1

Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού γενικής αγωγής

Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι εκπαιδευτικοί εκτός από καλοί δάσκαλοι οφείλουν να είναι και καλοί σύμβουλοι και εμψυχωτές. Ο συμβουλευτικός τους ρόλος αποβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών των μαθητών με απώτερο στόχο της αυτοπραγμάτωσή τους.

Οι διαστάσεις που λαμβάνει αφορούν τη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη τους, την καλλιέργεια δεξιοτήτων και ικανοτήτων, την υποστήριξή τους στην επιλογή της επαγγελματικής τους καριέρας μέσω του επαγγελματικού προσανατολισμού, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη δασκαλο-μαθητική και διαμαθητική αλληλεπίδραση.

Ωστόσο, η συμβουλευτική διάσταση του ρόλου του εκπαιδευτικού είναι παραμελημένη και συνήθως ασκείται περιστασιακά στο περιθώριο των άλλων δραστηριοτήτων του. Βέβαια, ο ρόλος αυτός ασκείται σε καθημερινή βάση από τον εκπαιδευτικό με έμμεσο τρόπο, γι’ αυτό και είναι σημαντική η εκπαίδευσή του σε σχετικές δεξιότητες και η κατοχή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, προκειμένου να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ρόλου. Στην επιστημονική κοινότητα έχουν διατυπωθεί απόψεις υπέρ και κατά της συμβουλευτικής δράσης του εκπαιδευτικού.

Οι εκπαιδευτικοί Γενικής Αγωγής μπορούν να υιοθετήσουν τις αρχές της Συμβουλευτικής σε τρία επίπεδα:

  • στο πρώτο επίπεδο αποκτούν συμβουλευτικές δεξιότητες 
  • στο δεύτερο επίπεδο δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη του σχολείου ως μία «κοινότητα που νοιάζεται»
  • στο τρίτο επίπεδο πραγματοποιείται πρώιμη παρέμβαση και διασύνδεση με άλλες πηγές

Ο εκπαιδευτικός αποτελεί το πλέον βασικό πρόσωπο στη σχολική ζωή του μαθητή: η ίδια η θέση του εκπαιδευτικού του παρέχει το πλεονέκτημα να επικοινωνεί καθημερινά με τους μαθητές του. Ο εκπαιδευτικός είναι για τον μαθητή ο «σημαντικός τρίτος». Η καθημερινή εξοικείωση μαζί τους του προσφέρει ευνοϊκές προοπτικές να μπορεί αν ερμηνεύει ακόμα και τους μορφασμούς του προσώπου τους, τις κινήσεις του σώματός τους, αλλά και να αντιλαμβάνεται τα πράγματα ή και τις καταστάσεις που τους προξενούν δυσανασχέτηση. Αν ο εκπαιδευτικός αξιοποιήσει σωστά το πλεονέκτημα αυτό, θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να βοηθήσει τους μαθητές του, μέσω μιας γνήσιας παιδαγωγικής-συμβουλευτικής σχέσης.

Σύμφωνα με τον νόμο 1566/85, το σχολείο καλείται να συμβάλλει στην αρμονική και ολόπλευρη ανάπτυξη, εξέλιξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου: οι σκοποί και οι επιδιώξεις της συμβουλευτικής ταυτίζονται με αυτές του σχολείου, εφόσον σκοπός της συμβουλευτικής είναι να βοηθήσει το άτομο να εξασφαλίσει τέτοιο βαθμό αυτογνωσίας και αυτοελέγχου, ώστε να εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα, η οποία θα είναι σε θέση να ελέγχει την πορεία της στη ζωή μέσω της δικής της βούλησης, να προγραμματίζει τις ενέργειές της, να αναζητεί και να εξερευνά τις δικές της ανάγκες και τα δικά της συναισθήματα, να εντοπίζει τις αδυναμίες της, να τις αποδέχεται και να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Συμβουλευτικός ρόλος εκπαιδευτικού ΕΑΕ

Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής προκύπτει χάρη σε μία σειρά παραγόντων στον χώρο της ειδικής αγωγής, όπως οι προσπάθειες για τη σχολική και κοινωνική ένταξη των μαθητών με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και το ενδιαφέρον για την ψυχική τους υγεία. Αφενός, στοχεύει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, των δεξιοτήτων και ικανοτήτων των ατόμων αυτών, ώστε να επιτευχθεί η σχολική και κοινωνική ένταξη, η επαγγελματική τους κατάρτιση και η ισότιμη κοινωνική τους εξέλιξη. Αφετέρου, είναι να αποκτήσουν αυτονομία, να ενταχθούν λειτουργικά στην κοινωνία, να αναπτύξουν διαπροσωπικές σχέσεις και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και να καλλιεργήσουν το αυτοσυναίσθημά τους.

Το συμβουλευτικό έργο του ειδικού παιδαγωγού διευρύνεται στους γονείς, τον διευθυντή, το προσωπικό του σχολείου (συνάδελφοι γενικής αγωγής, ειδικό βοηθητικό και επιστημονικό προσωπικό) και όλους τους φορείς που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία με βασικές διαστάσεις τη συνεργασία, τη στήριξη και την ενημέρωση. Ως προς τους γονείς, η συμβολή τους, η συναίνεση και η συμμετοχή τους είναι καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η θεώρηση της σχέσης ως ισότιμης και η επιδίωξη της ενεργητικής τους συμμετοχής σε όλη τη διαδικασία αποφεύγοντας να περιορίζονται σε παθητικό ρόλο ή να θεωρούνται απλοί βοηθοί. Ο εκπαιδευτικός-σύμβουλος οφείλει να επενδύσει σε μια αμφίδρομη επικοινωνία, στην οικοδόμηση ενός κλίματος εμπιστοσύνης, ασφάλειας και αποδοχής, με γνήσιο ενδιαφέρον και επαγγελματισμό. Οι εκπαιδευτικοί ενημερώνουν τους γονείς και αυτοί με τη σειρά τους τους εκπαιδευτικούς για τις ανάγκες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί.

Στη βάση αυτή της ανταλλαγής πληροφοριών, ο σύμβουλος οφείλει να κατευθύνει τους γονείς στον τρόπο αντιμετώπισης των αναγκών και των δυσκολιών τους, ενώ δεν αποκλείεται να χρειαστεί να τους παραπέμψει σε κάποιον ειδικό. Η συμβουλευτική των γονέων μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως συγκεντρώσεις στο σχολείο, ομάδες γονέων ή και επισκέψεις εκπαιδευτικών στο σπίτι. Ως προς τον διευθυντή, ο σύμβουλος – ειδικός παιδαγωγός λειτουργεί συμβουλευτικά για τον σχεδιασμό του ωρολογίου προγράμματος, την προμήθεια εκπαιδευτικού υλικού και για ζητήματα προσωπικού. Ως προς το προσωπικό του σχολείου, παρέχεται συμβουλευτική υποστήριξη για την ευαισθητοποίηση και τη διαχείριση προβλημάτων μάθησης και συμπεριφοράς των μαθητών και παρουσίαση ειδικών εκπαιδευτικών μέσων και παροχή ειδικών εκπαιδευτικών μέτρων.

Τέλος, ως προς τους φορείς, είναι σημαντική η διασύνδεση των κοινωνικών και ψυχολογικών υπηρεσιών και της κοινωνίας, εν γένει, με τη σχολική κοινότητα και ο σχεδιασμός και εφαρμογή δράσεων για την προετοιμασία του κοινωνικού πλαισίου για ένα «Σχολείο για Όλους». Η σημερινή τάση κινείται προς μια συνεργατική πρακτική μεταξύ γενικών και ειδικών παιδαγωγών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εκπαιδευτικός και διαπολιτισμικότητα

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι εξαιρετικά σημαντικός όχι μόνο για την εκπαιδευτική πράξη και την διδαχή του εκάστοτε γνωστικού αντικειμένου, αλλά έτι περισσότερο για την ηθική διαπαιδαγώγηση των μαθητών του.

Έτσι, ο εκπαιδευτικός οφείλει να διαποτίζεται με πολλές ικανότητες: να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος σχετικά με την αρχική του εκπαίδευση, να φέρει δηλαδή εκπαιδευτική κατάρτιση, και να είναι στοχαζόμενος επαγγελματίας. Επιπλέον, να έχει την ικανότητα να εφαρμόζει όλες εκείνες τις τροποποιήσεις στο πρόγραμμα σπουδών επί πρακτέου, κάτι που συνακόλουθα τον καθιστά ικανό να αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μαθητών του, όπως διαμορφώνονται με βάση το  πολιτισμικό τους κεφάλαιο και να διαλευκάνει την πολιτισμική τους ταυτότητα, τη διαφορετικότητα και να τη «μετουσιώσει» σε πράξη.

Ακόμη, ο εκπαιδευτικός οφείλει να συμβάλει στην αξιοποίηση των διαφορετικών ταυτοτήτων, ως πηγές μάθησης για τους υπολοίπους και έτσι να μην κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους μαθητές, αλλά απεναντίας να έχει υψηλές προσδοκίες για όλους τους και να καλλιεργεί τόσο τις δημοκρατικές αξίες, όσο και συμπεριφορές. Συνεπώς, να αποκτά ανάλογες στάσεις, με προϋπόθεση ότι είναι γνώστης της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πραγματικότητας συλλήβδην.

Κλείνοντας, είναι ύψιστης σημασίας ο εκπαιδευτικός να είναι πρώτιστα παιδαγωγός και άνθρωπος και να κυμαίνεται θετικά προς άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες, ώστε να είναι σε θέση και ικανός να εφαρμόζει στρατηγικές για την εξάλειψη ρατσισμού και προκαταλήψεων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Θεατρικό Παιχνίδι -Κουρετζής

Σύμφωνα με τον Κουρετζή, τον πρώτο άνθρωπο που δημιούργησε και καθιέρωσε μια δομημένη μέθοδο στην Ελλάδα, το Θεατρικό Παιχνίδι αποτελεί ένα μέσο απελευθέρωσης και ενεργοποίησης της φαντασίας του παιδιού, της καλλιέργειας, της επικοινωνίας και κατανόησης των ανθρώπινων σχέσεων. Συνάμα, αποτελεί ένα δυναμικό παιδαγωγικό εργαλείο στα χέρια κάθε ενημερωμένου και ευαίσθητου εκπαιδευτικού-εμψυχωτή.

Μέσα από το Θεατρικό Παιχνίδι το παιδί προσεγγίζει το θεατρικό φαινόμενο και δια μέσου της συνάντησης τόσο του παιχνιδιού, όσο και του θεάτρου μυείται σε αυτό, δημιουργεί, εκφράζεται, αποκτώντας θεατρική αίσθηση και παιδεία. Είναι ένα «δημιουργικό συμβάν» που παρέχει άμεση ικανοποίηση.

Ακόμα, οδηγεί το παιδί στην δημιουργία και την πρόκληση, στο μοίρασμα και την σύνθεση κοινών εμπειριών, συναισθημάτων και σκέψεων με κοινό άξονα το θέατρο. Η διαδικασία αυτή το διευκολύνει να επικοινωνήσει με τον κόσμο των κειμένων, να βιώσει το περιεχόμενό τους μέσα από δραστηριότητες και ως εκ τούτου να καλλιεργήσει την γραπτή και προφορική του έκφραση.

Φυσικά, το Θεατρικό Παιχνίδι χρησιμοποιεί ποικίλες τεχνικές ανάπτυξης και επεξεργασίας, αυτοσχεδιασμούς, σωματική έκφραση, κύρια κωμικά στοιχεία, εκμετάλλευση του τυχαίου, δημιουργία περιβάλλοντος δράσης, οπτικοακουστικά ερεθίσματα, παντομίμα, αποστασιοποίηση. Συνεπώς, στηρίζεται και λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα: το αισθητικό και το παιδευτικό, το ψυχολογικό και το κοινωνικό. Τέλος, δομείται και εξελίσσεται σε τέσσερις φάσεις: την απελευθέρωση (συγκρότηση και ευαισθητοποίηση ομάδας μέσω της αισθησιοκινητικής δράσης), τον σκηνικό αυτοσχεδιασμό (παρουσίαση θεατρικού δρώμενου και σύνθεση), την αναπαραγωγή (ανάπτυξη θεμάτων και παιχνίδια ρόλων), και την ανάλυση (συζήτηση, εικαστική αναπαράσταση, συγγραφή κειμένου).

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Τεχνική Jigsaw

Με την εφαρμογή της τεχνικής Jigsaw (στρατηγική παζλ ή εργασία σε ομάδες ειδημόνων), νοείται μια στρατηγική συνεργατικής μάθησης, μια διαπολιτισμική πρακτική διδασκαλίας, στην οποία δια μέσω ποικίλων διερευνητικών δραστηριοτήτων προελαύνει η ανάπτυξη της ανοχής και της ενσυναίσθησης.

Εν συνεχεία, προβάλλεται το σκεπτικό της διδακτικής προσέγγισης. Επιπλέον, περιγράφονται τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, το γνωστικό αντικείμενο και οι δραστηριότητες που εκτελούν οι μαθητές, καθώς και παρουσιάζεται η αποτίμηση και η αξιολόγηση της εφαρμογής.

Υφίστανται δυο τύποι ομάδας. Αφενός, η ομάδα βάσης, όπου κάθε μέλος της αναλαμβάνει να μελετήσει έναν επιμέρους τομέα, και αφετέρου η εξειδικευμένη ομάδα, που απαρτίζεται από τους μαθητές των αρχικών ομάδων, έναν από κάθε ομάδα ως εκπρόσωπος. Αρχικά, οι ομάδες αποκτούν και καταθέτουν γνώσεις στο εκάστοτε γνωστικό αντικείμενο, και έπειτα μελετούν από κοινού την εξειδικευμένη γνώση. Εφεξής, επιστρέφουν στις αρχικές τους ομάδες, ώστε να ανταλλάξουν την αποκτηθείσα γνώση παρέχοντας, έτσι, την ευκαιρία να γνωρίσει η ολομέλεια της τάξης όλες τις πτυχές του μαθησιακού αντικειμένου.

Η προαναφερθείσα διαδικασία λαμβάνει χώρα σε μια σειρά βημάτων:

Βήμα 1ο:
Αφού συλλεχθεί το υλικό από τους εκπαιδευτικούς, αποπειράται -εν συντομία- η διάκριση των διαστάσεων και των επιμέρους θεμάτων του ζητήματος. Ο απώτερος σκοπός έγκειται στον προβληματισμό των μαθητών και στην επαφή τους με το κατάλληλο λεξιλόγιο και τις στρατηγικές προσέγγισης του κειμένου.

Βήμα 2ο:
Χωρίζονται οι μαθητές σε μικρότερες ομάδες και μοιράζονται τα προς μελέτη θέματα, με πανταχού παρουσία του εκάστοτε εκπαιδευτικού για την επικείμενη στήριξη ανάλογα με τις ανάγκες και τη δυσκολία του θέματος. Κατόπιν, σχηματίζεται ο δεύτερος τύπος ομάδας, η «εξειδικευμένη», με έναν εκπρόσωπο από κάθε μια.

Βήμα 3ο:
Τα μέλη της ομάδας αυτής συνδιαλέγονται, πιθανώς και να αναζητήσουν επιπλέον στοιχεία μέσω βιβλιοθήκης, διαδικτύου, εγκυκλοπαίδειας.

Βήμα 4ο:
Αναδιοργανώνεται η τάξη προκειμένου οι εκπρόσωποι αυτοί να επιστρέψουν στις αρχικές ομάδες για να μεταφέρουν τις γνώσεις που αποκόμισαν στα υπόλοιπα μέλη.

Βήμα 5ο:
Οι εκπαιδευτικοί βοηθούν τους μαθητές να συνθέσουν την παρουσίασή τους, και μετά μέσα από ερωτήσεις οδηγούν τη σχετική συζήτηση στην ολομέλεια βάση του εκάστοτε θέματος.

Συμφέρη Αικατερίνη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ