Ιδεολογική κριτική στις ιδέες του μοντερνισμού ασκούν όλοι όσοι βρίσκουν τους εαυτούς τους να καταπιέζονται, να περιθωριοποιούνται ή να μην ακούγονται στον κόσμο του νεωτεριστικού. Άλλωστε, στον τελευταίο επικρατεί η μονοφωνία της εξουσίας για το ποια είναι η Αλήθεια, η μονοφωνία της κυρίαρχης κουλτούρας του μοντερνισμού, τί είναι καλό και τί κακό, τί είναι σωστό και τί λάθος, τί είναι φυσιολογικό και τί μη.
Οποιαδήποτε κυρίαρχη ιδεολογική θεώρηση του κόσμου ενέχει υπόρρητες αξίες, συμφέροντα και στόχους. Συνεπώς, μια τέτοια θεώρηση την διέπουν και την καθοδηγούν τα συγκεκριμένα υφιστάμενα προαναφερθέντα. Σε αυτό το σημείο κρίνεται αναγκαίο να τονιστεί ότι ο στόχος της κριτικής δεν αποβλέπει στην υποτίμηση ή στον μηδενισμό της αξίας της επιστημονικής γνώσης αλλά έτι περισσότερο στην απομάκρυνση από την ιδέα ότι η επιστημονική γνώση είναι ουδέτερη αξιών και κινείται προς την Αλήθεια.
Απόρροια των άνωθεν στάθηκε η ανάδυση ενός συνεχιζόμενου διαλόγου, ο οποίος συνέβαλε στην ανάπτυξη των βασικών θεωρήσεων του κοινωνικού κονστρουξιονισμού, του οποίου οι ιδέες -περί κοινωνικής κατασκευής του πραγματικού- οδηγούν στην συνύπαρξη περισσότερο των διαφορετικών θεωρήσεων. Ακόμη, προωθεί την περιέργεια για κατανόηση άλλων παραδοχών και την απομάκρυνση από αγώνες για την επικράτηση της μιας σωστής ιδέας. Σύμφωνα με τον Gergen στο βιβλίο Θεραπευτικές Πραγματικότητες, «δεν υπάρχουν λέξεις με νόημα χωρίς συνέπειες». Συνακόλουθα, η ιδέα της κοινωνικής κατασκευής της πραγματικότητας αμφισβητεί το δικαίωμα οποιασδήποτε θεώρησης να διεκδικεί την απόλυτη εξουσία της αλήθειας.
Gergen, 2016.
Επιπρόσθετα, η θεώρησή του ανάγει δρόμους για τη συνδημιουργία καινοφανών τρόπων κατανόησης, θεωρήσεων ως προς το σχετίζεσθαι, μορφών ζωής και ύπαρξης, που αποβλέπουν στη χρησιμότητα ή τις συνέπειες μιας συγκεκριμένης θεώρησης παρά την αλήθεια.
…και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο και συνάμα πιο αναζωογονητικό απ’ την αστάθεια. Ξημερώνει νύχτα και βραδιάζει φως, γι’ αυτους-για μας, που δε μας δόθηκε ποτέ τίποτα με σιγουριά και βεβαιότητα. Κι αν μας δόθηκε, σα σκοινί, έπρεπε με το ζόρι να το τραβήξουμε, γιατί δε θέλανε να μας το δώσουνε με τίποτα.
Και πώς νιώθεις όταν ζεις κάτι τέτοιο ; Εξουθενωμένος και περήφανος.Κάθε μέρα υποχρεούσαι να αποδεικνύεσαι σε εσένα τον ίδιο, να μένεις αμετάβλητος σε όποιο χτύπημα κι αν δεχθείς, όχι γιατί είσαι βράχος αλύγιστος ή εκλεκτός ανάμεσα σε θνητούς, αλλά γιατί δεν έχεις την πολυτέλεια να χρονοτριβείς με λύπες και δάκρυα κι ας σου προσάπτεται ο τίτλος του ιταμού.
Έτσι, αν ανοίξεις την οθόνη του τηλεφώνου σου, θα δεις ένα μήνυμα, ένα mail, κάτι, ανατρεπτικό ως προς εκείνο που ίσχυε την τελευταία φορά που το άνοιξες.Και θα χαμογελάσεις σιωπηλά.Όλα αλλάζουν. Όλα, εκτός από εσένα.Η λέξη κλειδί είναι το “εκεί”.Εκεί. Εκεί…εκεί. Συνέχεια εκεί. Πάντα εκεί.Ψυχή αγέρωχη κι αγέραστη.Ο αμετάβλητος.Και σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται και αλλοτριώνεται διαρκώς, πόσο τιμητικός αυτός ο τίτλος…!
Και “δεν πειράζει”.Πολλά, άπειρα “δεν πειράζει”.Πόσο σε γαλούχησαν τούτα τα δεν πειράζει και πόσο τα έθρεψες κι εσύ με την καρδιά σου.Μα, αλήθεια: δεν πειράζει.Τι να σου φταίει, τι να μας φταίει,στον κόσμο που όλο αλλάζει ; Μονάχα εμείς, που δεν αλλάξαμε ποτέ.Κι ας μας φταίμε για την ειλικρίνειά μας κι ας μας τρομάζει η αλήθεια μας.
Όταν θα πέσει η νύχτα, πριν κλείσουνε τα μάτια κουρασμένα, αφότου όλη τη μέρα είδαν περιστροφές-περίστροφα να βλέπουν κατά πάνω τους, στο τέλος κοιμήθηκαν γλυκά.
Αναπτυξιακή ψυχολογία -Trevarthen
Στο πεδίο της αναπτυξιακής ψυχολογίας οι πραγματοποιηθείσες έρευνες δείχνουν ότι τα μωρά από τη γέννηση τους αφενός ανταποκρίνονται ενεργά στην επικοινωνία και αφετέρου την προκαλούν. Σύμφωνα με τον Trevarthen, μοιάζει να έχουν μια εγγενή ικανότητα όσον αφορά τη δημιουργία διαλογικών σχέσεων, διότι συντονίζουν τις δράσεις τους με τον ενήλικα με έναν ρυθμικό τρόπο, κάτι που αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη του νου. Αυτή η ρυθμική σύνδεση αποτελείται αφενός από νοητικές δραστηριότητες και κινήσεις του σώματος, οι οποίες ενυπάρχουν στις συζητήσεις και στη κοινωνική γνωστική λειτουργία.
Μεταξύ των αναπτυξιακών ερευνητών, λόγου χάρη Trevarthen και Maurice Merleau-Ponty, οι ανθρώπινες υπάρξεις βρίσκονται μόνιμα σε συντονισμό με κάτι ή κάποιον και αυτό πραγματοποιείται μέσω του σώματος. «Οι άνθρωποι είναι σώματα». Συνεπώς, τίθεται το σώμα στο επίκεντρο της διαλογικής κατανόησης και του συντονισμού. Αυτό βιώνει, αναστοχάζεται, αναζητά το νόημα. Έτσι, τοποθετείται σε μια κεντρική θέση και κάθε αίσθηση χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία η οποία ενυπάρχει σε κάθε σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους.
Η ίδια αίσθηση δύναται να αποτελέσει πηγή διαφορετικών αντιλήψεων κάτι που αναδεικνύει τον ενεργητικό και διαλεκτικό χαρακτήρα της αντίληψης. Όπως προκύπτει, η αντίληψη πραγματοποιείται μέσω του σώματος και βασίζεται στην αντίληψη του σώματος ως προς το περιβάλλον και το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται, κατά τους Stoknes και Wara.
Μερικές φορές οι γλώσσες το έχουν αυτό: με την πάροδο των χρόνων, με την καθημερινή χρήση και τριβή, συχνά συγχέουν τις έννοιες. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό ή απαραίτητα καλό, απλώς είναι ντε φάκτο, ισχύει. Μερικές φορές. Και μερικές φορές το κάνουν δικαιωματικά, μερικές φορές το κάνουν γραμματολογικά και κανείς δεν μπορεί να τους πει το αντίθετο, καθότι η συγχώνευση/σύγχυση αυτή είναι φυσικό επόμενο. Εγώ έχω ανακαλύψει μία τέτοια συγχώνευση , που είναι ολόσωστη γλωσσικά και ενώνει τις δύο λέξεις-έννοιες, ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, χωρίς όμως να υφίσταται αυτή η ταύτιση καθολικά. Δε με πιάνετε. Δεν πειράζει.
Είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οικογένεια=συγγενείς. Και είναι κλισέ το να πούμε ότι “την οικογένεια δεν τη διαλέγεις, τους φίλους όμως ναι”. Και επαλαμβάνω ότι η ταύτιση αυτή, γλωσσολογικά, είναι απόλυτα αποδεκτή. Όμως δεν είναι νοηματικά. Όχι πάντα. Όχι παντού. Και είναι μπόλικες οι φορές που το αίμα που κυλά μέσα στις φλέβες μας μεταγγίζεται και αναμειγνύεται με αίμα ξενικό, μέσω της ψυχής. Και στην ψυχή δεν καίγεται καρφάκι για ίδιο αίμα, ίδιο επώνυμο, γενεαλογικά δέντρα και τα συναφή.
Και γιατί να της καίγεται άλλωστε ; Γιατί να δοξάζει και να σέβεται αυτομάτως έναν κατά τύχη δοσμένο τίτλο, ο οποίος δεν έχει απαραίτητα κερδηθεί, ο οποίος απλούστατα παραδόθηκε και η σχέση πάτησε αυτομάτως πάνω του ; Τους κατέκτησα όμως όλους εκείνους που μπορώ πια αναμφίβολα να τους αποκαλώ “οικογένειά” μου και δεν έχουμε ούτε στάλα ίδιου αίματος στις φλέβες μας. Τους κατέκτησα και με κατέκτησαν.
Είδα και γνώρισα ανθρώπους δίχως συγγενείς, γεμάτους από οικογένεια. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους σε πληροφορώ, εαυτέ μου, πως η έννοια τούτη ηχεί χίλιες φορές πιο δυνατά στην καρδιά τους απ’ το μεγαλύτερο σόι. Είναι που αυτή η έννοια είναι αέναη, είναι άπειρη, όπως η έννοια της αγάπης και του έρωτα και του Θεού κι εμείς επιλέξαμε να την ορίσουμε μονάχα λεξιλογικά, μα είναι αδύνατον. Είναι αδύνατον στον κόσμο να καταφέρεις να χωρέσεις όλα αυτά που θα χωρέσει μια οικογένεια. Και όχι, σε καμία περίπτωση όλα αυτά δε θα χωρέσουν στην έννοια “συγγενείς” ή στην έννοια “σόι”.
Ίσως οικογένεια να είναι ένα σύμπλεγμα ανθρώπων με συγχρονισμένο τον παλμό της ψυχής τους. Ίσως να είναι εκείνοι που όταν η ψυχή του ενός βροντοφωνάζει από το άλγος, από ευτυχία, από σθένος, από οργή, τότε οι άλλες-ακόμη κι άθελά τους-ειδοποιούνται και ακολουθούν. Ίσως οικογένεια να είναι κάτι ακόμη πιο μονολεκτικό: τρέξιμο. Ίσως οικογένεια να είναι μια φράση: δεν έχω επιλογή. Δεν έχω επιλογή να μην τρέξω.
Όπως ένα παιδί. Άφαντο. Χαμένο απ’ το φως, κινούμενο στα ζοφερά σοκάκια της καρδιάς του-σπάνια βγαίνει έξω. Κι όμως, όταν το φως πέφτει επάνω μου και ξεγυμνώνομαι, τρέχει να με σκεπάσει.
Ίσως οικογένεια να έπρεπε να είμαστε όλοι μαζί. Ίσως οικογένεια να είναι η πιο λιτή και συνάμα η πιο φουσκωμένη από νόημα και χρόνια και ζωή περιγραφή ενός ατόμου. Κι όλοι έχουμε κάποιον που όταν έρθει η ώρα να τον περιγράψουμε θα πούμε απλώς: οικογένεια.
Εξαιρετικά αφιερωμένο.
Δεκαπενταύγουστος στα νησιά
Με αφορμή την αυριανή ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, «του Πάσχα του καλοκαιριού», της ημέρας-ύμνου στην Παναγία με δεήσεις και ικεσίες πιστών, εκατοντάδες είναι τα «Θεοτοκωνύμια», δηλαδή οι ονομασίες και χαρακτηρισμοί που απέδωσε ο λαός στην Παναγία σε διάφορες εκκλησίες ανά την Ελλάδα.
Τήνος – Η Παναγία Βρέθηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1823, και «με την υπόδειξη της Παναγίας στη μοναχή Πελαγία», στην ιστορική Μονή της «Κυράς των Αγγέλων», στο Κεχροβούνι, η εικόνα της Παναγίας της Τήνου. Δεκατρία χρόνια μετά με Βασιλικό Διάταγμα, καθιερώθηκε ο εορτασμός Της στην Τήνο να είναι οκταήμερος και διαρκώντας έως τα «εννιάμερα της Θεοτόκου», στις 23 Αυγούστου, όπου μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, κατάνυξης και σεβασμού, ψάλλονται ύμνοι και εγκώμια. Η μεγαλύτερη απόδειξη της άρρηκτης σχέσης του ελληνισμού με την Ορθοδοξία αποτελεί ο δρόμος που οδηγεί από το λιμάνι στο ναό του Ευαγγελισμού με χιλιάδες πιστούς να τον διανύουν γονυπετείς ως τάμα. Παράλληλα με την εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τιμώνται κι αυτοί που χάθηκαν, όταν οι Ιταλοί τορπίλισαν και βούλιαξαν την «Έλλη» μέσα στο λιμάνι του νησιού ανήμερα της Παναγιάς το 1940.
Τήνος – Η Παναγία
Λέσβος– Η Παναγία Αγιασώτισσα Στην Αγιάσο, την ενδοχώρα της Λέσβου, η ομώνυμη εικόνα είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά, πλασμένη με κερί και μαστίχα. Αρκετοί από τους προσκυνητές, με αφετηρία την πόλη της Μυτιλήνης, περιδιαβαίνουν 25 χιλιόμετρα για να φθάσουν στον αυλόγυρο της εκκλησίας, όπου και διανυκτερεύουν. Την ημέρα της εορτής, ύστερα από τη λειτουργία, πραγματοποιείται η περιφορά της εικόνας γύρω από το ναό, ενώ οι εορταστικές εκδηλώσεις φθάνουν στο απόγειό τους με μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις στην πλατεία του χωριού.
Λέσβος – Η Παναγία Αγιασώτισσα
Κεφαλονιά – Η «Οφιούσα» Ο ναός της Κοιμήσεως βρίσκεται στη νότια Κεφαλονιά, κοντά στο χωριό Μαρκόπουλο. Ήδη από τη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα, στις 6 Αυγούστου, εμφανίζονται εντός και εκτός του ναού μικρά φίδια έως και σήμερα. Είναι τα λεγόμενα «φίδια της Παναγίας». Κατά την παράδοση, ακριβώς εκεί υπήρχε ένα παλιό μοναστήρι της Παναγιάς, μεγάλο και πλούσιο. Όταν δέχτηκε επίθεση από πειρατές, οι καλόγριες για να μην πέσουν στα χέρια τους παρακάλεσαν την Παναγία να τις κάνει πουλιά, ή φίδια. Έτσι, ως ιερά πλέον φίδια, επιστρέφουν και όσο περνούν οι μέρες πληθαίνουν με αποκορύφωμα την παραμονή της Κοιμήσεως. Σημαίνουσας σημασίας είναι εκείνη η παράδοση που υποστηρίζει πως αν κάποια χρονιά τα φίδια δεν παρουσιασθούν, είναι κακό σημάδι, όπως συνέβη το 1940 από την εισβολή των Ιταλών και το 1953, όταν το νησί δοκιμάσθηκε από τους σεισμούς.
Κεφαλονιά – Η «Οφιούσα»
Κάρπαθος – Η Παναγία της Ολύμπου Διαφέρει ο εορτασμός στην Όλυμπο της Καρπάθου με τις λειτουργίες να είναι βαθιά συνδεδεμένες με το πένθος που χαρακτηρίζει τη μέρα αυτή και το ζενίθ του παραδοσιακού εορτασμού να είναι ο χορός μπροστά της εκκλησίας της Παναγίας στη μικρή πλατεία με τους οργανοπαίκτες να παίζουν τον Κάτω Χορό αργά με σταθερό βήμα και κατανυκτική διάθεση.
Κάρπαθος – Η Παναγία της Ολύμπου
Πάρος – Η Παναγία της Εκατονταπυλιανής Στην Παροικία της Πάρου βρίσκεται ο ναός «Καταπολιανή» και «Εκατονταπυλιανή». Σύμφωνα με την παράδοση, φέρει ενενήντα εννέα φανερές πόρτες, ενώ η εκατοστή είναι κλειστή και μη φανερή. Θα ανοίξει μονάχα όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη. Οι αναφορές για την ίδρυση της Εκκλησίας είναι αφενός ότι όταν η Αγία Ελένη πήγαινε στην Παλαιστίνη για να βρει τον Τίμιο Σταυρό, έφτασε στην Πάρο και προσευχήθηκε σε έναν μικρό ναό που βρίσκονταν στη θέση της Εκατονταπυλιανής. Έκανε τάμα ότι αν τον βρει, θα χτίσει στη θέση αυτή έναν μεγάλο ναό. Η προσευχή της εισακούστηκε και έτσι τον ανήγειρε. Και αφετέρου ότι το τάμα αυτό ολοκληρώθηκε από τον γιο της, Άγιο Κωνσταντίνο, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, καθώς η ίδια δεν πρόλαβε.
Πάρος – Η Παναγία της Εκατονταπυλιανής
Κουφονήσια – Με τα καΐκια στην Παναγιά Στο Κάτω Κουφονήσι, τη μέρα του Δεκαπενταύγουστου, μετά τη λειτουργία προσφέρεται φαγητό από τους κατοίκους και κατόπιν μεταφέρονται με τα καΐκια που κάνουν αγώνες για το ποιος θα περάσει τον άλλο στο Πάνω Κουφονήσι.
Κουφονήσια – Με τα καΐκια στην Παναγιά
Πάτμος – Ο επιτάφιος της Παναγίας Οι μοναχοί τηρούν το έθιμο του επιταφίου της Παναγίας στο νησί της Αποκάλυψης, ένα έθιμο με βυζαντινές καταβολές. Ο χρυσοποίκιλτος επιτάφιός Της περιφέρεται στα σοκάκια του νησιού σε μεγαλοπρεπή πομπή, ενώ οι καμπάνες ηχούν ασταμάτητα σε όλο το νησί.
Πάτμος – Ο επιτάφιος της Παναγίας
Άνδρος – Η Παναγία Φανερωμένη Το Κάστρο Της είναι από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία στην περιοχή του Κορθίου, διότι υλοποιείται μεγάλο πανηγύρι στην Παναγία τη Φανερωμένη.
Δεν φταίω εγώ, δεν φταις εσύ, μπορεί να φταίει το νησί… Το ακούσαμε, το αγαπήσαμε, το χορέψαμε, το ζήσαμε! Αγάπες του καύσωνα, των διακοπών, του νησιού, της ποτισμένης νύχτας με μπόλικο αλκοόλ, του χορού, των παιχνιδιών.
Μακριά από την τυποποιημένη καθημερινότητα, μακριά από τα πρέπει, τις νόρμες, αφήνουμε το μυαλό να χαλαρώσει το σώμα να ευχαριστηθεί και όλα αυτά υπό το φως των άστρων. Φτάνει να μην πιστέψουμε πως οι ψευδαισθήσεις μπορούν να μεταφερθούν, στην καθημερινή ζωή. Σίγουρα οι διακοπές δημιουργούν πληθώρα σκέψεων, τύπου, δεν ζω όπως μου αξίζει, μπορώ να προσέχω το σώμα μου κι όμως δεν το κάνω, πρέπει να αλλάξω τρόπο ζωής δικαιούμαι περισσότερη διασκέδαση και πολλές παρόμοιες.
Μέσα σε αυτές αν εμπλακεί κι ένας έρωτας που θα βιαστείς να βαφτίσεις, μεγάλη αγάπη, μπορεί να ντύσει με χρυσόχαρτο τις ημέρες και νύχτες του καλοκαιριού, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, τα πρωτοβρόχια απογυμνώνουν το παραμύθι. Αν λοιπόν σου τύχει, ναι να το ζήσεις κι αν θες, στον υπερθετικό βαθμό. Μη βάλεις όμως στο μυαλό σου ότι αυτή η ιστορία μπορεί να κρατήσει για πάντα, μην προσπαθείς να το βάλεις σε κουτάκια, οι καλοκαιρινές αγάπες, δεν χωράνε σ΄ αυτά.
Και μην προσπαθήσεις να βαφτίσεις κανέναν βάτραχο πρίγκηπα, μπορεί με την πτώση της θερμοκρασίας να φερθεί σαν βατραχάκι και να το σκάσει για να ξεχειμωνιάσει στην ήσυχη λιμνούλα του, με την κυρία βατραχίνα φυσικά. Διότι η βέρα δεν είναι απαραίτητο αξεσουάρ των διακοπών, γι αυτούς που έχουν περάσει τα σκαλιά της εκκλησίας – δημαρχείου, γενικά γι αυτούς που θέλουν λίγη περιπέτεια, αλλά, και το σιδερωμένο πουκάμισο και το φαγητό στη κατσαρόλα.
Απέφυγε λοιπόν να επενδύσεις , πριν ο θησαυρός σου πασπαλιστεί με άνθρακα και είναι έτοιμος να εξατμιστεί, όπως η βροχή στο ζεστό καλοκαιρινό χώμα. Αγάπες καλοκαιρινές, που σε ταξιδεύουν με πανιά γαλάζια και σε τυλίγουν σε συννεφάκια αυταπάτης; Όχι πάντα, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που κάνουν τον κανόνα να ισχύει.
Απέφυγε να σκέφτεσαι το μέλλον, απόλαυσε το παρόν, σίγουρα θα τροφοδοτήσει πολλές συζητήσεις με τον καφέ στο χέρι, μπροστά στο τζάκι. Σκέψου πόσα γέλια θα κάνεις με την κολλητή σου, όταν της λες πως πίστευες ότι θα κρατήσει για πάντα. Ή όταν της λες πως περίμενες να ήταν λιγάκι πιο ευγενικός και να μην χαθεί, δύο μέρες αφότου τελείωσαν οι διακοπές.
Δημιούργησε αναμνήσεις, αλλά έχε στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, ότι οι καλοκαιρινές αγάπες σε πάνε στον παράδεισο, αλλά παραμένουν ευαίσθητες στις χαμηλές θερμοκρασίες και αποφεύγουν να συνοδεύουν τα χριστουγεννιάτικα στολίδια.
Φαινομενολογία της Ενσώματης Διάστασης -Maurice Merleau Ponty
Ο Maurice Merleau-Ponty ανέπτυξε μια κριτική ενάντια στην καρτεσιανή δυτικότροπη θεώρηση, που διαχωρίζει σώμα-ψυχή, από τη σκοπιά της σωματικής ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Κατά αυτόν, η πρόσληψη του κόσμου απαιτεί την επανασύνδεση του υποκειμένου με την πολλαπλότητα του κόσμου. Προτείνει, έτσι, έναν νέο τρόπο ανάλυσης, την υπαρξιακή, που «ξεπερνά τα κλασσικά διαζεύγματα μεταξύ εμπειρισμού και νοησιαρχίας, εξήγησης και αναστοχασμού» και καταφεύγει στα ίδια τα πράγματα, στη φύση της ύπαρξης.
Προτάσσει το φαινόμενο «σώμα», ως το σύστημα εκείνο που είναι ανοιχτό και συνδεόμενο με τον κόσμο, ως το μέσο για την πρόσληψή του. Αποτελεί, δηλαδή την αφετηρία στον, και προς τον κόσμο, τον τόπο, όπου διασταυρώνονται «πλήθος από αιτιότητες», η κοινή ύφανση που διαπλέκει όλα τα αντικείμενα, και αναδύεται η αντίληψη. Η αντίληψη ανάγεται στο βαθμό που το σώμα έχει «συμπεριφορές», κατανοεί και νοηματοδοτεί τον κόσμο. Το σώμα βιώνει, αναστοχάζεται, αναζητά νόημα, δρα.
The world is nothing but ‘world-as-meaning – Maurice Merleau-Ponty
Ακόμη, ο κόσμος και το υποκείμενο αποτελούν ένα σύστημα. «Ο κόσμος είναι αδιαχώριστος από το υποκείμενο, αλλά από ένα υποκείμενο που δεν είναι τίποτε άλλο από σχέδιο και πρόταγμα του κόσμου, και το υποκείμενο είναι αδιαχώριστο». Το προαναφερθέν λαμβάνει χώρα σε ένα προ-γλωσσικό, προ-συνειδητό επίπεδο. Εκεί, επιτυγχάνεται η πρωταρχική συνάντηση με τον «άλλον», τον έτερο. Η φιλοσοφική αυτή θεώρηση παρέχει το φαινομενολογικό θεμέλιο της διυποκειμενικότητας προκρίνοντας το σωματικό επίπεδο, η οποία είναι κυρίως διασωματικότητα και το σημείο αφετηρίας για άλλες μορφές της.
Ο Maurice Merleau-Ponty προτείνει ένα διαλογικό μοντέλο κατανόησης, όπου η αντίληψη βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με το σύνολο του σώματος, σε σχέση με τη δημιουργία νοήματος, σε μια διαλογική «σκέψη της σάρκας». Τοποθετεί την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα πλέγμα συνδέσεων και δικτύων με άλλους, όπου το εγώ τοποθετείται στο πλαίσιο της διυποκειμενικότητας ως σώμα και αντίληψη. Η γνώση είναι σώμα, η σκέψη είναι σώμα και αυτά δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η διαλογική δημιουργία νοήματος δεν περιορίζεται στη γλώσσα, αλλά ο διάλογος εμπεριέχει την ενσώματη δημιουργία νοήματος.
We know not throught our intellect but through our experience – Maurice Merleau-Ponty
Ένας κοινός φαινομενολογικός διαχωρισμός έχει αναδειχθεί ανάμεσα στο βιωμένο ή υποκείμενο σώμα και στο σωματικό σώμα ή αντικείμενο σώμα, αντιληπτά σε έκαστο ανθρώπινο ον ως προς τους άλλους λειτουργώντας ως το μέσο και το πλαίσιο της εμπειρίας σε κάθε δράση και αλληλεπίδραση. Επιπλέον, ανταποκρίνεται σε βεβαιότητες που δεν αμφισβητούνται, σε μια κοινή λογική ως μια προαναστοχαστική συνθήκη. Η συνολική εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο δεν διαχωρίζεται από το πώς το σώμα νιώθει με το πλαίσιο που το περιβάλλει.
Η πραγματικότητα θεωρεί τα φαινόμενα που αναδύονται και αποκτούν σωματική ύπαρξη μέσα από τις διασυνδέσεις με άλλους και με τον κόσμο, που δημιουργεί νόημα και την οποία ο Maurice Merleau-Ponty ονόμασε «σκέψη της στιγμής».
Το σώμα αποκτά το ρόλο της βασικής μεμβράνης μέσα σε διαλόγους όπου η δημιουργία του εκάστοτε εαυτού ως υποκειμένου λαμβάνει χώρα μέσα στη συνάντηση με τον «άλλον». Εκτός από τη δημιουργία νοήματος και η δημιουργία αισθήσεων φαίνεται ότι είναι μια κυρίαρχη λέξη για την πραγμάτωση της διαλογικής διαδικασίας.
Η ιδιωτική γλώσσα δεν υφίσταται κατά τον Wittgenstein, παρά την ιδέα ότι συναισθήματα αναφέρονται σε ατομικές και υποκειμενικές εμπειρίες. Αυτό συμβαίνει διότι η γλώσσα αποτελεί μέρος μιας κοινής μορφής ζωής, οι κανόνες της οποίας είναι δημόσιοι. Στην συνθήκη μιας ιδιωτικής γλώσσας υπάρχουν εξορισμού κανόνες ιδιωτικοί, που μόνο ο ομιλητής της γνωρίζει, συνεπώς δεν υπάρχει ανεξάρτητο κριτήριο, εάν ακολουθεί πράγματι τον κανόνα ή νομίζει ότι το κάνει. Όπως προκύπτει, οι λέξεις που αναφέρονται σε συναισθήματα δεν αποκτούν τη σημασία τους από τη σύνδεσή τους με τις ιδιωτικές εμπειρίες, και επομένως η γλώσσα δεν έχει ιδιωτικά νοήματα.
Σύμφωνα με τον Wittgenstein, η ύπαρξη ενός ιδιωτικού νοητικού κόσμου που δίνει στον κόσμο των αισθημάτων το νόημα της αποτελεί έναν «γραμματικό μύθο», όπου πίσω από τις λέξεις βρίσκεται ένα ιδιωτικό αντικείμενο το οποίο αποδίδει νόημα σε αυτές.
Υπό το πρίσμα των πολιτισμικών πραγματώσεων και γλωσσικών παιχνιδιών, τα συναισθήματα υπόκεινται σε συγκεκριμένους κοινωνικούς κανόνες σε σχέση με το χωροχρονικοτροπικό πλαίσιο εκδήλωσής τους. Παρόμοιοι κανόνες διέπουν και την αντίδραση των υπόλοιπων ανθρώπων σε συναισθηματικές πραγματώσεις. Οι εν λόγω πολιτισμικοί κανόνες φαντάζουν ένα ντετερμινιστικό αντίγραφο, όπου το κάθε τι προκύπτει και θέτει τις βάσεις για το επόμενο που έπεται δημιουργώντας μια ολότητα με συνοχή.
Το συναίσθημα δεν μοιάζει να κατοικεί στον ατομικό νου, αλλά στον χώρο του συντονισμού μεταξύ των συμμετεχόντων, στις κοινωνικές πρακτικές που οργανώνονται από ιστορίες που κατά προέκταση ενσαρκώνονται. Τα συναισθήματα ως σχεσιακές πραγματώσεις είναι ανάγκη να έχουν μια επαρκή αιτιολογία η οποία απορρέει από πολιτισμικούς παράγοντες. Έτσι, οι πολιτισμικοί παράγοντες νομιμοποιούν την έκφραση του συγκεκριμένου συναισθήματος μέσα από την αποδοχή μιας επαρκούς αιτιολογίας.
Οι εικαστικές τέχνες είναι ένα διαφορετικό πεδίο καλλιέργειας παρέχοντας την οπτική ενός εναλλακτικού τρόπου επεξεργασίας των εκφραστικών και δημιουργικών ζητημάτων. Πλέον, η εικαστική αγωγή και η παιδαγωγική συνεργάζονται εντός σχολείου. Χαρακτηριστικά κατά την Ardouin, «η πρώτη οφείλει να είναι μία δημιουργική στοχαστική δραστηριότητα, μία διανοητική επεξεργασία συσχετισμών με εναλλακτικές προσλαμβάνουσες».
Άτομα σχολικών ετών μαθαίνουν να επαναδιαπραγματεύονται κανόνες και όρια, να αποκωδικοποιούν νοήματα και συμβολισμούς έργων τέχνης διερευνώντας τις προθέσεις, τις συμπεριφορές και την πρακτική, να αναδύουν εναλλακτικές λύσεις και απόψεις των προβλημάτων και να εκφράζουν καλλιτεχνικά τις βιωμένες εμπειρίες τους μέσα από την καθημερινότητα.
Ως προς τα παιδιά με αναπηρίες, η εικαστική αγωγή δύναται να προωθήσει θετικές κοινωνικές σχέσεις βοηθώντας στην ανάπτυξη αμφιπλευρικότητας και κινητικών δεξιοτήτων στον ψυχοκινητικό τομέα. Αυτό λαμβάνει χώρα χάρη στη χρήση εργαλείων και την επεξεργασία των υλικών. Επιπλέον, λειτουργεί ως αρωγός στην ανάπτυξη της οπτικής αντίληψής τους που εντάσσονται στο αυτιστικό φάσμα.
Η διδασκαλία των εικαστικών συνδράμει στην δημιουργία εικαστικών μορφών, δηλαδή στην έκφραση των ποικίλων προσωπικών ιδεών με οπτικό τρόπο. Αφετηρία, άλλωστε, των εν λόγω δραστηριοτήτων, αποτελεί το γεγονός ότι έκαστο παιδί είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, βιώματα, με σκέψεις, ερωτήματα και ανησυχίες.
Επομένως, ο ρόλος του παιδαγωγικού περιβάλλοντος συνδέεται με τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών, ώστε η φυσική τάση που υπάρχει σε κάθε άτομο για εξερεύνηση και δημιουργία, να μπορεί να αναδειχθεί, καλλιεργηθεί και μεγιστοποιηθεί.
Σύμφωνα με το θρύλο, σε αυτό το βουνό παίξανε κάποτε κρυφτό η Ρήγαινα κι ο Διγενής Ακρίτας. Η Ρήγαινα ήταν πονηρή και γρήγορη κι ο Διγενής δεν μπορούσε να την πιάσει. Κρυβόταν μάλιστα τόσο καλά που ο Διγενής ψάχνοντάς τη έπαιρνε λάθος δρόμο. Έτσι κάποια στιγμή το παιχνίδι τους σανταλώθηκε, μπερδεύτηκε πολύ. Κι ο τόπος εκεί ονομάστηκε Σανταλιές. Η Ρήγαινα βγήκε από την κρυψώνα της κι άρχισε να ψάχνει εκείνη να τον βρει. Ξάφνου διασταυρώθηκαν κοντά σε μια βρυσούλα. Κι ο τόπος ονομάστηκε Σταυροπηγή. Η Ρήγαινα όμως πάλι του ξέφυγε του Διγενή. Η ώρα πέρασε κι άρχισε να νυχτώνει. Κάποια στιγμή ό Διγενής σα να είδε κοντά του τη Ρήγαινα όμως δεν μπόρεσε να την πιάσει γιατί ήταν σκοτεινά. Κι ο τόπος εκεί ονομάστηκε Σκοτεινή. Το παιχνίδι συνεχίστηκε μέσα στη νύχτα. Ο Διγενής κι η Ρήγαινα δεν έβλεπαν πια αλλά άκουγαν τα βήματά τους μέσα στο δάσος. Σε κάποιο από τα βουνά η Ρήγαινα έφτασε πάλι κοντά στο Διγενή, όμως ξανά δεν μπόρεσε να την πιάσει γιατί το σκοτάδι ήταν πηχτό, σαν πίσσα. Και το βουνό από τότε ονομάστηκε Πίσσουρος. Ώσπου τα χαράματα ο Διγενής τα κατάφερε και έπιασε τη Ρήγαινα κι εκείνη δεν μπόρεσε πια να του ξεφύγει. Κι έσμιξαν οι δυο τους και φιλήθηκαν. Και ο τόπος ονομάστηκε Σμιγιές.
Ζούμε στην εποχή που έχουμε την επιλογή της συνεχόμενης δοκιμής μέχρι να πούμε ότι βρήκαμε εκείνο που μας ταιριάζει. Γίναμε αναλώσιμοι όλοι για όλους. Σίγουρα δεν είναι συνετό να συμβιβαζόμαστε με κάτι που δεν μας ταιριάζει, αλλά και η συνεχής αλλαγή συντρόφου δεν μας βοηθάει να ανακαλύψουμε τον ταιριαστό άνθρωπο, αντιθέτως αλλοιώνονται και τα δικά μας θέλω κάθε φορά.
Μέσω των άλλων όπως γνωρίζουμε μαθαίνουμε και τους εαυτούς μας ταυτόχρονα. Ανακαλύπτουμε νέα πάθη για πάθη. Η γυναίκα συνήθως νιώθει ποθητή μέσα από ένα καλοσχεδιασμένο κυνηγητό. Με τις κατάλληλες τεχνικές και αρκετό ρομάντζο, πάντα υποκύπτει.
Τι γίνεται στις περιπτώσεις όμως που το κυνήγι είναι τελείως πλατωνικό ή ακόμη και ψεύτικο. Ποιος κοροϊδεύει ποιόν ; Συνήθως και οι δύο περιπτώσεις προκύπτουν όταν οι μάσκες πέφτουν, και γνωριστούν μεταξύ τους. Ή ακόμη χειρότερα όταν μέσα από την αποκάλυψη του πραγματικού εαυτού, ο ένας από τους δύο χάνει το παιχνίδι και γίνεται υποχείριο του άλλου.
Έχουμε χάσει λίγο την μπάλα τα τελευταία χρόνια και πλέον δεν ξέρουμε που να ρίξουμε ευθύνες. Δεν ξέρουμε πλέον που να καταταχθούμε κοινωνικά και ποιος είναι ο ρόλος του καθενός, με αποτέλεσμα η ισότητα που τόσο πάλεψαν οι γυναίκες να αποκτήσουν, έφτασε σε σημείο να μην μπορούν να την διαχειριστούν και οι άνδρες να ζητάνε και τα ρέστα που γίνανε τόσο θηλυπρεπής.
Κάποια πρότυπα όσον αφορά την ανδρική φύση αν και βρίσκονται ακόμα σε ισχύει, δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνδρες να υποστηρίξουν τέτοιες συμπεριφορές. Ζητάνε πράγματα που οι ίδιοι αδυνατούν να φέρουν εις πέρας με την δικαιολογία σαν καραμέλα ότι οι γυναίκες δεν είναι κατάλληλες.
Το εύκολο ενώ εικονικά φαίνεται ότι όλοι το προτιμούν, στην πράξη απλά το εκμεταλλεύονται. Το κυνήγι θηλυκού πλέον δεν είναι κυνήγι μιας και κανείς δεν χρειάζεται να κυνηγήσει τίποτα και κανέναν, είναι μια σχεδόν αμοιβαία πράξη δίνω – δίνεις, παίρνω – παίρνεις, και μετά ο καθένας πίσω στην βάση του.
Εκεί όμως που ξέφυγε η κατάσταση, είναι όταν μόνο ο ένας δίνει και ο άλλος παίρνει, και πλέον έχει γίνει μόδα η γυναίκα με τον φόβο για κάποιους ανεξήγητους λόγους να μην μείνει μόνη, καταλήγει το χαλάκι της υπόθεσης, χαραμίζοντας ακόμη και την ζωή της για τα μάτια ενός ψεύτικου άνδρα.