής, ορίζει το σημείο ως τη συσχέτιση μεταξύ του σημαινόμενου (έννοιας) και του σημαίνοντος -ηχητική ή οπτική μορφή- (Saussure, 1983). Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Roland Barthes (1977), τα σύμβολα δεν είναι ποτέ ουδέτερα· η σημασία τους μεταβάλλεται ανάλογα με το κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο. Έτσι, μια εικόνα που σε έναν πολιτισμό συμβολίζει γονιμότητα, μπορεί σε έναν άλλο να θεωρείται ταμπού ή να έχει διαφορετικές συνδηλώσεις.

Στον ελληνικό πολιτισμό, ειδικότερα, το φίδι αποτελεί σύμβολο αναγέννησης και θεραπείας, με εμφανή την παρουσία του στο ραβδί του Ασκληπιού, εν αντιθέσει με άλλους πολιτισμούς όπου το φίδι συμβολίζει τον κίνδυνο ή το κακό (Eco, 1976). Αντίστοιχα, το χρώμα λευκό συνδέεται στη Δύση με την αγνότητα και την ειρήνη, ενώ σε ορισμένες ασιατικές κουλτούρες, όπως στην Κίνα, σχετίζεται με το πένθος και το θάνατο (Hall, 1997).

Η διαπολιτισμική σημειωτική ανάλυση επιτρέπει την αποκωδικοποίηση αυτών των συμβόλων με σεβασμό στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αποφεύγοντας γενικεύσεις και στερεότυπα. Η χρήση συμβόλων στη διαφήμιση ή στα μέσα ενημέρωσης απαιτεί κατανόηση των σημειωτικών διαφορών για να επιτευχθεί η επιθυμητή επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα (Chandler, 2017).

Η δύναμη των εικόνων έγκειται, επομένως, στην ικανότητά τους να μεταφέρουν σύνθετα νοήματα με άμεσο και συχνά συναισθηματικό τρόπο. Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπου η επικοινωνία μεταξύ πολιτισμών είναι καθημερινή, η σημειωτική των συμβόλων αναδεικνύεται σε εργαλείο γεφύρωσης πολιτισμικών διαφορών και ενίσχυσης του διαλόγου.

Η σημειωτική των εικόνων και των συμβόλων σε διαφορετικούς πολιτισμούς αποκαλύπτει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ μορφής και νοήματος, δείχνοντας πώς η ανθρώπινη σκέψη και η πολιτισμική ταυτότητα διαμορφώνουν την ερμηνεία του κόσμου.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Barthes, R. (1977). Image, Music, Text. Hill and Wang.
  • Chandler, D. (2017). Semiotics: The Basics (3rd ed.). Routledge.
  • Eco, U. (1976). A Theory of Semiotics. Indiana University Press.
  • Hall, E. T. (1997). The Hidden Dimension. Anchor Books.
  • Saussure, F. de. (1983). Course in General Linguistics (R. Harris, Trans.). Duckworth. (Original work published 1916)



Λόγος και Ομιλία – Saussure

Ο Ελβετός γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure, προσέγγισε τη γλώσσα ως ένα «σύστημα σημείων τα οποία εκφράζουν ιδέες» και υποστήριξε ότι το σύστημα αυτό μπορεί να χωριστεί σε δύο βασικά μέρη: το λόγο (langue), ο οποίος αποτελεί το αυθαίρετο σύστημα συμβόλων που έχουν υιοθετήσει και αφομοιώσει τα μέλη μιας δεδομένης γλωσσικής κοινότητας, και την ομιλία (parole), δηλαδή η εξωτερίκευση του συστήματος αυτού από το άτομο.

Αξίωσε επίσης ότι η γλωσσολογία ασχολείται με την ιστορία των γλωσσών, και με τις κοινωνικές ή πολιτισμικές επιρροές που σχηματίζουν την εξέλιξη της γλώσσας. Θεμελίωσε τη διάκριση μορφής – ύλης στη γλώσσα, αξιώνοντας ότι «η γλώσσα είναι μορφή, όχι ύλη».

Ως ύλη, εννοεί το διπλό σύνολο στοιχείων που έχει στη διάθεσή του ο ομιλητής, των φωνητικών και εννοιολογικών στοιχείων. Η ύλη θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια άμορφη εύπλαστη μάζα η οποία μπορεί να πάρει το σχήμα που επιθυμεί αυτός που την έχει και επεξεργάζεται. Η συγκεκριμένη έκφραση που μπορεί να πάρει η μάζα αυτή, αποτελεί τη μορφή, δηλαδή συγκεκριμένη αυτόνομη δομή κι όχι απλώς ύλη.

Η διάκριση μεταξύ λόγου και ομιλίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για την επιστήμη της γλωσσολογίας επειδή επισήμανε την ανάγκη να μελετηθεί επιστημονικά τόσο η γλώσσα ως εσωτερικό σύστημα όσο και ως εφαρμογή αυτού του συστήματος κατά άτομα.

Ένα γλωσσικό σύστημα είναι εκ φύσεως αφηρημένο κοινωνικό φαινόμενο ή θεσμό, το οποίο λαμβάνει υπόσταση μέσω της γλωσσικής συμπεριφοράς των μελών της γλωσσικής κοινότητας.

Συνεπώς, αντιλαμβάνεται τη γλωσσολογία ιδιαίτερα κοντά στην κοινωνιολογία και την κοινωνική γλωσσολογία. Με τις έννοιες που εισήγαγε έδωσε νέα πνοή στην επιστήμη της γλωσσολογίας και άνοιξε νέους ορίζοντες μελέτης για την επιστήμη και υπήρξε ο ιδρυτής της επιστήμης της σημειολογίας, με τον ορισμό που έδωσε στην γλώσσα, ως ένα σύστημα σημείων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Προφητεία Saussure

Σύμφωνα με τον Saussure, οι όροι της γλώσσας οργανώνονται σε δύο αντιτιθέμενες σφαίρες, άξονες, τον συνταγματικό και τον παραδειγματικό:

  • Συνταγματικός άξονας:
    «στο συνεχή λόγο, οι λέξεις συνάπτουν μεταξύ τους, λόγω της αλυσιδωτής σύνδεσής τους, σχέσεις που στηρίζονται στον γραμμικό χαρακτήρα της γλώσσας. Τα στοιχεία αυτά παρατάσσονται το ένα ύστερα από το άλλο πάνω στην αλυσίδα της ομιλίας. Οι συνδυασμοί αυτοί που έχουν ως στήριγμα την έκταση μπορούν να ονομαστούν συντάγματα. Το σύνταγμα λοιπόν αποτελείται πάντοτε από δύο ή περισσότερες μονάδες διαδοχικές» (Saussure, 1979: 162).
    Παραδείγματα: «Ο Θεός είναι πανάγαθος», «η ανθρώπινη ζωή».
  • Παραδειγματικός άξονας:
    Εκτός του συνεχούς λόγου, δημιουργούνται αντίστοιχες συνδέσεις/ομαδοποιήσεις λέξεων που δεν βασίζονται στην έκταση, αλλά στον νοητικό συνειρμό: «Μια λέξη, οιαδήποτε, μπορεί πάντοτε να φέρει στη μνήμη κάθε τι που επιδέχεται να συνδεθεί μαζί της με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο» (Saussure, 1979: 165). Ο παραδειγματικός άξονας επιστρατεύει τον ανεξάντλητο θησαυρό με τον οποίο η γλώσσα προμηθεύει τη συνείδηση και το ασυνείδητο του καθενός από μας.
  • Η «προφητεία» του Σωσύρ

    «Μπορούμε λοιπόν να εννοήσουμε μια επιστήμη που μελετάει τη ζωή των σημείων μέσα στην κοινωνική ζωή ονομάζεται Σημειολογία, που πληροφορεί από τι συνίστανται τα σημεία και ποιοι νόμοι τα διέπουν. Η Γλωσσολογία δεν αποτελεί παρά ένα μέρος της γενικής αυτής επιστήμης και οι νόμοι που θα ανακαλύψει η σημειολογία θα μπορούν να εφαρμοστούν στη γλωσσολογία» (Saussure, 1979: 46). Συνεπώς, τα δομικά συστήματα, όπως το γλωσσικό, ενυπάρχουν και σε άλλα κοινωνικά φαινόμενα.

    Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η «προφητεία» του Saussure επιβεβαιώνεται στην κοινωνική ανθρωπολογία, στη θεωρία της λογοτεχνίας, τη φιλοσοφία και ευρύτερα στις κοινωνικές επιστήμες.

    Κατερίνα Συμφέρη
    Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




    Γλώσσα και ομιλία

    Γλώσσα (langue)

    1. Κοινωνική πλευρά του λόγου.
    2. Ουσιαστικό, δομικό στοιχείο του λόγου που αρθρώνεται ως σύστημα.
    3. Καθορισμένο αντικείμενο που μπορεί να μελετηθεί, καθώς αποτυπώνεται υλικά.

    Ομιλία (parole)

    1. Ατομική χρήση της γλώσσας, «ατομική πράξη θέλησης και νοημοσύνης».
    2. Συγκυριακό, συμπτωματικό στοιχείο του λόγου.
    3. Δε συστηματοποιείται ώστε να μπορεί να μελετηθεί εύκολα.

    Χαρακτηριστικά της γλώσσας

    Είναι το κοινωνικό μέρος του λόγου, που δεν μπορεί από μόνο του ούτε να το δημιουργήσει, ούτε να το τροποποιήσει». Σύμφωνα με τον Saussure αποτελεί μια κοινωνική και ιστορική σύμβαση που δεσμεύει όλους τους ανθρώπους.

    Η γλώσσα μπορεί να μελετηθεί σε διάκριση από την ομιλία. Για παράδειγμα, μη «νεκρή» γλώσσα, μπορεί να μελετηθεί. Επιπλέον, είναι ένα ομοιογενές σύστημα σημείων σε αντίθεση με την ομιλία που είναι ετερογενής. Ωστόσο, οι δύο διαπλέκονται διαρκώς. Αν και αποτελεί «αφηρημένο» σύστημα, καθίσταται συγκεκριμένη και «χειροπιαστή», δηλαδή αποτυπώνεται υλικά και παγιώνεται μέσω της γραφής.

    Η δομή της γλώσσας

    Βασικές μονάδες/στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η δομή της γλώσσας είναι τα σημεία: κάθε σημείο αποτελεί ένωση μιας ιδέας (σημαινόμενο) και μιας ακουστικής εικόνας (σημαίνον), καθώς και ένωση της μορφής μιας λέξης και του περιεχομένου της. Η δομή αποτελεί σύστημα σχέσεων μεταξύ σημείων.

    Κατερίνα Συμφέρη
    Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




    Γλωσσολογία –Saussure

    Αν κάποιος μπορεί να ονομαστεί ιδρυτής της σύγχρονης γλωσσολογίας, αυτός είναι ο σπουδαίος Ελβετός μελετητής Ferdinand de Saussure, που γεννήθηκε το 1857 στη Γενεύη.

    Μεταπηδά στη γλωσσολογία από τις θετικές επιστήμες. Αρχίζει μια επιτυχημένη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι και το 1891 επιστρέφει στην Ελβετία. Προοδευτικά έθεσε υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη γλωσσολογία. Το πανεπιστήμιο του αναθέτει να αναπληρώσει έναν άλλο καθηγητή για τα «Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας» και πεθαίνει το 1913, σε ηλικία 56 ετών.

    Εξέδωσαν κάποιοι φοιτητές τα «Μαθήματα» με βάση τις σημειώσεις τους, και ο Saussure έγινε προοδευτικά στοχαστής μεγάλου κύρους. Η έκδοση του έργου το 1916 σηματοδοτεί μια επανάσταση στο χώρο της επιστημονικής γλωσσολογίας, καθώς την μεταβάλλει από ιστορική σε συστηματική επιστήμη, αντικαθιστώντας την ατομική θεώρηση από μια καθολική. Θέτει τα θεμέλια της σύγχρονης γλωσσολογίας.

    Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάζει και άλλες επιστήμες μέσω της επικέντρωσής του στη σημασία των δομών, την κοινωνική ανθρωπολογία και την πολιτική θεωρία/επιστήμη.

    Ο ίδιος φαίνεται να έχει αυτοσυνείδηση αυτής της καινοτομίας, καθώς το μάθημα ξεκινά από τον εξαρχής ορισμό του αντικειμένου της γλωσσολογικής επιστήμης: «ποιο είναι το πλήρες και ταυτόχρονα το συγκεκριμένο αντικείμενο της γλωσσικής επιστήμης; Το ερώτημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο».

    Ο Saussure διαχωρίζει την γλώσσα και την ομιλία. Η προσπάθειά του είναι να εντοπίσει το μέρος του λόγου που είναι δομικό, που εντοπίζεται έξω από το άτομο και το δεσμεύει ως προϊόν ιστορικής, κοινωνικής συμφωνίας. Ουσιαστικά, αντικείμενο της γλωσσολογίας είναι η γλώσσα ως σύστημα/ως δομή.

    Κατερίνα Συμφέρη
    Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ