1

Εχέφρων: “ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης”

Δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ.
Είχα αγωνία.
Έχω ήδη τρεις μήνες στη Θεσσαλονίκη,
μα σήμερα θα πρέπει να επιστρέψω στην πόλη μου.

Μα αυτό δε με ενοχλεί τόσο.
Δε με ενοχλεί τόσο η επιστροφή.
Με ενοχλεί η νοσταλγία με την οποία με βαραίνει αυτή η πόλη.
Όμως είναι μια πολύ γλυκιά νοσταλγία, όπως κάθε άλλη.

Τα πήρα όλα; Μάλλον όλα τα πήρα.
Δυόμισι ώρες κοντά είναι ο Βόλος, και ούτε δυόμισι.
Ελπίζω να είμαι μόνος μου στο λεωφορείο για να μπορέσω να κοιμηθώ.
Ή να σκεφτώ.

Αλλιώς μπορώ να κάνω αυτό που γνωρίζω καλύτερα: να παρατηρώ τους ανθρώπους.
Στο δρόμο, στα καταστήματα, στα εστιατόρια, στο ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης.
Γιατί κινούνται έτσι; Γιατί συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο;
Θα μπορούσα να καθίσω σε μια γωνιά και να τους παρατηρώ για ώρες.

Όμως κύλησε ο χρόνος και πρέπει να φύγω.

Εχέφρων




Εχέφρων: “22.11”

Κάθε ημέρα είναι μια μικρή ζωή. Κάθε ξύπνημα μια μικρή γέννηση, κάθε καθάριο πρωινό μια μικρή νεότητα, κάθε πλάγιασμα για ύπνο ένας μικρός θάνατος.

Τίναξα το πάπλωμα στην αριστερή μεριά του κρεβατιού μου.
Σήμερα δεν ήταν και τόσο βαρύ και ξύπνησα πρόθυμος.
Το ρολόι γράφει τα νούμερα οχτώ και είκοσι.
Και το οχτώ είναι ο αγαπημένος μου αριθμός.

Ονειροπόλησα λίγο.

Είδα έξω απ’ το παράθυρο παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο αργοπορημένα.
Είδα αδέσποτα στους δρόμους να κρατούν συντροφιά στα άδεια στενά.
Είδα ανθρώπους να πουλάνε τη ζωή τους με το κιλό στα εργασιακά σφαγεία.
Είδα δύο γάτες στο πεζοδρόμιο να τρίβονται στα πόδια των βιαστικών περαστικών.

Κάθε γραμμή και μια εικόνα που προσπαθώ να μεταδώσω στο μυαλό σου.
Κάθε εικόνα κι ένα συναίσθημα που προσπαθώ να σου εμφυσήσω.
Κάθε συναίσθημα κι ένα χρώμα στην παλέτα του ψυχισμού μου.
Γι’ αυτό προσέχω ποια θα επιλέξω για να συνθέσω τον καμβά της ζωής μου.

Θανάσης Μουλιός




Εχέφρων: “Αποτεφρωτήριο Σκέψεων”

Έχω δέσει στο αριστερό μου χέρι ένα μολύβι.
Έχω μασήσει το πίσω μέρος του.
Μπορεί και να έχω λίγο άγχος τελευταία ή γενικά.
Μπορεί απλά να με διακατέχει ο συνήθης εκνευρισμός μου.

Με το δεξί μου χέρι στερεώνω το κεφάλι μου.
Αν το αφήσω θα πέσει και ίσως σπάσει.
Γιατί είναι πια εύθραυστο.
Και δε φτάνει το χαρτί όλου το κόσμου για να απορροφήσει το κόκκινό μου χρώμα.

Αποφάσισα να γράψω αφού αυτή η ώρα μου προσφέρει περισσότερα από κάθε άνθρωπο.
Δεν ξέρω αν έχω περισσότερο καιρό να γράψω ή να αγαπήσω πραγματικά.
Αν ισχύει αυτό, τότε όσα διαβάζεις είναι ψέματα.
Όμως αγαπώ αυτά που γράφω και γράφω συχνά.

Και μην αναρωτηθείς γιατί αγαπώ αυτά που γράφω.
Γράφω γιατί το χαρτί έχει γίνει πλέον η σχεδία μου.
Γράφω γιατί το μολύβι έχει γίνει πλέον το κατάρτι της.
Γράφω για να ξεφύγω από τις Σειρήνες του μυαλού μου.

Καμία ουσία, κανένα βαθύτερο νόημα στο παρόν γραπτό.
Αθώες σκέψεις μου στο λευκό, προσωπικό μου αποτεφρωτήριο.
Και ξέρεις τι;
Στο τέλος θα κάψω και τις στάχτες τους.
(Και θα καώ μαζί τους.)

Θανάσης Μουλιός




Εχέφρων: “4.11”

Και πάλι θυσιάζω σκέψεις σ’ ένα βωμό λευκό και χάρτινο.
Και πάλι τις σφάζω με το ξύλινό μου όπλο.
Μη νομίζεις, δεν είναι παρά ένα συναισθηματικά φορτισμένο κομμάτι ξύλο που κάποιος ονόμασε
“μολύβι” επειδή η λέξη “ξύλο” είναι αόριστη.
Εγώ το θεωρώ όπλο στα κατάλληλα χέρια.
Ή και άμυνα.
Μα η θυσία αποτυγχάνει, γιατί δεν πεθαίνουν.
(Γιατί;)
Έχουν ήδη πεθάνει.
Έχουν ήδη αυτοκτονήσει από τη στιγμή που απέδρασαν από τη σάρκινη φυλακή τους.
Για να καταλάβεις, οι σκέψεις μου είναι ψάρια που βγαίνουν στη στεριά και αδυνατούν να
αναπνεύσουν.
Χαροπαλεύουν επάνω στα αλατισμένα και ηλιοκαμμένα βότσαλα, χωρίς να ξέρουν πως σύντομα
θα πεθάνουν.
Ή θα λυτρωθούν, καλύτερα.
Οι σκέψεις μου είναι επίσης πουλιά που πετούν ανέμελα στον ουρανό της αγάπης, του έρωτα και
της ενσυναίσθησης.
Μα για κάποιο λόγο αποφασίζουν να σταματήσουν να φτερουγίζουν.
Σταματούν να φτερουγίζουν και διέπονται από μια αυτοκαταστροφική μανία.
Μια μανία να σκάσουν με φόρα επάνω στο έδαφος και να αφήσουν εκεί το σημάδι τους.
Έτσι κι εγώ συνεχίζω να αδειάζω τον ψυχισμό μου μου επάνω στο λευκό, άψυχο χαρτί.
Συνεχίζω να καίω σα σπίρτα μία-μία τις σκέψεις μου μέχρι να αδειάσει το σπιρτόκουτο.
Συνεχίζω να ράβω γράμματα και λέξεις μεταξύ τους.
Και το τελικό υφαντό θα είναι ή υπέροχο ή απαίσιο.
Τίποτα ενδιάμεσο.
Ή ένα ή μηδέν.

Θανάσης Μουλιός




Mors ultima ratio

«Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση,

η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.»

(Γ. Ρίτσος)

“Mors ultima ratio” ή αλλιώς “ο θάνατος έχει τον τελευταίο λόγο.” Επέλεξα αυτό το λατινικό απόφθεγμα ως τίτλο για το παρόν μου άρθρο, καθώς θα ήθελα να αναλύσω το “βαρύ” μα καθημερινό θέμα αλλά και τη σημασία του θανάτου. Τι είναι αυτό που μας κάνει να φοβόμαστε το θάνατο; Τι είναι αυτό που μας κάνει να αποφεύγουμε να αναλύσουμε τον όρο “θάνατος”; Είναι μήπως όλα αυτά έμφυτα στοιχεία του ανθρώπου και απλώς ισχυροποιούν το ανθρώπινο στοιχείο μας, ή μήπως μεγαλώνουμε με λάθος αντιλήψεις;

Θα ήθελα να ξεκινήσω αναλύοντας τον όρο “θάνατος”, δίνοντας μια όσο το δυνατόν καλύτερη ερμηνεία για αυτόν. Με μια απλή και πολύ γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα έβρισκε κανείς πληθώρα ερμηνειών για τη λέξη αυτή. “Θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής, δηλαδή η οριστική παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών που υποστηρίζουν τη διαβίωση ενός οργανισμού.” Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το αγαπητό μας διαδίκτυο, ο θάνατος είναι το συνώνυμο της φθοράς και, κατ’ επέκτασιν, το αντώνυμο της υπόστασης, του “ζῆν” και του “ὑπάρχειν”. Επιπλέον, υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία που διατυπώνει πως ο θάνατος είναι το συνώνυμο του χρόνου. Γιατί, όμως; Προφανώς επειδή ο χρόνος με τη σειρά του είναι το συνώνυμο της φθοράς, κυρίως της υλικής, και του γήρατος. Κάθε, δηλαδή, ον που υπάρχει, από τη στιγμή που θα πρωτουπάρξει, θα δεχθεί επάνω του την επίδραση της δύναμης του χρόνου, μιας δύναμης που είναι ακαθόριστη και μιας δύναμης που συνεχώς “κυλάει” με τον ίδιο πάντα ρυθμό και μονάχα προς μια κατεύθυνση, από το παρόν προς το μέλλον, έχοντας ήδη πλέξει το υφαντό του παρελθόντος. Τελευταίο μα εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός πως το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων θα εξέφραζαν την άποψη πως ο θάνατος είναι και συνώνυμο της απώλειας και, με τη σειρά του, του πένθους και του θρήνου. Ασφαλώς, ο θάνατος -και η απώλεια- είναι από τα πιο έντονα φορτισμένα γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου. Από τη μέρα που βλέπουμε το φως του ηλίου γνωρίζουμε ότι κάποια μέρα θα σταματήσουμε να το βλέπουμε, όχι μόνο εμείς, αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Η γνώση, όμως, αυτή ποτέ δεν μας προετοιμάζει για το θάνατο.

Είναι μήπως αυτή η φοβία απέναντι στο θάνατο -και οι λόγοι της φοβίας- αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης μας ή είμαστε μεγαλωμένοι με λανθασμένες αντιλήψεις; Θα έλεγε κανείς πως, δεδομένου ότι όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή, το άγχος που τρέφουμε για το θάνατο είναι ένα φυσιολογικό μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας και φύσης. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, για πολλούς από εμάς, η σκέψη για τον θάνατο μπορεί να προκαλέσει φόβους χωρισμού, απώλειας, πόνου και άγχους, καθώς δε θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας ή να χάσουμε αυτούς που αγαπάμε. Αυτός ο φόβος έχει τη δύναμη να παρακινήσει μια καλή ζωή. Μας ενθαρρύνει να δείχνουμε την αγάπη μας σε αυτούς που αγαπάμε, να δημιουργούμε διαρκείς αναμνήσεις, να κυνηγάμε τις ελπίδες και τα όνειρά μας και να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας. Επομένως, η φοβία απέναντι στο θάνατο είναι ένα συναίσθημα, και τα συναισθήματα είναι ένα ισχυρό και αναπόσπαστο κομμάτι του “ζῆν”. Τα συναισθήματα αποτελούσαν ανέκαθεν ένα σύστημα άμεσης υπόδειξης και μας ειδοποιούν για καταστάσεις ώστε να πράξουμε αναλόγως.

Επιλογικά, θα έλεγε κανείς πως ο θάνατος είναι ένα αναμενόμενο γεγονός στον κύκλο ζωής του κάθε ανθρώπου, όμως ο τρόπος του θανάτου, η σχέση που είχαμε με το πρόσωπο που φεύγει, καθώς και οι δικές μας αντιλήψεις και προκαταλήψεις σχετικά με το θάνατο, μας κάνουν να φοβόμαστε και να θεωρούμε “ταμπού” το συγκεκριμένο θέμα. Παρόλα αυτά, δεν παύει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης και, όπως διατύπωσε ο Μάρκος Αυρήλιος αρκετά χρόνια πίσω, πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θάνατο με ευαρέσκεια καθώς είναι ένα από τα πράγματα που θέλει η φύση.

Θανάσης Μουλιός




“Αγάπησες ή πέθανες;”

Η αγάπη δεν είναι μπακάλικο.
Nα μετράς τι έδωσες εσύ. Τι εγώ. Τι ο άλλος.
Ή δίνεις από την ψυχή σου και βγάζεις τον σκασμό.
Ή κάτσε στη γωνίτσα σου και μέτρα τι δεν πήρες.”

Αλκυόνη Παπαδάκη

Αποφάσισα να συγγράψω το παρόν άρθρο γιατί με προβληματίζουν το τελευταίο διάστημα δύο ερωτήματα: το πρώτο μου ερώτημα έγκειται στο τί είναι η πραγματική και τί η ανιδιοτελής αγάπη, πως, δηλαδή, ορίζεται εκείνο το συναίθημα που μας διακατέχει όταν λέμε πως “αγαπάμε” κάποιον, και το δεύτερο ερώτημα είναι γιατί η αγάπη θεωρείται το μεγαλύτερο και το ισχυρότερο όπλο του σύμπαντος, από τα αρχαία ήδη χρόνια. Αφορμή για το παρόν άρθρο στάθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, κάποια προσωπικά βιώματα και σκέψεις που καταλαμβάνουν χώρο στον εγκέφαλό μου εδώ και αρκετό καιρό, βιώματα και σκέψεις που αποτέλεσαν παράλληλα και κάποιο είδος πνευματικής τροφής για άλλη μια εσωτερική αναζήτηση από μεριάς μου.

Θα αρχίσω, λοιπόν, το παρόν άρθρο με τον ορισμό της αγάπης, όπως ακριβώς τον έχω αποτυπωμένο στο μυαλό μου, καθώς δε νοείται να προχωρήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, αφήνοντας αναπάντητο το πρώτο. Ξεκινώντας, θα συμφωνούσαν πολλοί άνθρωποι, η πλειοψηφία, θα έλεγα, των ερωτηθέντων σε μια υποθετική έρευνα, πως η αγάπη είναι συνώνυμο του ενδιαφέροντος και της φροντίδας που αισθανόμαστε πως θέλουμε να παρέχουμε ή να προσφέρουμε σε κάποιο άτομο. Νιώθουμε πως το συγκεκριμένο άτομο αξίζει το μεγαλύτερο ποσοστό της προσοχής μας, αισθανόμαστε, δηλαδή, την ανάγκη να του προσφέρουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του ενδιαφέροντος μας, συγκριτικά με οποιοδήποτε -σχεδόν- άτομο στον πλανήτη τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το ότι, στο μίγμα αυτό που ονομάζουμε αγάπη, θα πρόσθετε κανείς και τον παράγοντα “άνθρωπο”. Με άλλα λόγια, δεν αγαπάμε ένα άτομο αποκλειστικά και μόνο κατά το διάστημα στο οποίο είναι ο ερωτικός μας σύντροφος, ο φίλος, ή η φίλη μας, αλλά συνεχίζουμε να εκφράζουμε ή να νιώθουμε, έστω, το ίδιο, ακόμη και μετά την πάροδο της ημερομηνίας λήξης της προαναφερθείσας σχέσης με το άτομο αυτό. Αγαπάμε, δηλαδή, το άτομο για αυτό που είναι απέναντι στην κοινωνία και όχι αποκλειστικά και μόνο για αυτό που είναι απέναντι σε εμάς τους ίδιους. Αυτός είναι και ο ορισμός που δίνω εγώ στον όρο “αγάπη”. Παρόλα αυτά , θα έλεγα πως αγάπη είναι και το να καταφέρνουν δύο άτομα να “αγγίξουν” το ένα την ψυχή του άλλου, να υπάρχει ανάμεσά τους ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, αλληλοβοήθεια και αλληλοσεβασμός, και μια μορφή “καρδιακής σύνδεσης”. Στην απάντηση του πρώτου αυτού ερωτήματος θα ήθελα, τέλος, να προσθέσω και το ότι σχεδόν όλοι μας έχουμε αισθανθεί να μας αγαπάνε και έχουμε δώσει επίσης αγάπη, όμως ποτέ μας δεν καταφέραμε να χωρέσουμε την αγάπη αυτή σε λέξεις. Καταλήγουμε, έτσι, στο ότι η αληθινή αγάπη μεταφράζεται με τις πράξεις.

Όσον αφορά το επίθετο “ανιδιοτελής” που τείνει να συνοδεύει την αγαπή, αυτό έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με έναν διαφορετικό όρο: τον όρο “αντάλλαγμα”. Ανιδιοτελής, λοιπόν, είναι εκείνη η αγάπη που αισθανόμαστε για το άτομο που έχουμε απέναντί μας, δίχως όμως να περιμένουμε κάποιο αντάλλαγμα -ή κάποια χάρη- από μεριάς του για αυτό που εμείς με τη θέλησή μας του προσφέρουμε. Ασφαλώς, κανείς δε θα διαφωνούσε με το ότι υπάρχει και η ιδιοτελής “αγάπη”, ειδάλλως δε θα υπήρχε λόγος για την έκφραση της παρούσας ανησυχίας μου και, κατ’ επέκτασιν, τη συγγραφή του παρόντος άρθρου. Ακόμη, στον ορισμό αυτό της ανιδιοτελούς αγάπης θα πρόσθετε κανείς -και ανάμεσα σε αυτά τα άτομα κατατάσσω και τον εαυτό μου- πως είναι εκείνη η αγάπη που ξέρει να μένει, όχι μόνο στα εύκολα, αλλά και στα δύσκολα. Το κομμάτι αυτό της αγάπης είναι και το πιο δύσκολο, καθώς έχουμε συνηθίσει -αντανακλαστικά- να τη σκαπουλάρουμε από κάθε ψυχοφθόρο κατάσταση με την παρουσία της πρώτης δυσκολίας. Μήπως άραγε είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης μας; Θα συμφωνούσαν κάποιοι. Ανάμεσά τους κι εγώ. Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα διατυπώνει το νόμο της αδράνειας, ότι δηλαδή κάθε αντικείμενο έχει την τάση να παραμένει ακίνητο στην παραμικρή αλλαγή της φυσικής του κατάστασης. Εξ απαλών ονύχων οι γονείς μας φροντίζουν πολύ για εμάς και μας παρέχουν κάθε άνεση που μπορούν. Ως αποτέλεσμα, βρίσκουμε την άνεση άνετη και γίνεται η προεπιλεγμένη μας κατάσταση. Αυτό, λοιπόν, συμβαίνει και στην περίπτωση των δυσκολιών στην -ανιδιοτελή- αγάπη.

Όσο για το ερώτημα περί της ισχύος της αγάπης, θα έλεγε κανείς πως ο κύριος λόγος αυτής (της ισχύος) είναι το γεγονός πως δίνει μια σημαντική αιτία στους ανθρώπους να συνεχίσουν να ζουν, να συνεχίσουν να προσφέρουν και να συνηθίσουν να μην περιμένουν αντάλλαγμα για κάθε τους πράξη-κίνηση. Αυτά καθιστούν την πραγματική αγάπη ένα από τα πιο ισχυρά, αν όχι το ισχυρότερο όπλο στην ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης. Θυσιάζουμε πολλά για την αγάπη. Τόσα πολλά δε θα θυσιάζαμε για κανέναν άλλο λόγο ως άνθρωποι.

Ως επίλογο στο παρόν άρθρο θα σημειώσω ότι η αγάπη είναι εκείνο το συναίσθημα που αποτελεί δώρο για τους ανθρώπους, είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε πλήρως και σχεδόν αδύνατο να εκφραστεί με τη βοήθεια των λέξεων. Όπως διατύπωσε και ο Μένανδρος, από την αγάπη τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο ή ίσο.

Θανάσης Μουλιός




Η μελαγχολία του εγωκεντρισμού μου

“Κάτω από το φως των εγωισμών μας είμαστε όλοι εκθρονισμένοι μονάρχες.”

Τσάρλι Τσάπλιν, 1889-1977, Βρεατανός ηθοποιός

Ένα μικρό, μοναχικό μαγαζί, ουδείς φίλος και ουδεμία φίλη για παρέα, ένα μπουκάλι κατακόκκινο ημίγλυκο κρασί και ένα κολωνάτο ποτήρι. Όσο για φαγητό, θα διάλεγα το “εγώ” μου μαριναρισμένο σε άφθονη μελαγχολία. Ένα δείπνο αφιερωμένο στην πάρτη μου, γιατί αγαπώ τον εαυτό μου.

Πλέον αγαπώ τον εαυτό μου περισσότερο από το φυσιολογικό. Στο παρελθόν συνήθιζα να τον υποβιβάζω, οπότε του το χρωστάω. Μου το χρωστάω. Μα τελευταία κατασπαράζει την ψυχική μου υγεία αυτή η καλλιέργεια του εγωκεντρισμού μου και νιώθω απαθής μέσα σε ένα καρυδότσουφλο καταμεσής του Ειρηνικού ωκεανού. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει πραγματική ευτυχία μέσα στον εγωισμό. Δίνεται χώρος στη δυστυχία, κι έτσι γεννάται η απληστία, η σκληρότητα, η αδικία, η εκμετάλλευση των άλλων. Στο παρελθόν λειτουργούσα με βάση ένα απόφθεγμα του Ουίλιαμ Όσλερ, ότι δηλαδή ήρθαμε στον κόσμο, όχι για να πάρουμε ό,τι έχει η ζωή για τον εαυτό μας, μα και για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τη ζωή των άλλων πιο ευτυχισμένη. Ίσως λανθασμένες επιλογές και ελλιπής κριτική ικανότητα να με ώθησαν σε αυτή μου την εγωλατρία.

Ωστόσο δεν έχουν αλλάξει πάρα πολλά. Βρήκα την γκρίζα εκείνη ζώνη μεταξύ άσπρου και μαύρου και τη θεώρησα το πιο όμορφο σημείο για έναν άνθρωπο. Ή έστω για τον δικό μου άνθρωπο. Εκεί θα χτίσω τον εαυτό μου, από το έδαφος, ξεκινώντας από τα θεμέλια. Γιατί; Επειδή ο εγωισμός στο τέλος ποτέ δε μου επέτρεψε πραγματικά να έχω υγιείς σχέσεις, αφού συνήθως πήγαινε χέρι-χέρι με τις ανασφάλειές μου και κάθε απογοήτευση φάνταζε θύελλα στα μάτια μου.

Εξάλλου το σύμπαν —με μια μικρή, ασήμαντη εξαίρεση— αποτελείται από τους άλλους.




Εχέφρων: “Νεκρή Ωδή”

Αποφάσισα να αναρτώ -ανά διαστήματα- και από κανένα γραπτό μου, που δεν είναι παρά σκέψεις που έχω γεννήσει εγώ αποτυπωμένες στο χαρτί, μερικές φορές χωρίς ιδιαίτερη συνοχή ή συνεκτικότητα. Εξάλλου η αρθρογραφία κουράζει ώρες ώρες…

Σκοπός μου με το παρόν γραπτό είναι να εκφράσω κάποιες ανησυχίες μου σε όσους προσφερθούν να το διαβάσουν.

Στα ακουστικά μας παίζουν κηδείες, πάντα πρώτοι στις πορείες και στις ψυχοθεραπείες.
Είμαστε παιδιά του σκότους, για παρέα τις χημείες και στο δρόμο μονολόγους.
Με το πρώτο φως στον ουρανό το μάτι μας ανοίγει και ξυπνάμε, και τις άλλες που αργά κοιμόμαστε με συναίσθημα μεθάμε.
Στους δρόμους παραμιλάμε και σκοντάφτουμε στα ψυχολογικά μας γιατί κάποια δύσμοιρα μυαλά τα βάλαν με τη γενιά μας.
Και τα βράδια πάλι γράφουμε και πάλι πίνουμε και στίχους πλέκουμε ως το πρωί που η θλίψη γίνεται πανωφόρι μας.
Και εκεί στην ανηφόρα μας όρθιοι στα πόδια μας πάλι μονολογούμε και παίζουμε με τα ζόρια μας.
Μα προσέχουμε τα νώτα μας με τις άσπρες ξιφολόγχες μας κι οργώνουμε το χώμα για ν’ αναθρέψουμε τους σπόρους μας.
Κι αν το μέλλον μας λερώσουν, με χαμόγελα και ποίηση το φθόνο τους θα κάψουμε.
Και στο γκρεμό των αναμνήσεων τα γραπτά μας θα πετάξουμε.
Και μαζί τους θα πετάξουμε με κέρινα φτερά και σαν τον Ίκαρο στη θάλασσα θα βουλιάξουμε.
Κι απ’ το βυθό της μουσικής με γράμματα καταστροφής ως τον ουρανό της ποίησης θα φτάσουμε μ’ απώτερο σκοπό τον κόσμο σας ν’ αλλάξουμε.
Και μετά θ’ αυτοκτονήσουμε ακροβατώντας στα λεκτικά σχοινιά μας με τα κεφάλια μας κομμένα και τα πέλματα γδαρμένα.
Θα είναι άλλη μια νεκρή ωδή στην κοινωνία των ζώντων που θα φτάσει στα τύμπανα όλων των απόντων.
Εχέφρων – Νεκρή ωδή

Θανάσης Μουλιός / Εχέφρων




“Αγαπητό μου ημερολόγιο…”

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Ξημέρωσε κιόλας αναπόφευκτα, και, για άλλη μία φορά, βρίσκομαι από πάνω σου και γράφω αυτές τις λέξεις, που εύχομαι να γεννήσουν όμορφες προτάσεις και να αγγίξουν έστω έναν συνάνθρωπο, όχι στον εγκέφαλο, αλλά εκεί που δε θα έφταναν οι λέξεις και οι εικόνες. Στην πραγματικότητα δεν κρατούσα ποτέ ημερολόγιο, ούτε καν ως ερωτευμένο γυμνασιόπαιδο, μα εδώ και λίγο καιρό νιώθω την ανάγκη να το κάνω. Δεν γνωρίζω το “γιατί”. Θα γράψω χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, χωρίς ακραία επίπεδα συνοχής και συνεκτικότητας, αλλά με καθαρό νου και διαυγές πνεύμα. Δε θα μακρηγορήσω.

Σήμερα, λοιπόν, ξύπνησα αρκετά νωρίς, στις πέντε και μισή περίπου, ίσως και νωρίτερα. Δεν είχα ύπνο. Τελευταία δεν έχω ύπνο. Κοιμάμαι λίγο και τρώω λιγότερο. Η αλήθεια είναι πως δεν προσπάθησα να ξαναμπώ στην αγκαλιά του Μορφεά αφού δεν ένιωθα την ανάγκη. Βγήκα, λοιπόν, στο μπαλκόνι και κάθισα για περίπου μία ώρα κάτω από το ξύλινο υπόστεγο, χαζέυοντας τις σταγόνες της βροχής που αυτοκτονούσαν με μένος στο έδαφος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόσο χαλαρός, αλλά όχι νωχελικός, και δεν με ενοχλούσε τίποτα και κανείς. Είχα ξεχάσει για πρώτη φορά το κινητό μου σε κάποιο άλλο δωμάτιο, ούτε εγώ θυμάμαι που ακριβώς, και απολάμβανα το βρόχινο ηχόχρωμα που θώπευε τα αυτιά μου. Η βροχή είχε αυτοκτονικές διαθέσεις κι εγώ το απολάμβανα. Δεν είμαι λογοτέχνης, ούτε ποιητής. Προσπαθώ, με μόνο μου όπλο τις λέξεις που μου έμαθε η μάνα μου, να περάσω και να αποτυπώσω δύο ή τρεις εικόνες σε λίγα μυαλά που ακόμη συνεχίζουν να προσπαθούν να καταλάβουν περί τίνος γράφω. Η συνοχή δεν είναι πάντοτε φίλη μου. Γι’ αυτό χάνομαι στις σκέψεις μου και μεταπηδώ από το ένα νόημα στο άλλο. Έχω το δικαίωμα όμως να γράφω κι εσύ την επιλογή της ανάγνωσης.

Τελευταία συναντώ αρκετά άτομα που δεν αγαπούν τόσο πολύ τη βροχή και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Κατ’ εμέ η βροχή δεν είναι ένα άσχημο καιρικό φαινόμενο, ένα εμπόδιο στη ζωή των ανθρώπων. Είναι μια μοναδική κατάσταση, μια τεράστια αφορμή για εσωτερική αναζήτηση και ισοδυναμεί με το διαλογισμό και τη γαλήνη. Η βροχή είναι, επίσης, συνώνυμο της ησυχίας, του μονολόγου και της νιρβάνα. Η βροχή είναι το καμπανάκι εκείνο που σου υπενθυμίζει πως ήρθε η ώρα να αποδεχθείς τα αισθήματα σου και τη σκοτεινή και καταθλιπτική όψη της πραγματικότητας της ζωής σου. Η βροχή είναι συνώνυμο και της ζωής. Αισθάνεσαι όλα σου τα προβλήματα να εκμηδενίζονται με την πρόσκρουση των σταγονών στο έδαφος. Όπως αυτοκτονόυν οι σταγόνες αυτές, αυτοκτονούν και τα προβλήματά σου.

Τέλος, αφού διάβασες το κείμενο μου ως εδώ, αντικατάστησε τώρα νοηματικά τη λέξη “βροχή” με τη λέξη “δάκρυα”.

Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω.
Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.
Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε με στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού
ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που
ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπο σου; Είναι
βροχή δωματίου.

Αργύρης Χιόνης, «Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια – ΙΙ»

Θανάσης Μουλιός




“Μάνα, να μην ξεχάσω να σου πω πως σ’ αγαπώ…”

Αποφάσισα να γράψω λίγες λέξεις, λίγες γραμμές για το ιερότερο πρόσωπο στη ζωή μου. Εν τέλει δεν με ενδιαφέρει, ας γράψω και νουβέλα ή βιβλία πολλά. Η μάνα μου θα άξιζε κάθε γράμμα, κάθε λέξη και κάθε σκέψη μου. Η μάνα μου θα άξιζε κάθε δευτερόλεπτο από το χρόνο μου μέσα στην ημέρα. Θα άξιζε κάθε χιλιοστό της προσοχής μου. Η μάνα μου θα μπορούσε να με κάνει να λυγίσω ατσάλινες μπετόβεργες με τα χέρια μου και να αντέξω χίλιες μπάρες πίεση στην πλάτη μου. Όμως η μάνα μου το μόνο που μου προσφέρει, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, είναι ένα χαμόγελο και, σπανίως, λίγα δάκρυα. Τα μόνα δάκρυα που θα έχυνα και ποτέ δε θα μετάνιωνα για αυτό: τα δάκρυα για το πρόσωπο της μάνας μου.

Η μάνα είναι κάτι παραπάνω από εκείνη τη γυναίκα που απλά θα φέρει ένα παιδί στον κόσμο, κουβαλώντας το εννέα μήνες δίπλα στα σπλάχνα της. Μάνα σημαίνει “αγάπη”. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που, όταν θα σπάσεις σαν γυαλί σε χίλια κομμάτια, μικρά και αιχμηρά, δε θα διστάσει να σε μαζέψει από κάτω με τα γυμνά της χέρια, ακόμη κι αν η ίδια ματώσει και κοπεί. Η μάνα είναι ο άνθρωπος εκείνος που από την στιγμή της σύλληψης σου σπάει το “εγώ” και γίνεται “εσύ”. Σκέφτεται, αγχώνεται και βασανίζεται για εσένα. Τοποθετεί όλο το υπόλοιπο σύμπαν σε δεύτερη μοίρα και διοχετεύει όλο της το συναίσθημα στην ύπαρξή σου. Η μάνα θα πεινάσει για να φας εσύ την τελευταία μερίδα φαγητού.

Η μάνα σε αποδέχεται για αυτό που ήδη είσαι και όχι για αυτό που η ίδια θα ήθελε να είσαι. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που ανά πάσα στιγμή θα μπορεί να σου προσφέρει ανιδιοτελώς μια θεραπευτική αγκαλιά, ένα ιαματικό βλέμμα και ένα μαγικό φιλί. Ικανά να φωτίσουν κάθε σου σκοτάδι. Η μάνα είναι εκείνη η γυναίκα που καταφέρνει και διαβάζει την κάθε σου σκέψη, να μεταφράζει την κάθε σου κίνηση και να γνωρίζει τι σε βασανίζει την εκάστοτε χρονική στιγμή. Η μητέρα δεν έχει στο λεξιλόγιό της τα ρήματα “προδίδω” και “εγκαταλείπω”. Η μάνα τα έχει αντικαταστήσει με τα ρήματα “υπερβαίνω” και “αγαπώ”. Αυτά διακρίνουν την πραγματική μάνα από την φαινομενική μάνα. Γιατί η πραγματική μάνα θα αρχίσει να αγαπά και θα πεθάνει αγαπώντας. Χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς επιβράβευση, χωρίς επιστροφές.

Αυτή είναι η δική μου μάνα.

Μάνα! Δεν βρίσκεται λέξη καμία / να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία.

(Γεράσιμος Μαρκοράς)

Θανάσης Μουλιός