“Αγαπητό μου ημερολόγιο…”

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Ξημέρωσε κιόλας αναπόφευκτα, και, για άλλη μία φορά, βρίσκομαι από πάνω σου και γράφω αυτές τις λέξεις, που εύχομαι να γεννήσουν όμορφες προτάσεις και να αγγίξουν έστω έναν συνάνθρωπο, όχι στον εγκέφαλο, αλλά εκεί που δε θα έφταναν οι λέξεις και οι εικόνες. Στην πραγματικότητα δεν κρατούσα ποτέ ημερολόγιο, ούτε καν ως ερωτευμένο γυμνασιόπαιδο, μα εδώ και λίγο καιρό νιώθω την ανάγκη να το κάνω. Δεν γνωρίζω το “γιατί”. Θα γράψω χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, χωρίς ακραία επίπεδα συνοχής και συνεκτικότητας, αλλά με καθαρό νου και διαυγές πνεύμα. Δε θα μακρηγορήσω.

Σήμερα, λοιπόν, ξύπνησα αρκετά νωρίς, στις πέντε και μισή περίπου, ίσως και νωρίτερα. Δεν είχα ύπνο. Τελευταία δεν έχω ύπνο. Κοιμάμαι λίγο και τρώω λιγότερο. Η αλήθεια είναι πως δεν προσπάθησα να ξαναμπώ στην αγκαλιά του Μορφεά αφού δεν ένιωθα την ανάγκη. Βγήκα, λοιπόν, στο μπαλκόνι και κάθισα για περίπου μία ώρα κάτω από το ξύλινο υπόστεγο, χαζέυοντας τις σταγόνες της βροχής που αυτοκτονούσαν με μένος στο έδαφος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόσο χαλαρός, αλλά όχι νωχελικός, και δεν με ενοχλούσε τίποτα και κανείς. Είχα ξεχάσει για πρώτη φορά το κινητό μου σε κάποιο άλλο δωμάτιο, ούτε εγώ θυμάμαι που ακριβώς, και απολάμβανα το βρόχινο ηχόχρωμα που θώπευε τα αυτιά μου. Η βροχή είχε αυτοκτονικές διαθέσεις κι εγώ το απολάμβανα. Δεν είμαι λογοτέχνης, ούτε ποιητής. Προσπαθώ, με μόνο μου όπλο τις λέξεις που μου έμαθε η μάνα μου, να περάσω και να αποτυπώσω δύο ή τρεις εικόνες σε λίγα μυαλά που ακόμη συνεχίζουν να προσπαθούν να καταλάβουν περί τίνος γράφω. Η συνοχή δεν είναι πάντοτε φίλη μου. Γι’ αυτό χάνομαι στις σκέψεις μου και μεταπηδώ από το ένα νόημα στο άλλο. Έχω το δικαίωμα όμως να γράφω κι εσύ την επιλογή της ανάγνωσης.

Τελευταία συναντώ αρκετά άτομα που δεν αγαπούν τόσο πολύ τη βροχή και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Κατ’ εμέ η βροχή δεν είναι ένα άσχημο καιρικό φαινόμενο, ένα εμπόδιο στη ζωή των ανθρώπων. Είναι μια μοναδική κατάσταση, μια τεράστια αφορμή για εσωτερική αναζήτηση και ισοδυναμεί με το διαλογισμό και τη γαλήνη. Η βροχή είναι, επίσης, συνώνυμο της ησυχίας, του μονολόγου και της νιρβάνα. Η βροχή είναι το καμπανάκι εκείνο που σου υπενθυμίζει πως ήρθε η ώρα να αποδεχθείς τα αισθήματα σου και τη σκοτεινή και καταθλιπτική όψη της πραγματικότητας της ζωής σου. Η βροχή είναι συνώνυμο και της ζωής. Αισθάνεσαι όλα σου τα προβλήματα να εκμηδενίζονται με την πρόσκρουση των σταγονών στο έδαφος. Όπως αυτοκτονόυν οι σταγόνες αυτές, αυτοκτονούν και τα προβλήματά σου.

Τέλος, αφού διάβασες το κείμενο μου ως εδώ, αντικατάστησε τώρα νοηματικά τη λέξη “βροχή” με τη λέξη “δάκρυα”.

Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω.
Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.
Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε με στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού
ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που
ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπο σου; Είναι
βροχή δωματίου.

Αργύρης Χιόνης, «Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια – ΙΙ»

Θανάσης Μουλιός




“Μάνα, να μην ξεχάσω να σου πω πως σ’ αγαπώ…”

Αποφάσισα να γράψω λίγες λέξεις, λίγες γραμμές για το ιερότερο πρόσωπο στη ζωή μου. Εν τέλει δεν με ενδιαφέρει, ας γράψω και νουβέλα ή βιβλία πολλά. Η μάνα μου θα άξιζε κάθε γράμμα, κάθε λέξη και κάθε σκέψη μου. Η μάνα μου θα άξιζε κάθε δευτερόλεπτο από το χρόνο μου μέσα στην ημέρα. Θα άξιζε κάθε χιλιοστό της προσοχής μου. Η μάνα μου θα μπορούσε να με κάνει να λυγίσω ατσάλινες μπετόβεργες με τα χέρια μου και να αντέξω χίλιες μπάρες πίεση στην πλάτη μου. Όμως η μάνα μου το μόνο που μου προσφέρει, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, είναι ένα χαμόγελο και, σπανίως, λίγα δάκρυα. Τα μόνα δάκρυα που θα έχυνα και ποτέ δε θα μετάνιωνα για αυτό: τα δάκρυα για το πρόσωπο της μάνας μου.

Η μάνα είναι κάτι παραπάνω από εκείνη τη γυναίκα που απλά θα φέρει ένα παιδί στον κόσμο, κουβαλώντας το εννέα μήνες δίπλα στα σπλάχνα της. Μάνα σημαίνει “αγάπη”. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που, όταν θα σπάσεις σαν γυαλί σε χίλια κομμάτια, μικρά και αιχμηρά, δε θα διστάσει να σε μαζέψει από κάτω με τα γυμνά της χέρια, ακόμη κι αν η ίδια ματώσει και κοπεί. Η μάνα είναι ο άνθρωπος εκείνος που από την στιγμή της σύλληψης σου σπάει το “εγώ” και γίνεται “εσύ”. Σκέφτεται, αγχώνεται και βασανίζεται για εσένα. Τοποθετεί όλο το υπόλοιπο σύμπαν σε δεύτερη μοίρα και διοχετεύει όλο της το συναίσθημα στην ύπαρξή σου. Η μάνα θα πεινάσει για να φας εσύ την τελευταία μερίδα φαγητού.

Η μάνα σε αποδέχεται για αυτό που ήδη είσαι και όχι για αυτό που η ίδια θα ήθελε να είσαι. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που ανά πάσα στιγμή θα μπορεί να σου προσφέρει ανιδιοτελώς μια θεραπευτική αγκαλιά, ένα ιαματικό βλέμμα και ένα μαγικό φιλί. Ικανά να φωτίσουν κάθε σου σκοτάδι. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που καταφέρνει και διαβάζει την κάθε σου σκέψη, να μεταφράζει την κάθε σου κίνηση και να γνωρίζει τι σε βασανίζει την εκάστοτε χρονική στιγμή. Η μητέρα δεν έχει στο λεξιλόγιό της τα ρήματα “προδίδω” και “εγκαταλείπω”. Η μάνα τα έχει αντικαταστήσει με τα ρήματα “υπερβαίνω” και “αγαπώ”. Αυτά διακρίνουν την πραγματική μάνα από την φαινομενική μάνα. Γιατί η πραγματική μάνα θα αρχίσει να αγαπά και θα πεθάνει αγαπώντας. Χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς επιβράβευση, χωρίς επιστροφές.

Αυτή είναι η δική μου μάνα.

Μάνα! Δεν βρίσκεται λέξη καμία / να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία.

(Γεράσιμος Μαρκοράς)

Θανάσης Μουλιός




Ένα τσιγάρο για τη μάνα μου

…και θα γράφω ώσπου να σβήσει. Είτε αυτό είτε εγώ. Μα δε θα σβήσω από αυτό και το γνωρίζω ήδη, το λέω εκ του ασφαλούς, λιγοψυχώς. Χίλια είναι αυτά που θα με κάνουν ένα με τη γη, μα όχι αυτό. Γιατί αυτό το ίδιο είναι που ξέρει και θα αντισταθεί στη μοιραία, σαδιστική του φύση. Αυτό είναι το ίδιο που θα πει “δε θα σε βλάψω” και θα αποβάλλει όλες τις θανατερές ουσίες του. Θα γράφω ώσπου να σβήσει, οπότε ξέρεις πως το “άρθρο ” δε θα διαρκέσει αρκετά ώστε να φθαρεί η τέλεια εικόνα της στα μάτια ξένων, από κίβδηλα αισθήματα, ηθοποιητικά. Και το γράφω ολόγυμνος. Αυτό το άρθρο θα είναι απαράδεκτο δημοσιογραφικά, δίχως συνοχή, δίχως ευπρέπειες.

Αυτό το άρθρο δεν το γράφω με στυλό, μα με τσιγάρο. Δεν το γράφω σε χαρτί, μα πάνω στο μέτωπο της μάνας μου. Κι όμως, δε θα λερώνει ποτέ. Αυτό είναι το σπουδαιότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος: το μέτωπο της μάνας, που είναι πάντα καθαρό. Και πάει στη μάνα μου ο,τι γράφω. Στο πιο αρσενικό ον που γνώρισα ποτέ. Δεν τη θυμάμαι τη μάνα μου. Δεν την έχασα, όμως δεν τη θυμάμαι. Δε θυμάμαι να με μεγαλώνει. Θυμάμαι να με κάνει να μην την έχω ανάγκη. Και δεν την είχα ποτέ. Ποτέ. Την παράτησα κι αυτό μου το συγχωρεί. Ίσως μου το συγχωρήσουν και οι άλλοι. Μα όχι εγώ.

Παράτησα τη μάνα μου. Και την εκτίμησα τη μάνα μου όταν μεγάλωσα. Όταν πια κανείς σε αυτήν την ηλικία έχει ανάγκη. Όχι όταν δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Κοίτα το μέτωπο της δικιάς σου, πάνω από τα ρυτιδιασμένα μάγουλα και τον ζαρωμένο της λαιμό. Πόσο καθαρό, ε; Ό,τι πιο διαυγές υπάρχει στη φύση. Και δεν τη χρειάζομαι, γιατί την παράτησα. Δίχως να φύγει εκείνη ποτέ. Η μάνα είναι ένα δέντρο αιωνόβιο. Σε χίλια χρόνια, αν ξαναπεράσεις από το μέρος που γεννήθηκες, θα είναι πάλι εκεί. Το τσιγάρο τελειώνει. Μα είπα ψέμματα. Άναψα κι ένα δεύτερο. Ένα δεύτερο για όλες τις μάνες της Γης, που κυκλοφορούν αέναα απ’ τη δημιουργία της.

Κι έχω γεμίσει με ανθρώπους που έφυγε η μάνα τους από αυτή. Και είναι πανέμορφοι όλοι τους-Χριστέ μου, πόσο όμορφοι είναι. Γιατί κουβαλάνε δυο ψυχές. Γιατί Θεός δεν υπάρχει, ούτε δεύτερη ζωή. Μόνο η ψυχή της μάνας μπορεί να επιστρέψει σε αυτή. Τούτο το χαρτί θα καεί με το τσιγάρο. Η δειλία μου είναι τούτη που θα το κάνει να καεί, αφότου περαστεί πρώτα στο κινητό, αν και δε θα’ πρεπε. Το δεύτερο τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Δε με άφησε. Δε με άφησε ποτέ. Κι ας την άφησα εγώ.

Η μάνα είναι η πιο αντιφατική πολιτικά έννοια. Τόσο ρατσίστρια με τον εαυτό της, τόσο κομμουνιστική με το παιδί. Και λίγο πριν σβήσει, ένας στίχος, ο πιο όμορφος που ξέρω, απ’ τον αγαπημένο μου ποιητή.

Νίκος Γκάτσος

“Θα γυρίσω λυπημένη Παναγία. Έχε γειά. Μην κλαις, το μαράζι μάθε φυλαχτό να μην κρέμας. Να λες “δεν πειράζει, θα’ ρθει άσπρη μέρα και για μας…””




Υποκειμενική κουλτούρα

Η συμμετοχή σε μία κουλτούρα αφορά την εξοικείωση με μια σύνθετη γκάμα «άγραφων κανόνων» για το τον τρόπο που οι άνθρωποι «πρέπει» να σκέφτονται, να αισθάνονται και να πράττουν σε ποικίλες καταστάσεις. Αρχικά, οι κανόνες αναλύονται με όρους αφηρημένων εννοιών, και στη συνέχεια με τη βιωμένη πραγματικότητα, μια «συναισθηματική δομή» η οποία διαφέρει σε κάθε κουλτούρα. Άλλωστε, κουλτούρα είναι ένα σύστημα κοινών αξιών, πιστεύω, σημασιών που καθορίζουν κανόνες οι οποίοι προσδιορίζουν ισχυρώς τις αποφάσεις και τις συμπεριφορές των ατόμων και των ομάδων.

Ειδικότερα, κανείς νιώθει διαφορετικά όταν στέκεται στους δρόμους άλλων πόλεων, χωρών ή και ηπείρων. Η Βάσω και ο Γιώργος Βασιλείου είναι ψυχοθεραπευτές που έχουν εργαστεί στις ΗΠΑ, αλλά και στη γενέτειρά τους, την Ελλάδα, και έχουν αναλύσει αυτό που αποκαλούν «υποκειμενική κουλτούρα». Υποστηρίζουν ότι, αν και ένας θεραπευτής μπορεί κάλλιστα να είναι ικανός να μιλήσει την ίδια γλώσσα με τους πελάτες του, είναι πολύ δυσκολότερο για κάποιον που δεν μοιράζεται την ίδια υποκειμενική κουλτούρα να εκτιμήσει το νόημα ή τον αντίκτυπο των λέξεων που χρησιμοποιεί ο πελάτης.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα που αναφέρουν είναι αυτό μιας έμπειρης και ειδικευμένης εκπαιδεύτριας ψυχοδράματος που έδωσε κάποια σεμινάρια στην Αθήνα στη δεκαετία του ’70. Εν προκειμένω, ζήτησε κάποια να αναλάβει να παραστήσει μια «45χρονη γυναίκα, κομψά ντυμένη, ήδη χωρισμένη δύο φορές, και έτοιμη να ξαναπαντρευτεί, που φέρνει στο σύμβουλο την 25χρονη, παχύσαρκη, ατημέλητη, πνευματικά καθυστερημένη και προφανώς ψυχικά διαταραγμένη κόρη της». Όταν καμία δεν προσφέρθηκε να παραστήσει αυτή τη μητέρα, η ψυχοδραματίστρια σκέφτηκε ότι πολύ απλά το ακροατήριο της ντρεπόταν.

Τελικά, ένας από τους παριστάμενους εξήγησε ότι δεν μπορούσαν να παραστήσουν αυτόν το ρόλο επειδή δεν γνώριζαν κάποια τέτοια ελληνίδα μητέρα και πρότεινε να υποδυθεί ο ίδιος το ρόλο του αδελφού της γυναίκας, ενός έλληνα 50άρη άντρα, και να της δείξει τι θα συνέβαινε στην υποθετική περίπτωση που μια τέτοια μητέρα όντως υπήρχε, εφόσον βέβαια η ίδια ήταν διατεθειμένη να παίξει το ρόλο αυτό. Η επισκέπτρια, ανυποψίαστη ακόμη, δέχθηκε.

Στην συνέχεια, λίγο έπειτα, αναγκάστηκε να διακόψει την παράσταση, ωχρή και συντετριμμένη από τη σφοδρή αντιπαράθεση που είχε ακολουθήσει. Ένας ανελέητος αδελφός της είχε βάλει τις φωνές ότι δεν είχε έρθει για να σκοτώσει «ένα τέτοιο πλάσμα», αλλά για να τις ξεκαθαρίσει να αφήσει ήσυχη την κόρη της, αυτό το «δύσμοιρο, αθώο θύμα της». Η ψυχοδραματίστρια προφανώς απελπισμένη, στράφηκε προς την ομάδα, που την αποτελούσαν κυρίως νεαρές κοπέλες και τους απευθύνθηκε σοκαρισμένα πως δεν είχε φανταστεί τέτοια αντιμετώπιση και αντίδραση.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αισθητηριακή Αντίληψη

Η αντίληψη είναι η διαδικασία επιλεκτικής προσοχής στις διάφορες πληροφορίες που συλλέγουμε μέσω των αισθήσεων μας, δίνοντας σε αυτές ένα συγκεκριμένο νόημα. Τα αυτιά, τα μάτια, η μύτη, το δέρμα και η γλώσσα μπορούν να συγκεντρώσουν πληροφορίες, αλλά ο εγκέφαλος είναι αυτός που επιλέγει ορισμένα στοιχεία, τα οργανώνει, τα ερμηνεύει και τέλος τα αξιολογεί. Η απόρροια αυτής της διαδικασίας είναι η αντίληψη των όσων συμβαίνουν ή έχουν συμβεί.

Όμως, οι αισθήσεις μας δέχονται «βομβαρδισμό» συνεχώς από ποικίλα ερεθίσματα. Αυτός είναι ο λόγος που η προσοχή μας επικεντρώνεται σε ένα μικρό μέρος των πληροφοριών, ενώ αγνοούμε κάποιες άλλες. Επομένως, η αντίληψη που θα σχηματίσουμε για ένα συμβάν που θα προκύψει δεν αποτελεί μια ακριβή απεικόνιση του.

Αμέτρητες είναι οι φορές που οι αντιλήψεις μας για τον κόσμο, για άλλους ανθρώπους, ακόμη και για τον ίδιο μας τον εαυτό θεωρούνται ακριβείς αφού ταυτίζονται, κατά κάποιον τρόπο, με αντιλήψεις άλλων. Άλλες φορές, όμως, οι αντιλήψεις που έχουμε σχηματίσει έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα.

Οι αντιδράσεις μας στηρίζονται σε υπέρτατο βαθμό με την αντίληψη και αυτό επηρεάζει την επικοινωνία. Επεξηγηματικά, αν η αντίληψη είναι λανθασμένη τότε η επικοινωνία θα είναι αναποτελεσματική.

Βέβαια, είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως η αντίληψη μας ολοκληρώνεται μέσα από 3 στάδια τα οποία είναι τα εξής:

  1. Προσοχή και επιλογή, δηλαδή από τα ερεθίσματα που δέχονται οι αισθήσεις μας καθημερινά η προσοχή μας εστιάζει σε ένα μικρό ποσοστό πληροφοριών ανάλογα με τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις προσδοκίες μας.
  2. Οργάνωση, σύμφωνα με ψυχολόγους και νευρολόγους, ο εγκέφαλος μας ακολουθεί κάποιες συγκεκριμένες αρχές για την οργάνωση των ερεθισμάτων που δεχόμαστε με απώτερο σκοπό να τα αναγνωρίσει. Οι πιο διαδεδομένες αρχές είναι η απλοποίηση, το μοτίβο, η εγγύτητα και η ορθή μορφή.
  3. Ερμηνεία είναι η διαδικασία με την οποία δίνουμε νόημα στις πληροφορίες που έχουμε επιλέξει και οργανώσει.

Ωστόσο, οι άνθρωποι μπορεί να είναι σίγουροι για την ακρίβεια των αισθήσεων τους αλλά πολλές φορές οι αντιλήψεις τους είναι ανακριβείς. Τέλος, αυτό επηρεάζει και την επικοινωνία του ατόμου με το περιβάλλον του διότι αν η επικοινωνία τους στηρίζεται σε μια ανακριβή αντίληψη, τότε γίνεται ανεπιτυχής, παραπλανητική ακόμη και επικίνδυνη.

Αναστασία Κακλαμάνου




Καλύτερα να μη μιλάς…

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή.

Ο λόγος για το σημερινό μου άρθρο, το οποίο το λες και βιωματικό, προήλθε από μια συζήτηση που έτυχε να ακούσω, από κάποιους που πίνανε το καφεδάκι τους, πολύ κοντά μου και συζητούσαν για γυναίκες ή μάλλον για κάποια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά, άγνωστη φυσικά σε εμένα. Σαφώς και η συζήτηση δεν ήταν επαινετικού χαρακτήρα, εφόσον ο σχολιασμός αφορούσε από το ντύσιμο, μέχρι και τον τρόπο που μεταφέρει τα παιδιά στο σχολείο. Επειδή η εμπειρία μου στο θέμα είναι αρκετά μεγάλη, ήθελα να παρέμβω στη συζήτηση και να υποστηρίξω τις απόψεις μου.

Έχουμε συνηθίσει να ρίχνουμε λίθους, καθισμένοι και βολεμένοι αναπαυτικά στον καναπέ μας, στις ζωούλες μας, πιστεύοντας πως είμαστε κάποιοι. Για όλα αυτά τα πλασματάκια, έχω άσχημα νέα, είμαστε ένα μεγάλο τίποτε…δεν ξέρω αν καταλάβατε ποτέ μια γυναίκα που βρίσκεται σε μια δύσκολη πραγματικά θέση. Απλά αρπάζετε με ευκολία το πρώτο λιθαράκι, στοχεύετε και το εκτοξεύετε. Αν δεν ξέρετε λοιπόν, απλά σωπάστε… Ειδικά όσοι είναι αραγμένοι αλλά όχι ευτυχισμένοι σε γάμους φαντάσματα που έχουν ένα ωραίο περιτύλιγμα, αλλά αν πλησιάσεις νιώθεις την ευωδιά της σαπίλας και της υποκρισίας.

Ειδικά όλοι εσείς που δικαίως θα σας απένεμαν Οσκαρ ερμηνείας για το ρόλο της – του καλού συζύγου, πατέρα, θείου, ανιψιού και πάει λέγοντας. Αν είσαι καλή πάστα ανθρώπου, όποιο ρόλο σου αναθέσει η ζωή θα μπορέσεις να τον ερμηνεύσεις με ειλικρίνεια, αξιοπρέπεια, θάρρος και χωρίς ίχνος μιζέριας. Αν η ζωή σου είναι κλεισμένη σε χρυσό κλουβί, δεν μπορείς να μιλάς για το ντύσιμο της γυναίκας, που ξενυχτάει τα βράδια μόνη πάνω σε ένα εμπύρετο παιδί και που με το πρώτο μισθό της, πήρε παραμύθια στα παιδιά της. Δεν μπορείς να μιλάς για τις αγωνίες της, τους φόβους και τα ερωτηματικά της, δεν έχεις ιδέα τι είναι όλα αυτά.

Δεν μπορείς γιατί δεν κατέχεις. Μένεις στο μήκος της φούστας ίσως γιατί θα ήθελες να διαθέτεις αυτά τα καλλίγραμμα πόδια. Μένεις στο ότι ξενυχτάει και διασκεδάζει, πράγμα που της αξίζει, καθώς δεν ζήτησε ποτέ δανεικά ή κερασμένα ποτά. Μήπως της ρίχνεις λάσπη γιατί εσύ δεν το κάνεις και όταν το κάνεις, δεν το ευχαριστιέσαι; Δεν μπορείς να μιλάς για τα βράδια που μόνη της παλεύει με κάθε είδους δράκους που της ροκανίζουν την ελπίδα, δεν μπορείς να μιλάς αν δεν ξύπνησες 3 η ώρα τα χαράματα και κοιτώντας τα παιδιά σου να κοιμούνται αναρωτιόσουν, πως στο καλό θα καταφέρεις να τα μεγαλώσεις χωρίς να τους λείψει τίποτε.. Δεν μπορείς να μιλάς, αν το χειμώνα που είχε χιόνι, φοβόσουν να τα βάλεις στο σαραβαλάκι που αγόρασες, για να πας σχολείο, αλλά το έκανες.

Οι μονογονεϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν χιλιάδες δυσκολίες ναι, δεν είναι όμως σίγουρα δυστυχισμένες όπως εσύ. Ίσως γι΄ αυτό γελάς με νόημα όταν περνάει με το όμορφο υφάκι της και το χαμόγελό της, γιατί το βλέπεις. Όταν μεγαλώνεις ένα παιδί μόνος-η όλα τα νιώθεις διπλά και τα καλά και τα κακά. Ο ρόλος σου διαιρείται, αλλάζει, προσαρμόζεται για τον απλούστατο λόγο ότι πρέπει να δείξεις στα παιδιά σου τα πάντα. Όλες τις συμπεριφορές. Δεν μπορείς να μιλάς αν δεν έχεις περάσει μόνος-η την πόρτα νοσοκομείου έχοντας το φόβο να σου δείχνει ό,τι πιο μαύρο έχεις δει στη ζωή σου. Δεν μπορείς να μιλάς, γιατί δεν ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να στηρίζεσαι μόνο σε εσένα και να μην έχεις κάποιον έστω και για κάτι απλό.. Όταν ξέρεις πως δεν θα ακούσεις ποτέ, το ‘’ Έλα αγάπη έρχομαι σπίτι, χρειαζόμαστε κάτι;’’ ή το ‘’άστο σε μένα”… Να αντιμετωπίζεις χωρίς ένα “μην στεναχωριέσαι θα τα καταφέρουμε” τα πάντα και τους πάντες. Από έναν λογαριασμό που ξέρεις ότι θα σε ζορίσει, μέχρι τον κάποιον που θα αναρωτηθεί μπροστά σου, αν η απόδοσή του στο σχολείο έχει πέσει λόγω του ότι του χώρισες.

Τι να του πεις κι αυτού… δεν θα καταλάβει πως κάθε σου ημέρα είναι σαν να σε πετάνε στη θάλασσα χωρίς ξέρεις κολύμπι. Πως κάθε χαμόγελο σου κρύβει τόσο αγώνα. Κι όλα αυτά για να δεις τα παιδιά σου πιο ευτυχισμένα από εσένα. Όλα αυτά για να μπορέσεις να τους δείξεις πως είναι ικανά για τα πάντα, πως η ζωή είναι μια πρόκληση που θέλει θάρρος και κουράγιο. Δεν θα καταλάβει γιατί απλά υπάρχει μια ταμπέλα μπροστά του που τον τυφλώνει. Θα καταλάβει όμως όταν θα υψώσεις τη φωνή σου και θα του πεις, δεν σου επιτρέπω. Δεν θα καταλάβει αλλιώς… Έχοντας συνάμα τόση μα τόση ανησυχία γι΄ αυτά τα παιδιά… Δεν έχει ιδέα ότι έχεις ρημάξει το κεφάλι σου με έννοιες, προτεραιότητες, φροντίδες, που αφορούν το τώρα και το μετά τους. Μη μιλάς γι΄ αυτούς-ες που κατάφεραν κάτι που εσύ δεν το έχεις δει ούτε στον ύπνο σου. Μην μιλάς για το πως θα περάσει κάποιος ένα μονοπάτι, αν δεν το έχεις εσύ περάσει πριν από αυτόν. Άσε να το περάσει και όταν γυρίσει, πάρε από την εμπειρία του, θαύμασε το θάρρος του. Πόση όμως λεβεντιά στη ψυχή απαιτεί ο θαυμασμός, πόση δύναμη την οποία εσύ δεν θα την έχεις ποτέ.

Όπως ποτέ δεν θα αποκτήσεις ό,τι μπορεί να σε διδάξει η δύναμη ή και η αδυναμία. Δεν έχεις ιδέα πως είναι να πρέπει να είσαι στη δουλειά, ενώ ξέρεις πως το παιδί σου σε έχει ανάγκη. Πως για να τα έχουν όλα, εσύ κάνεις τρεις δουλειές ταυτόχρονα και δεν σου μένει χρόνος να χαρείς τη ζωή σου. Η ζωή σου αρχίζει και τελειώνει στο ρόλο του γονέα. Όσο για την ανταμοιβή σου, αυτή είναι το χαμόγελο τους, οι επιτυχίες τους η ευτυχία και η αγάπη που εισπράττεις. Δεν είναι όλοι ίδιοι με σένα, δεν βλέπουν (ευτυχώς) την επιφάνεια αγνοώντας τις αιτίες. Κρίνεις και χαμογελάς με ένα λοξό χαμόγελο που υπονοεί σκέψεις που μόνο άνθρωποι με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με εσένα, ενστερνίζονται. Ξέρεις να βλέπεις μόνο το άσχημο, όταν δεν υπάρχουν όμορφα τοπία στη ψυχή σου και μιλάς για τους άλλους, όταν δεν έχεις να πεις κάτι για τον εαυτό σου.

Ξέρετε είναι εκείνες οι κουβέντες των καφέ, που ο γνώστης επί παντός επιστητού, αγορεύει με το δικό του λογύδριο, χωρίς να έχει γνώση για το “ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω” και φυσικά επιλέγοντας τους συνδαιτημόνες του , γιατί σαφώς έχει ανάγκη τα παλαμάκια… Εσύ λοιπόν που μιλούσες για εμάς που μεγαλώσαμε μόνοι μας τα παιδιά μας και που σταθήκαμε όρθιοι και αγωνιζόμαστε μέρα με τη μέρα, πάψε… εμείς χαμογελάμε όταν οι γιοί μας λένε, πως είμαστε ικανές να βάλουμε και μουστάκι… Μιλάς για τις μονογονεϊκές οικογένειες αλλά, δεν ξέρεις τίποτε… κι αν δεν μπορείς να πάψεις, ρούφα τον καφέ σου όσο πιο μακριά μου μπορείς….

από την Κωνσταντίνα Γεράκη




Θαλασσινές …..”ιστορίες”

Για εκείνους που απαρνούνται το είδωλο τους

Για εκείνους που το αποκαλούν ανασφάλεια

Σαν σκιά του βυθού , κρυμμένη ανάμεσα στα φύκια , λιτά και απλά τα μαλλιά της ανεμίζουν , παρασέρνοντας την σιωπή που κυριαρχεί , σε έναν ατελείωτο χορό νίκης . Και όταν κάποιος τολμά να την αποθανατίσει , εκείνη κρύβεται. Φοβάται , αντιδρά , ξεσπαθώνει. Μυστήρια και μυστήρια πλάσματα , αγκαλιάζει η εκκωφαντική αδράνεια που κατακλύζει τα γαλαζοπράσινα νερά , που ανθρώπινο μάτι δεν φτάνει να αντικρύσει . Μα , τούτο δω , είναι άλλο πλάσμα. Βγαλμένο από παραμύθια , από εκείνα που η γιαγιά λέει στα εγγόνια της , το βράδυ πριν κοιμηθούνε , σιμά στο τζάκι , τις Κυριακές που αναπαύονται . Τους λέει για τέρατα και δράκους, ιππότες και πριγκίπισσες , πλάσματα αλλόκοτα , άμορφα , ακάρδα , φιγούρες που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι , όταν το φως κοντεύει να κλείσει . Μα για εκείνη , δεν λέει παραμύθια . Λέει την αλήθεια . Λέει για εκείνη , σαν να ‘τανε παιδί της . Την αγκαλιάζει με τόση θέρμη , που ολάκερος ο βυθός ζεσταίνεται , στην όψη της να χαμογελά και να νιώθει αγάπη. Και εκείνη , πλάσμα του βυθού , κρυμμένη στα άδυτα της φύσης , μακριά από τους ανθρώπους , πλέκει και ξεμπλέκει την ανθρώπινη μοίρα , σαν να την ορίζει μες τα δυο της μικρά και ζωγραφισμένα με κοχύλια χέρια .

Και αν την ρωτήσεις τι είναι , δεν ξέρει να σου απαντήσει . Γοργόνα , πλάσμα του βυθού , με ουρά ψαριού και μνήμη χρυσόψαρου. Γιατί ξέχνα το κακό που της κάναν, το τραύμα που σκίζει τα σωθικά των λεπιών της , την κραυγή αγωνίας της και σώζει εκείνους που δεν το αξίζουν . Γιατί τους λυπάται. Γιατί ξέρει πως όλοι αξίζουν μια βοήθεια . Μα πάνω από όλα , πλάσμα ταγμένο στην φλογερή ελπίδα για την διάσωση του ανθρώπινου γένους . Και ας μην ανήκει στο είδος τους . Και ας κατοικεί στον βυθό της , ανάμεσα σε χιλιάδες αστερίες και καβούρια , παρέα με αχινούς και σκορπίνες. Και ας φορά για ρούχα , τα ομορφότερα κοχύλια του γυαλιού , που δεν τα θέλουν εκείνοι. Που προτιμούν την ζεστασιά της γούνας . Την δροσιά του παντελονιού , την υφή της επιδερμίδας. Και ας αφήνει ξέμπλεκα τα μαλλιά της , να παίζουν με τις κρυφές ακτίνες που φωτίζουν τον σκούρο από την άμμο εαυτό της . Πλάσμα του βυθού , γεμάτο καλοσύνη και δίψα για μάθηση . Πλάσμα του βυθού , γοργόνα της στεριάς , κανένας δεν ξέρει με τι και πως μοιάζει στα αλήθεια .  Κανένας τους δεν θέλησε να μάθει , πως στα αλήθεια μοιάζει , το πλάσμα του βυθού. Κοιτάζοντας την φωτογραφία , σχεδιάζεις την φιγούρα στο μυαλό σου , αγνοώντας την πραγματική ομορφιά της . Και εκείνη , σωστό πλάσμα της φύσης , αδύνατο να καταλάβει την φιλαρέσκεια του ανθρώπου , μισεί τις εικόνες. Μισεί οτιδήποτε απαθανατίζει την στιγμή , το σπίτι της και εκείνη.

Δεν μπορεί να καταλάβει , τούτο το κουτό πλάσμα του βυθού , με την αέρινη χάρη και την ψαρένια της ουρά , πως στο καλό αγαπούν οι άνθρωποι να βλέπουν τον εαυτό τους σε αντανάκλαση. Σε βιτρίνα , σε γυαλί , σε ο,τι καθρεφτίζει το είδωλο τους , γίνονται έρμαια της φιλαρέσκειας τους . Και εκείνη , που δεν κρατάει ποτέ της , καθρέφτη με γυαλί , μικρό μπουκάλι της στιγμής , απορεί , αγανακτεί , κουνάει θυμωμένα το κορμί της στον Ρυθμό των κυμάτων . Τρικυμίες και φουρτούνες , θαλασσοταραχή , πελώρια τσουνάμι σηκώνονται στον απόηχο της θάλασσας και πνίγουν την δυστυχή πολιτεία των ανθρώπων . Και εκείνο , το πλάσμα του βυθού , με την ουρά για πόδια , οδύρεται και κλαίει , στον βράχο που στέκει ατάραχος , βουβός και πομπώδης  απέναντι στον όλεθρο , που δεν κατάφερε να σώσει τον δικό της , μικρό κόσμο . Και πνίγει με θυμό την πολιτεία που τόσο αγάπησε και τόσο πόνεσε , σαν να ήταν δικό της σπίτι . Τους ανθρώπους που παρασέρνοντας ο ένας τον άλλον , αγκάλιαζαν τα είδωλα τους στον καθρέφτη , περισσότερο από τους ίδιους τους εαυτούς τους . Βγάζοντας φωτογραφίες , στιγμιότυπα και ήχους , κάθε ώρα και στιγμή , αγνοώντας την φύση και την ηχώ που τους καλεί να θαυμάσουν με το θείο δώρο της όρασης , την τρομακτική ομορφιά που διαθέτει. Και εκείνη προσπάθησε πολύ να τους το μάθει . Και εκείνη ,ένα μικρό πλάσμα του βυθού , με ουρά και χέρια , ντυμένα με τα ομορφότερα κοχύλια που διάλεξε προσεκτικά , η φύση , τους δίδαξε , πως να ζουν την κάθε στιγμή , σαν να είναι η στερνή τους .

Το πλάσμα του βυθού , η γοργόνα με τα ατημέλητα μαλλιά , ήταν και αυτό κάποτε , μπλεγμένο , αθώο είδος της θαλάσσης ,στα δίχτυα της φιλαρέσκειας που τρώγει τους ανθρώπους . Που τους μαθαίνει να αγαπούν τον εαυτό τους , παρά μόνο σε εικόνες. Μια  φορά και έναν καιρό , κάποτε, κάπου που η ιστορία δεν μας λέει , σε τόπους μακρινούς που μόνο η γιαγιά ξέρει να λέει , σε μέρη που οι γοργόνες και τα τέρατα υπάρχουν και συγκροτούν τις δικές τους πολιτείες ,  το πλάσμα του βυθού , βρήκε έναν καθρέφτη , στα απομεινάρια ενός ναυαγίου . Και εκείνη , μικρή καθώς ήταν , ερωτεύτηκε το είδωλο της στον καθρέφτη . Και αγάπησε την επιφάνεια του καθρέφτη και επιζητούσε συνεχώς να διορθώσει τα λάθη που εκείνη έβρισκε , της φύσης . Και έβλεπε , κρυμμένη στις πέτρες της ακτής , τους ανθρώπους να αποθανατιζουν τους εαυτούς τους με ψεύτικα χαμόγελα , κινήσεις και να διορθώνουν με περίεργες λεπτομέρειες τους εαυτούς τους .

Και πάσχιζε να πείσει , το κρύο είδωλο του καθρέφτη , πως και εκείνη είχε ανάγκη . Να διορθώσει , να ταιριάξει , να πειράξει , να μιμηθεί όσα οι άνθρωποι μπορούσαν . Και η μητέρα φύση , της μίλησε κρυφά , για όλα εκείνα που την βασανίζουν . Και της έμαθε να αγαπά τον εαυτό της , τις ανασφάλειες για την χρυσαφένια της ουρά , και τα μεγάλα της μάτια που δεσπόζουν στα κύματα της θάλασσας και κοιτούν τους ανθρώπους από μακριά , σαν να είναι αξιοθέατο , παρόν , παρελθόν , μέλλον  . Και έμαθε πως δεν χρειάζεται να απαθανατιζουμε τον εαυτό μας , για να αισθανθούμε καλύτερα . Και επήρε την απόφαση , πως εκείνη θα αγαπούσε τον εαυτό της , χωρίς καθρέφτες και είδωλα .

Χτυπώντας ρυθμικά την ουρά της , στο τέμπο που κινούνται τα υπόλοιπα ψάρια , το πλάσμα του βυθού , με την χρυσαφένια της ουρά και τα ατημέλητα μαλλιά , κάνει σβούρες και κύκλους , γύρω γύρω από τα μέρη που συχνάζουν οι φίλοι της , τα σαλάχια. Και αγνοεί την τύχη των ανθρώπων , όπως εκείνη αγνόησαν την δική της τύχη , παρά μόνο νοιαστηκαν να την φωτογραφίσουν , καθώς περνούσε , σαν σίφουνας  δίπλα από τους βράχους της απελπισίας που στέκονται εκείνοι . Και την θαύμαζαν , όσο κοιτούσαν την φωτογραφία , και ανακάλυπταν τα υπέροχα κρυφά σημεία του σώματος της , της μακριάς στολισμένη με φύκια ουρά της , ενώ εκείνη στεκόταν παράμερα απογοητευμένη . Που αγάπησαν το είδωλο της, περισσότερο από την ίδια . Που ερωτεύτηκαν την απεικόνιση της , περισσότερο από τον ψυχικό της κόσμο , που είναι σωστό στολίδι της φύσης , γεμάτο με θαλασσινές μελωδίες και σκοπούς πειρατικούς , συχνότητες που το ανθρώπινο αυτί δεν αντέχει να αφουγκράζεται. Και θύμωσε . Και αγανάκτησε . Και λυπήθηκε . Και απαγόρεψε στον εαυτό της να ξανασχοληθεί με το είδωλο της . Σκηνή τραβηγμένη από ταινία , η στιγμή που άνθρωπος και πλάσμα συναντιούνται. Μαγεμένος , εκστασιασμένος από την ομορφιά του , τρέχει να αποθανατίσει την στιγμή , με ένα κλικ , με ένα λαικ , αγνοώντας την επιθυμία του να το χαϊδεύει , να το ημερέψει , να το αγαπήσει . Το πλάσμα του βυθού , απογοητευμένο από εκείνον , αρνείται πεισματικά την επανένωση . Το σμίξιμο ανθρώπου και φύσης . Χτύπα την ουρά νευριασμένα και απομακρύνεται , αφήνοντας τον στην δυστυχία του . Γιατί αυτό του πρέπει , γιατί αυτό αξίζει . Ας αγαπήσει το είδωλο του , οπότε έκανε και ξαναέκανε χιλιάδες φορές . Δεν έχει ανάγκη , το πλάσμα του βυθού , την δικιά του αγάπη .

Μα κάπου κάπου , εδώ και εκεί , σε γωνίες που το ανθρώπινο μάτι δεν φτάνει , σε μέρη που η θλίψη του ανθρώπινου σώματος δεν επιδρά και η θάλασσα γιατρεύει τις πληγές της , είναι εκεί . Ακοίμητος φρουρός , το πλάσμα της θαλάσσης, η γοργόνα του βυθού στέκεται σιμά στους πληγωμένους και τους βοηθά. Χωρίς αντάλλαγμα. Και τότε η ψαρένια της ουρά , μετατρέπεται σε πόδια και το σώμα της παίρνει την μορφή ανθρώπου . Την μορφή γυναίκας. Ή μπορεί να είναι απλά , μια θαλασσινή αυταπάτη….

Αριάδνη Εμμανουηλίδου




Η ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

..ως κριτική της Πολυπολιτισμικής Εκπαίδευσης

Η πρώτη μορφή αντιρατσιστικής εκπαίδευσης διαμορφώθηκε στην Βρετανία την δεκαετία του 1980 ως αντίδραση στην «απλοϊκότητα» της πολυπολιτισμικής προσέγγισης. Αφετηρία της αποτέλεσε η ριζοσπαστική κριτική που ασκήθηκε στο πολυπολιτισμικό μοντέλο, την βεβαιότητα για τις μεταβολές και τις παραδοχές του για την ετερότητα και τον ρατσισμό που δύναται να επιφέρει η γνώση του πολιτισμού των άλλων στις στάσεις και τις αντιλήψεις των υποκειμένων.

Ως αντίδραση στην πολυπολιτισμική προσέγγιση που εστιάζει στο υποκείμενο και τις συμπεριφορές του, αρχίζει να αναπτύσσεται μια νέα προσέγγιση, η οποία στοχεύει στην ανάδειξη και τον περιορισμό του ρατσισμού και των διακρίσεων που έχουν έναν θεσμικό και συστημικό χαρακτήρα, μια μετατόπιση ενδιαφέροντος από το άτομο, τις συμπεριφορές και τις στάσεις του, στους θεσμούς και τις κοινωνικές δομές, καθώς και τον τρόπο που αυτές αναπαράγουν τον ρατσισμό στην κοινωνία.

Βασική επιδίωξη του πολυπολιτισμικού μοντέλου είναι η άμβλωση ενδεχόμενων συγκρούσεων μεταξύ των ατόμων που προέρχονται από διαφορετικές ομάδες, μέσω της κατανόησης των διαφορών, δηλαδή η ανάπτυξη μιας δημοκρατικής κουλτούρας, που κολπώνει τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αναγνώρισης του άλλου και την αποδοχή της ισότητας.

Όπως είναι ευρέως γνωστό, ο προσανατολισμός σε μια κοινωνία που διατηρεί την πολιτισμική και γλωσσική της πολλαπλότητα προϋποθέτει τόσο παρεμβάσεις, όσο και αλλαγές που αναφέρονται σε όλο το κοινωνικό σύνολο. Η συλλογιστική της πολυπολιτισμικής προσέγγισης φέρει διττό χαρακτήρα, εστιάζοντας σε αλλοδαπούς και γηγενείς μαθητές.

Ο εμπλουτισμός του προγράμματος σπουδών του σχολείου με στοιχεία από τον πολιτισμό των αλλοδαπών μαθητών πιστεύεται ότι θα ενισχύσει την αυτοαντίληψή τους, γεγονός που θα βελτιώσει τη σχολική τους επίδοση. Αυτή, με την σειρά της, δύναται να επιφέρει ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών. Απεναντίας, επικεντρώνοντας στους γηγενείς μαθητές, υποστηρίζεται ότι η γνώση του πολιτισμού των ξένων, μέσω της εκπαίδευσης, θα αμβλύνει στερεότυπα και προκαταλήψεις, οδηγώντας έτσι στην καταπολέμηση του ρατσισμού.

Ακριβώς πάνω σε αυτήν την προσέγγιση ασκήθηκε έντονη κριτική ριζοσπαστικού χαρακτήρα, που συνετέλεσε την βάση διαμόρφωσης μιας αντιρατσιστικής εκπαίδευσης. Ένα βασικό στοιχείο -ως αντικείμενο κριτικής- αφορούσε τον τρόπο πρόσληψης της ετερότητας. Πρόκειται για την επικράτηση, στην βάση της επιρροής της σκέψης της Σχολής του Σικάγο, ως το στοιχείο κωδικοποίησης των διαφορών. Η εισαγωγή της έννοιας της εθνότητας στον επιστημονικό λόγο είχε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη κάθε μορφής πλουραλισμού ως εθνικοπολιτισμικού. Συνακόλουθα, οδήγησε στην πρόσληψη της πολυπολιτισμικής κοινωνίας ως ενός μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης όπου συνυπάρχουν διακριτές και απόλυτα ξεχωριστές ομάδες.

Έντονη κριτική ασκείται και στον τρόπο προσέγγισης της καταπολέμησης του ρατσισμού. Η βασική θέση της πολυπολιτισμικής προσέγγισης προκύπτει από μια θεώρηση του φαινομένου του ρατσισμού ως πρόβλημα που αφορά τα υποκείμενα και την ενδεχόμενη προβληματική τους κοινωνικοποίηση. Καταλήγει, θεωρώντας ότι στην πραγματικότητα αμβλύνει τις αντιστάσεις των μειονοτικών ομάδων, παρέχοντας τους την ψευδαίσθηση της ισότιμης συμμετοχής. Με αυτόν τον τρόπο η κυρίαρχη κοινωνικά πολιτισμικά ομάδα επιτυγχάνει τον κοινωνικό έλεγχο και την αποτροπή των κοινωνικών αγώνων ενάντια στην καταπίεση που υφίστανται οι μειονοτικές ομάδες.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Κεφάλαιο ψυχανάλυση

Όταν ακούμε την λέξη ψυχανάλυση ,σκιαζόμαστε. Φοβόμαστε , φέρνουμε με τον νου μας τα χειρότερα. Πειράματα , συζητήσεις ανοιχτού περιεχομένου , λύτρωση. Το βασικό και σημαντικότερο . Το ένα και μοναδικό . Η λύτρωση , το τρόπαιο που σου εξασφαλίζει την ευτυχία , την ευτυχία που εσύ ορίζεις , με τους δικούς σου γνώμονες και κανόνες. Και η ψυχανάλυση , δεν είναι απαραίτητο να γίνει με ειδικό. Δεν είναι η ψυχανάλυση κάτι περισσότερο από μια κουβέντα δέκα λεπτών με τον στενό σου φίλο. Τι γίνεται στην περίπτωση που εσύ αγαπάς την ψυχανάλυση ; Τι συμβαίνει όταν επιζητάς να ρίξεις μια ματιά στην βαθύτερη σύσταση των ανθρώπων ; Στα άπλυτα , τα απόμερα , τα απόκρημνα , απόκρυφα σημεία της ψυχής τους ; Όταν νιώθεις την ανάγκη να δώσεις το κλειδί της λύτρωσης σε όλους , γιατί πιστεύεις πως όλοι έχουν δικαίωμα σε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους ; Όταν πιστεύεις πως όλοι αξίζουν το φάρμακο της ευτυχίας γιατί έτσι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος ;

Καταρχάς , οφείλω να σταθώ σε μερικά σημεία. Δεν πρόκειται να σωθούν όλοι. Δεν πρόκειται να βρει γατρειά το ανθρώπινο είδος στην πλειοψηφία του. Είναι αδύνατο , ακατόρθωτο , απλησίαστο. Ούτε όλοι θέλουν να σωθούν. Μερικοί ξεχνούν. Ξεχνούν πως τους βοήθησες και πως στάθηκες δίπλα τους , ωσάν ακοίμητος φρουρός. Ξεχνάνε πόσο έκλαψες με τον πόνο τους και πόσο χάρηκες με την χαρά τους. Ξεχνάνε , θυσίες , πολύτιμο χρόνο , που κάθισες για να τους γιατρέψεις , λησμονούν , διαγράφουν από την μνήμη τους , κάνουν πως δεν ξέρουν. Και προτιμούν να προσφύγουν σε άλλους , που δηλητηριάζουν την ήδη υπάρχουσα πρόοδο. Με ψέματα και αυταπάτες ! Όμως , η ψυχανάλυση δεν γίνεται για τους λίγους , για την μειοψηφία . Στόχος μας είναι οι πολλοί. Η κάθαρση της ψυχής τους , και συνάμα η δική μας . Γιατί , το να καταλαβαίνεις τους ανθρώπους , έχει και την καλή του πλευρά , το δώρο , την αξία του αυτούσια. Μερικοί το βρίσκουν βαρετό , να κάθεσαι και να ακούς τα προσωπικά του άλλου. Άλλοι το βρίσκουν πηγή ειδήσεων και κουτσομπολιού. Όμως η ψυχανάλυση , είναι το ομορφότερο πνευματικό αγαθό που μπορεί να κατέχει κάποιος.  Και ξέρεις γιατί ; Η σωτηρία της δικής σου ψυχής , κρύβεται ανάμεσα στις χαραμάδες της ψυχής του ατόμου , που κάθεται απέναντί σου.

Η ώρα της λύτρωσης κοντοζυγώνει , με την “άφεση “ αμαρτιών του ανθρώπου που ψυχολογείς . Μέσα από τα δικά του τραύματα , εξερευνείς τον εαυτό σου , αποφεύγεις συμπεριφορές , παράδειγμα προς μίμηση / αποφυγή για σένα. Ανακαλύπτεις μια διαφορετική διάσταση των πραγμάτων και ξεφεύγεις από την απόλυτη πλευρά της ζωής . Γεμίζεις το σώμα σου με “φρέσκο αίμα “ αντιλήψεων και προβλημάτων που μέχρι τώρα δεν παρατηρούσες. Οδηγείς μια ψυχή προς την κάθαρση , προς την ανεύρεση της αλήθειας , προς την λύτρωση που λαχταρά και επιθυμεί ! Πιο όμορφο συναίσθημα από το να βοηθάς τους άλλους , δεν υφίσταται , δεν ανιχνεύεται , δεν υπάρχει. Η ευτυχία στα μάτια τους , όταν λύνεται το πρόβλημα , όταν μπορούν και θέλουν να ανοιχτούν , όταν τους βοηθάς να ξεπεράσουν τις ανασφάλειες τους και όταν σου το ΑΝΑΓΝΩΡΊΖΟΥΝ, είναι θείο δώρο. Κοιτώντας τα μάτια των ανθρώπων καταλαβαίνω πολλά για εκείνους, για την φύση τους , για τα τραύματα τους , για τον τρόπου που τους ώθησε να συμπεριφέρονται έτσι. Άλλοι συγχωρούνται , άλλοι όχι.

Αν πιάσεις το χέρι μου , το χέρι που εσύ θεωρείς βήμα προς την λύτρωση , το χέρι που σε οδηγεί στην ψυχανάλυση , θα νιώσεις αμέσως την ζεστασιά που σου προσφέρει η ειλικρίνεια που υπάρχει στο κενό αέρος. Κανένα μυστικό δεν τολμήσει να διαβεί τις πόρτες που εμείς θα ορίσουμε και καμιά θεϊκή ύπαρξη δεν θα γνωρίζει τι λέμε και τι εννοούμε. Η ψυχανάλυση , το άνοιγμα της ψυχής , η λύτρωση , θέλει απομόνωση , μυστικότητα , προσήλωση . Κόπο και τρόπο , ηρεμία και αποδοχή , εστίαση στον στόχο , γαλήνη και ψυχική προετοιμασία. Είναι δύσκολο να ανοιχτεί κάποιος , το γνωρίζω , δεν είναι άλλωστε και το πιο λογικό πράγμα , στην κοινωνία που ζούμε . Δεν χωράνε άβολες καταστάσεις μεταξύ τους . Δεν μπορείς να αρνηθείς , όταν ο άλλος σου ζητά να αναλύσει την ψυχή σου . Επιθυμεί διακαώς να σε λυτρώσει , να σε οδηγήσει στην ευδαιμονία που εσύ θα επιλέξεις .

Είναι όμορφο να διεισδύεις στην ψυχή των ανθρώπων . Και ας λένε μερικοί πως πρέπει να κοιτάς εσένα πρώτα . Μέσα από τους άλλους μαθαίνεις να ζεις με ορθά πρότυπα , με δικούς σου κανόνες και μοιράζεσαι εμπειρίες και νέες απόψεις . Οι ψυχές των ανθρώπων είναι όμορφες , αυτές καθαυτές , απλά κάποιοι φρόντισαν να τις λασπώσουν πριν καν βγάλουν τα πρώτα άνθη τους . Γονείς , φίλοι , πρώην , δεν έχει σημασία . Η ζημιά που μπορείς να κάνει στην ψυχή του άλλου είναι ανυπολόγιστης αξίας . Και κανένας δεν σε τιμωρεί για αυτό . Ίσως θα έπρεπε να είχαμε όλοι μια ψυχανάλυσης στην ζωή μας , κάποιον να λέμε τα αληθινά προβλήματα μας , τις βαθύτατες σκέψεις μας , την αγωνία και τις ανασφάλειες μας . Ίσως και όχι . Οι άνθρωποι δεν αξίζουν να έχουν δίπλα τους κάποιον να τους ψυχαναλύει και να τους οδηγεί προς την λύτρωση , όταν οι ίδιοι δεν το εκτιμούν . Όταν δεν σέβονται την προσπάθεια του . Όταν τον κατακεραυνώνουν και τον απομακρύνουν , τον μοναδικό σωτήρα τους . Μα δεν είναι όλοι έτσι . Ανακαλύπτεις μόνος σου και αποφασίζεις . Ποιος θα είναι ψυχαναλυτής , αν αξίζει η ψυχανάλυση , πως τέλος πάντων θα ανοιχτείς σε κάποιον .

Η ψυχανάλυση , το ομορφότερο δώρο . Ευχή και κατάρα . Ή και όχι .

Αριάδνη Εμμανουηλίδου




Βιβλιοκριτική : “Αγαπητέ Θεέ” του Έρικ Εμανουέλ Σμιτ

Το Αγαπητέ Θεέ του Έρικ Εμανουέλ Σμιτ , είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα το οποίο αποτελεί το τρίτο μέρος της σειράς «Cycle de l’invisible», που δημοσιεύθηκε το 2002. Μέσα σε λίγες σελίδες είναι ικανό να διδάξει την αισιόδοξη όψη της ζωής και τη δύναμη του ανθρώπου. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να μας αγγίξει περισσότερο, αν δεν αναφερόταν σε κάτι που μας τρομάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας, τον θάνατο.

Με την πρώτη ματιά, το κείμενο μπορεί να χαρακτηριστεί ανάλαφρο , ενώ γρήγορα συναντάται και το κωμικό στοιχείο , πάντοτε μέσα από το πρίσμα της παιδικής ματιάς του πρωταγωνιστή. Η δομή του είναι ξεκούραστη χωρίς υπερβολικές επεξηγήσεις και μακροσκελείς αναλύσεις των αναλύσεων. Η μικρή έκτασης του δε, φέρνει στην επιφάνεια ιδέες ουσιώδεις για τη ζωή, που καταφέρνουν να κερδίσουν την καρδιά μας και να φωτίσουν όλα εκείνα τα σκοτεινά και τα δύσβατα μονοπάτια του καθενός μας.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι Όσκαρ, ένα δεκάχρονο αγόρι που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο με λευχαιμία. Στο μικρό διάστημα της νοσηλείας του θα κάνει φίλους, θα προλάβει να ερωτευτεί και θα έχει στο πλευρό του την αγαπημένη του θεία Ροζ που ήταν δίπλα του από την πρώτη κιόλας στιγμή και μοιραζόταν μαζί του τη μυστική της ταυτότητα και τις ευρηματικές ιστορίες της.

Στις επιστολές που απευθύνει στο Θεό ,σε καθημερινή βάση, ο ίδιος μιλάει ανοιχτά για ό,τι μπορεί να τον απασχολεί: για όσα που τον νευριάζουν, και για εκείνα που δεν μπορεί να καταλάβει. Γράφει με τρόπο ώριμο , μεστό και την ίδια στιγμή εύθυμο.

Όπως μεγαλώνουμε όλοι μας, έτσι και ο Όσκαρ, μαθαίνει πως τα καλύτερα στη ζωή μας έρχονται όταν συνεχίζεις και δεν τα παρατάς, και πως κάθε παιδί πρέπει να κάνει υπομονή για να μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς των προσπαθειών του. Αν δεν υπάρχει όμως μέλλον; Κι αν όλα είναι τόσο μακρινά και το τέλος τόσο κοντά;

Η ιδιόμορφη αυτή επικοινωνία του θα τον βοηθήσει να κρατήσει την πίστη του γι’ αυτό που πρόκειται να έρθει, ό,τι κι αν είναι αυτό, ενώ παράλληλα θα καταφέρει να δημιουργήσει ξανά ουσιαστικές σχέσεις με τον περίγυρό του. Παρά την σκληρή πραγματικότητά του κεντρικού ήρωα την οποία πραγματεύεται, είναι γεμάτο χιούμορ και αισιοδοξία, καρποί αληθινής αγνότητας του Όσκαρ.

Ήδη από την αρχή της ανάγνωσης τα γεγονότα και τα χρονικά άλματα σε προλαβαίνουν. Σκέφτεσαι ότι μάλλον πρόκειται για κάποιο λάθος, ίσως κάποιο όνειρο… γιατί ο Όσκαρ χθές ήταν δέκα ετών και τώρα ήδη είναι δεκαπέντε και στις επόμενες σελίδες συζητάει για την συντροφική του σχέση με την Πέγκυ Μπλού και τον γάμο του :

«Ό,τι σιχαινόμουν πριν, όταν ήμουν νέος, τα φιλιά, τα χάδια ―ε, λοιπόν, τελικά μου άρεσαν. Περίεργο πώς αλλάζει ο άνθρωπος, ε;»

Απόσπασμα από το βιβλίο

Συνειδητοποιούμε ότι ο μικρός μας φίλος έχει ανάγκη να βιώσει κάθε στάδιο της ενήλικης ζωής του με τα καλά και τα κακά της, γιατί διαφορετικά μπορεί να μην τα καταφέρει.

«Μονάχα ο Θεός έχει το δικαίωμα να με ξυπνήσει».

Απόσπασμα από το βιβλίο

Τα κυρίαρχα στοιχεία είναι η γλυκύτητα, η ουσιαστική όρεξη για ζωή και η ώριμη αντιμετώπιση ως προς τα μελλούμενα. Αυτό το βιβλίο με συγκίνησε βαθιά και θα το θυμάμαι πάντα με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Ο Όσκαρ μέσα από αυτές τις σελίδες έγινε φίλος μου και θα κουβαλώ τις συμβουλές και τις διδαχές του πάντοτε μαζί μου. Μικρό , συγκινητικό , ευκολοδιάβαστο. Αξίζει να διαβαστεί ❤️ Το διάβασα κυριολεκτικά μέσα σε 24 ώρες , μέσω του @scribd .

Η αισιοδοξία στην ζωή μας πρέπει να είναι δικό μας δημιούργημα. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μια θεία Ροζ να μας γεμίζει ελπίδα και να θέτει στόχους για εμάς. Στο βιβλίο της ζωής μας , οι συγγραφείς είμαστε εμείς.

Η μεταφορά του βιβλίου στην μεγάλη οθόνη πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2009 , σε μια γαλλική, βελγική και καναδική συμπαραγωγή με τίτλο Oscar et la dame rose το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Éric-Emmanuel Schmitt. Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα , συνεπώς η απόδοση των διαλόγων είναι στην γαλλική γλώσσα. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τον Amir Ben Abdelmoumen ως Όσκαρ και την Michèle Laroque ως Θεία Ροζ.

Αφίσα της ομότιτλης ταινίας.

Σας παραθέτω τους συνδέσμους για να διαβάσετε αυτό το γλυκό βιβλίο και να γίνει ο μικρός Όσκαρ και δικός σας φίλος.

https://www.scribd.com/doc/219399997/Eric-Emmanuel-Schmitt-Agapite-Thee
Αγαπητέ Θεέ / Éric-Emmanuel Schmitt / Εκδόσεις Opera (2013)

Reminder !!! Μην διαβάσετε τα post των blogs και τα σχόλια στο Goodreads πριν την ανάγνωση του βιβλίου, θα χαθεί μέρος της μαγείας.

Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Opera σε μεταφράση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Ως την επόμενη βιβλιοκριτική , αναγνωστικούς χαιρετισμούς …

Νένα Ευθυμιάδου