“Πάμε για κουκουβάγια;”

Η ιστορία ξεκινά στην δεκαετία του 1950, στο μετακατοχικό Ρέθυμνο. Στα περίχωρα της πόλης, προς την εξοχή, λειτουργούσε ένα καπηλειό που συγκέντρωνε όλα τα απαγορευμένα καλούδια της εποχής: χαρτιά, καπνό, γυναίκες. !! Η συντηρητική κοινωνία του Ρεθύμνου δεν επέτρεπε τέτοια μαγαζιά μέσα στην πόλη.

Σ’αυτό το καπηλειό έφτιαχναν τα παξιμάδια στρογγυλά και τα πρόσφεραν για γρήγορο, τονωτικό φαγητό, βρεγμένα με λάδι και τα γνωστά καλούδια πάνω τους, ντομάτα κ ξινομυζήθρα, ελιές.. Ήταν νυχτερινό στέκι διασκέδασης… κακόφημο..

Φήμες λένε πως ο ιδιοκτήτης λεγόταν Κουκουβάγιας, υπάρχει το όνομα στην περιοχή. Φήμες πως στην περιοχή υπήρχαν πολλές κουκουβάγιες, μάρτυρες των νυκτοπερπατημάτων των θαμώνων του καπηλειού. Το σίγουρο είναι πως κατέληξε να είναι το συνθηματικό ανάμεσα στους καθώς πρέπει πρωινούς κυρίους η έκφραση «πάμε το βράδυ για κουκουβάγια;» και να εννοούν τις λιχουδιές της εποχής, κάθε είδους, γαστρονομικές και μη….

Σοφία Άγγελος




Αφιερωμένο στη γενιά των λευκωμάτων

Λεύκωμα 

Από τα “χρόνια της αθωότητας”

” η μόδα μιας εποχής που ήξερε να εκφράζεται μέσα από στιχάκια και αφιερώσεις. Ένα κολάζ αναμνήσεων άλλοτε με ρομαντικό ύφος κι άλλοτε με πιο δυναμικό χαρακτήρα. Λευκώματα με σκληρά εξώφυλλα, λουλουδένια αλλά και μονόχρωμα και φυσικά τον τίτλο «ΛΕΥΚΩΜΑ», με κεφαλαία, μην μπερδευτεί κανένας”

Η φίλη μου Δήμητρα, είναι ο φύλακας των παιδικών μας αναμνήσεων, των εφηβικών μας προβληματισμών , αυτή που φυλάει τα νεανικά μας όνειρα !!

Κάποτε χαθήκαμε για αρκετά χρόνια. 

Η οικογένειά της επέστρεψε από τη Γερμανία στην Ελλάδα όταν ήμασταν έτοιμες για το λύκειο. Τα επόμενα χρόνια του λυκείου αλληλογραφούσαμε τακτικά! Όμορφες εποχές, είχαν μια ηρεμία και μία γλυκιά προσμονή. 

Μετά χαθήκαμε, σπουδές, δουλειά, οικογένεια, μετακομίσεις, απόσταση! 

Βρεθήκαμε λοιπόν μετά από χρόνια που μας φάνηκαν ατελείωτα, αλλά ταυτόχρονα σαν σμίξαμε και πάλι, γίναμε δύο έφηβες “σαν να μην πέρασε μια μέρα” από τότε που βγαίναμε διάλειμμα στο σχολείο!!

Η φίλη μου είναι όλη γεμάτη συναίσθημα , δίπλα της κάτι συγκρατημένες Γερμανίδες σαν εμένα, μοιάζουν συναισθηματικά ανάπηρα άτομα!

Εκείνη τη μέρα , μετά από χρόνια (δεν λέω πόσα) την περίμενα με αγωνία σπίτι μου, με μια λαχτάρα! Και ήρθε σα σίφουνας, φωνάζοντας από την είσοδο “ήρθα να σε κάνω αγκαλιά” 

Κρατούσε ένα κουτί στα χέρια της, το οποίο έκρυβε θησαυρό! Γι αυτό και την περιγράφω ως φύλακα των αθώων μας χρόνων ! 

Είχε φυλάξει όλη μας σχεδόν την αλληλογραφία , καθώς και το μαθητικό λεύκωμα όπου γράφαμε στιχάκια, περιγράψαμε τη φιλία μας, τα όνειρα μας για το μέλλον !

Ήταν ότι πιο συγκινητικό σε εκείνη τη πρώτη μας συνάντηση μετά από χρόνια! 

Πόσες από εσάς είχατε λεύκωμα ; Συνήθως κοριτσίστικο ήταν άλλωστε! Ομολογώ πως ποτέ μου δεν έφτιαξα ένα δικό μου! Είχα την αδερφή μου κ τις φίλες μου όμως που φρόντισαν να υπάρχουν σελίδες που με “εκθέτουν” 😂

Θα εκθέσω λοιπόν αυτό το κορίτσι σήμερα !

Στο δικό μας λεύκωμα συνάντησα τον εαυτό μου μαθήτρια γυμνασίου να γράφω για την φιλία μας που θα αντέξει στο χρόνο, όπως και άντεξε και στιχάκια :

“Βασίλισσα κι αν γίνω και χώρες κυβερνώ 

Τη φίλη μου τη Δήμητρα ποτέ δεν την ξεχνώ”

“Γυναίκα είναι βασίλισσα στο θρόνο καθισμένη 

Και γύρω της την προσκυνούν οι άντρες οι βλαμμένοι!”

Σοφία Άγγελος




Υπάρχουν κάποιοι τοίχοι στην Ευρώπη που… μυρίζουν Ελλάδα

Στην πόλη Λάιντεν της Νότιας Ολλανδίας, ένα ποίημα του μεγάλου Κωνσταντίνου Καβάφη από την συλλογή «Κρυμμένα» , κοσμεί ένα κτίριο της πόλης!

Οι στίχοι του σπουδαίου Έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσου κοσμούν το μετρό της Στοκχόλμης..

Σοφία Άγγελος




Η πορεία της Σέλμα

Το 1965 ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο οποίος ένα χρόνο νωρίτερα είχε τιμηθεί με το Νόμπελ Ειρήνης, ανακοίνωσε στον αμερικανό πρόεδρο Λίντον Τζόνσον την απόφαση του να μεταβεί στη Σέλμα και να αρχίσει μεγάλη εκστρατεία για την άρση του αποκλεισμού των αφροαμερικανών από τους εκλογικούς καταλόγους. Απέναντί του είχε τον Κυβερνήτη τη Αλαμπάμα Τζορτζ Γουάλας, που είχε μετατρέψει την πολιτεία σε κράτος εν κράτει, όπου κυριαρχούσε η αστυνομική αυθαιρεσία….

Στις 7 Μαρτίου εκατοντάδες πολίτες με επικεφαλής τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ξεκίνησαν πορεία διαμαρτυρίας από τη Σέλμα προς την πρωτεύουσα της Αλαμπάμα, Μοντγκόμερι. Η απόσταση που θα διένυαν ξεπερνούσε τα 80 χιλιόμετρα. Ωστόσο, λίγο έξω απο την πόλη, πάνω σε μια γέφυρα, τους περίμεναν αστυνομικές δυνάμεις που επιτέθηκαν στην πορεία, τραυματίζοντας δεκάδες διαδηλωτές. Η μέρα εκείνη έμεινε στην ιστορία ως «Ματωμένη Κυριακή»….Η οργή φούντωσε και δύο μέρες αργότερα διοργανώθηκε μια δεύτερη πορεία. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κάλεσε τους εκπροσώπους άλλων θρησκευτικών δογμάτων να δείξουν την αλληλεγγύη τους και να πάρουν μέρος στην κινητοποίηση. Ένας από αυτούς που ανταποκρίθηκαν πρώτοι ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος. Αψηφώντας τους φόβους που εξέφραζαν συνεργάτες του για το ενδεχόμενο να πέσει κι ο ίδιος θύμα επίθεσης, ο Αρχιεπίσκοπος έσπευσε στη Σέλμα και στάθηκε στην πρώτη γραμμή. «Κάθε χριστιανός πρέπει να καταφερθεί με αγανάκτηση κατά όλων των ειδών των διώξεων» είπε ο  αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος…

 Την εποχή εκείνη ήταν απαγορευμένο για τους Έλληνες μετανάστες να πάνε σε πολλά μέρη στην Αμερική. Αρκετά από αυτά μάλιστα, εστιατόρια και άλλα, είχαν ταμπέλα “No Dogs, No Greeks” (Όχι σκύλοι, όχι Έλληνες). Οι Έλληνες στην Αμερική ήταν γνωστοί ως οι «βρωμο-Έλληνες». πολλοί από αυτούς είχαν έρθει παράνομα στη χώρα και αρκετοί εγκληματούσαν (είχε καταγραφεί πως μαζί με τους Ιταλούς είχαν από τον υψηλότερο δείκτη εγκληματικότητας). Οι μόνοι που στάθηκαν τότε στο πλευρό των Ελλήνων μεταναστών οι οποίοι είχαν πέσει και θύματα της Κου Κλουξ Κλαν, ήταν οι Αφροαμερικανοί.

Οι διακρίσεις κατά των Ελλήνων δεν ήταν κάτι νέο στην Αμερική. Τον Αύγουστο του 1918 στον Καναδά, για τέσσερις μέρες, από τις 2 ως τις 5 Αυγούστου, 10.000 Καναδοί βετεράνοι του  Α’  Παγκόσμιου Πολέμου μαζί με ένα πλήθος 40.000 «πατριωτών» Καναδών, εξαπέλυσαν ένα ανελέητο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών του Τορόντο. Οι ξενοφοβικοί και ρατσιστές Καναδοί τους αποκαλούσαν υποτιμητικά Slackers (τεμπέληδες), επειδή ασχολούνταν με τον επισιτισμό και κατά τους ρατσιστές απέφευγαν τις βαριές δουλειές του φορτοεκφορτωτή, του ξυλοκόπου ή του βιομηχανικού εργάτη. Το ανθρωποκυνηγητό και ο ξυλοδαρμός των Ελλήνων ξεκινούσε το πρωί και σταματούσε στις 3 τα ξημερώματα. Δεκάδες επιχειρήσεις και σπίτια μεταναστών λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Η περιφερειακή εθνοφυλακή και η αστυνομία όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούσε χωρίς να επεμβαίνει, ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου Καναδοί αστυνομικοί έπαιρναν ενεργά μέρος στο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων. Ο «Βίαιος Αύγουστος» τέλειωσε τις πρώτες πρωινές ώρες της  6ης Αυγούστου, αφήνοντας πίσω του αδιευκρίνιστο αριθμό νεκρών (ανάμεσά τους 29 γυναίκες και 6 ανήλικα παιδιά), εκατοντάδες τραυματίες και ζημιές σε ελληνικές περιουσίες και σπίτια ύψους 1.250.000 δολαρίων, όταν ο δήμαρχος της πόλης αναγκάστηκε να επιβάλλει απαγόρευση της κυκλοφορίας και την επέμβαση του στρατού για να καθαρίσει τους δρόμους.

Σοφία Άγγελος




Πηγές και νεράιδες

Απόψε έξω βρέχει μια ξαφνική μπόρα δυνατή ..και το τζάκι καίει..ναι Μάη μήνα στη Κρήτη με θέα το Λιβυκό πέλαγος..αυτή η εποχή σε τίποτα δεν μοιάζει με άλλες.

Το απόγευμα βγήκα να ποτίσω τα λουλούδια μου κι έπαθα ένα σοκ! Στα δύο τρία μέτρα με κύκλωσε μια ομίχλη πυκνή “που κοβόταν με το μαχαίρι” .. μπήκα μέσα κατευθείαν και φρόντισα το τζάκι . Είδα τα δύο αδεσποτάκια μου γατιά που κούρνιασαν σε μια κουρελού που έβαλα γι αυτά στη πόρτα της αποθήκης με τα ξύλα! ευτυχώς η ομίχλη έσβηνε στη σκεπαστή αυλή και είχα λίγη ορατότητα..

Θυμήθηκα ξαφνικά που έχω “ξαναζήσει” μια τέτοια στιγμή..τζάκι να καίει, απόλυτη ησυχία, γατάκια στην αποθήκη με τα ξύλα και πυκνή ομίχλη!  Μα φυσικά ! Νοέμβρη μήνα στο Βουτύρο! 

Έμεινα τότε κάνα 3ημερο στο ξενώνα Αμαδρυάδες..όλο πέτρα, ξύλο, τζάκι και στο καθιστικό ένας πίνακας με νεράιδες που χόρευαν σε ένα ξέφωτο στο δάσος . 

“Αυτές είναι οι Αμαδρυάδες, οι νεράιδες του δάσους” μου είπε η Νικάνδρα η εξυπηρετική κοπέλα του ξενώνα, ενώ χάζευα το σκηνικό στο πίνακα με όλες τις λεπτομέρειες.. 

την επόμενη μέρα αποφάσισα να κάνω λίγο περπάτημα στο αγαπημένο παραδοσιακό οικισμό και να χωθώ και λίγο στο δάσος..

Από τη μικρή πλακόστρωτη πλατεία μέχρι την άκρη του χωριού συναντούσες πηγές με ολόδροσο νερό κ αρκετά ορμητικό αυτή τη περίοδο .. υπέροχες κρήνες σκαλιστές από τεχνίτες της πέτρας , πλανόδια μπουλούκια μαστόρων της πέτρας που και σε αυτή τη περιοχή άφησαν τα σημάδια τους και την τέχνη τους.

Γύρω από τις πηγές, χτίζονταν κάποτε οικισμοί, δρόμοι φτιάχνοταν ώστε να περνάνε μπροστά από πηγές , για να έχουν κάπου να κάνουν μια στάση οι χωρικοί να ξεδιψάσουν, όταν έβγαιναν για τα χωράφια ή οι περαστικοί που έμπαιναν κι έβγαιναν στο χωριό.. στη πιο κεντρική πηγή του χωριού συναντιόταν κάθε μέρα οι γυναίκες που κουβάλαγαν με τα λαΐνια νερό για τα σπίτια τους .. προξενιά πλέκανε στη βρύση οι μανάδες που είχαν παιδιά της παντρειάς! Έρωτες ξεκίναγαν με μια ματιά από τα παλικάρια τ’χωριού προς τη κοπέλα που ερχόταν για νερό..κρυφά κλείνονταν οι συναντήσεις την ώρα που έκαναν πως ξεδίψαγαν, τυχαία από κει. Ειδικά στα χρόνια της κλεφτουριάς πόσοι ξαπόστασαν εκεί στις πηγές και στη σκιά του πλατάνου ή της βελανιδιάς που οπωσδήποτε υπήρχε εκεί κοντά. 

Οι πιο απομακρυσμένες από το χωριό πηγές, συνοδευόταν από ιστορίες με νεράιδες, κυρίως Αμαδρυάδες που ζούσαν στο δάσος το κοντινό …και κατά το σούρουπο , εκείνη τη λίγη ώρα που δεν είναι ούτε μέρα..ούτε νύχτα έβγαιναν από τη ψυχή του δέντρου και χόρευαν δίπλα στα ρυάκια σε ένα ξέφωτο του δάσους… Είχαν όλες ριχτά αέρινα φορέματα και βραχιόλια στα πόδια , λουλούδια στα μακριά μαλλιά..συχνά τραγουδούσαν σε μια γλώσσα που δεν ήταν ανθρώπινη.. καμία φορά κάποια ξεστράτιζε κι έφτανε ως τη πηγή του νερού πολύ κοντά στο κόσμο των ανθρώπων που δεν επιτρεπόταν ..και τότε αν κάποιος χωρικός την αντίκριζε ..του έπαιρνε τη μιλιά για να μην τις μαρτυρήσει..μόνο μια φορά κάποια αγάπησε το όμορφο παλικάρι που ξεδίψαγε στην απομακρυσμένη πηγή , κι ύστερα ξάπλωσε στη σκιά να ξαποστάσει, χωρίς να την αντιληφθεί..η αμαδρυάδα δεν του πήρε την λαλιά του κι ο νέος έφυγε ανυποψίαστος ..από τότε η νεράιδα μαρμάρωσε στο πλάι της πηγής ακουμπώντας το κορμί της πάνω στο βράχο κι έμεινε να περιμένει το περαστικό νέο, μήπως ξανάρθει..

Τέτοιες ιστορίες έλεγαν οι γιαγιάδες δίπλα στο τζάκι στα εγγόνια τους, καταρχάς για να τα ψυχαγωγήσουν κι έπειτα για να τα αποτρέψουν να απομακρύνονται από το χωριό στα παιχνίδια τους..με λίγα λόγια τα φοβέριζαν και για να τα περιορίσουν ..

Αυτά σκεφτόμουν εκείνο το απογευματάκι στο Βουτύρο και ξεχάστηκα φτάνοντας πιο μέσα στο δάσος από όσο υπολόγιζα..και βρέθηκα σε ένα στρογγυλό ξέφωτο με φτέρες και ένα ρυάκι που  πλάταινε σε κείνο το σημείο παίρνοντας ένα  σχήμα σα μικρή λιμνούλα…εκκωφαντική ησυχία απότομα ..ούτε κελάηδισμα πουλιού.. γιατί εκεί που ζούνε νεράιδες δεν στέκονται πουλιά κι ούτε κελαϊδούνε..

Έκανα γρήγορη μεταβολή να φύγω συνειδητοποιώντας πως παρασύρθηκα τόσο ώστε θα έφευγε το φως της ημέρας .. με βήμα γοργό και στο μυαλό μου την ιστορία της γιαγιάς Βασιλικής, που μας μάζευε τα εγγόνια και μας έλεγε για τον μπάρμπα Δήμο που χάθηκε 3 μέρες στο δάσος στο βουνό ..κι όλο το χωριό τον έψαχνε…

“φαν’κε ο μπάρμπας τη 3η μέρα χλωμός και τρομαγμένος ..να εκεί δίπλα στ’βρυσ’ τη μαγεμένη, τον βρήκαν κάτι χωριανοί κ τον πήγαν σπίτι του..” 

“Που ήσουν μπάρμπα Δήμο;”  τον ρώταγαν κι αυτός το μόνο που έλεγε ξανά και ξανά ήταν 

“μη πήραν οι νιράιδες..”

Έφτασα επιτέλους στο ξενώνα και κοίταξα πίσω από τη πλάτη μου μια πυκνή ομίχλη λες και με ακολουθούσε.. χώθηκα στο σπίτι και άναψα το τζάκι..κοίταξα από το παράθυρο της μικρής κουζίνας κ είδα πως όλα τα είχε σκεπάσει η ομίχλη και ίσα που διακρίνονταν στα δύο μέτρα η αποθηκούλα με τα ξύλα και δύο γατάκια που είχαν κουρνιάσει εκεί..και ηρέμησα νιώθοντας τη ζέστη από το τζάκι

Έτσι κι απόψε..

Λίγο πριν βραδιάσει η ομίχλη σκέπασε το χωριό ..οι γατούλες στη πόρτα ..το τζάκι να ζεσταίνει ..και οι νεράιδες σε κάποιο ξέφωτο θα χορεύουν τον αιώνιο χορό τους…

Σοφία Άγγελος




Η ιστορία ενός πίνακα

Για τη βασιλεία των ουρανών, πάντα πίστευα πρώτους στη σειρά τους ποιητές, τους συγγραφείς , όσοι από αυτούς αγάπησαν βαθιά με ανιδιοτέλεια την ανθρώπινη φύση, ακούραστοι σκαπανείς της ψυχής.

Έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα όλη την ομορφιά και σμίλεψαν χαρακτήρες, όπως ο γλύπτης τη πέτρα.

Μέσα σ’ αυτούς θα προσθέσω και τους ζωγράφους, που κι αυτοί “γράφουν” με το πινέλο τόνους ιστορίας, ματώνουν ως το αποτέλεσμα και ξέρουν να αφοσιώνονται απόλυτα με κάθε ανάσα στο έργο τους.

Με ευλάβεια παρατηρούμε και μελετάμε  πίνακες, που ακόμη και αιώνες μετά, δεν μας αποκάλυψαν όλα τους τα μυστικά..

Ο κόσμος θα ήταν ανούσιος δίχως τα έργα τους.

Από πού αντλεί ο ζωγράφος έμπνευση είναι κάτι που μπορεί να μας εκπλήξει και σοκάρει!

Υπάρχουν βέβαια πίνακες που απεικονίζουν ένα ιστορικό γεγονός γνωστό ή ένα θρησκευτικό θέμα της Παλαιάς και Καινής διαθήκης, σε αυτές τις περιπτώσεις η έμπνευση είναι το ίδιο το θέμα! 

Ακόμη βέβαια κι έτσι πολλοί πίνακες έχουν δημιουργήσει ατέλειωτες ιστορίες γύρω από το θέμα τους , έως και φανταστικά σενάρια ! Όπως ο Μυστικός Δείπνος του Ντα Βίντσι, που έγινε έμπνευση για βιβλίο και ταινία με τίτλο “ο κώδικας ντα Βίντσι”.

Στο μυαλό μου έρχεται ο πίνακας του Ελ Γκρέκο ” η ταφή του κόμη Οργκάθ”,  όπου  στην παρουσίαση του πίνακα, στον χώρο της εκκλησίας, υπήρξε μαζική συρροή θεατών για να τον δουν, γεγονός το οποίο οφείλονταν κυρίως στις ρεαλιστικές προσωπογραφίες  ευγενών του Τολέδο της εποχής και όλοι είχαν τη περιέργεια να δουν ποια πρόσωπα διάλεξε ο Ελ Γκρέκο! 

Ο πίνακας όμως που ξεπερνάει τα παραπάνω, όσων αφορά στη πηγή έμπνευσης και εκπλήσσει δυνατά με την ιστορία πίσω από το πρόσωπο, είναι αυτός, του Χριστού με το ακάνθινο στεφάνι, του Γαβριήλ Φον Μαξ! 

-Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή:

Το 1870 πραγματοποιήθηκε η γνωστή ληστεία που έμεινε στην ιστορία ως  «Η Σφαγή του Δήλεσι» με τη δολοφονία των ομήρων, Άγγλων περιηγητών, από συμμορία ληστών! 

Το γεγονός αυτό προκάλεσε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας. Η τότε κυβέρνηση αποφάσισε  να κοπούν τα κεφάλια των ληστών και να εκτεθούν «προς παραδειγματισμόν» στο Πολύγωνο, δηλαδή στο Πεδίον του Άρεως. Ένας από τους γνωστούς φωτογράφους των Αθηνών, ο Ξενοφών Βάθης, έσπευσε να φωτογραφίσει τα κομμένα κεφάλια και να παραδώσει τις εικόνες στην αιωνιότητα.

Μία από αυτές τις φωτογραφίες δώρισε ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος, Νικηφόρος Λύτρας, στον Γερμανό ζωγράφο και συμφοιτητή του στη σχολή, Γαβριήλ Φον Μαξ!

Ο Μαξ με τη σειρά του σε μία από τις εικόνες βρήκε στο πρόσωπο ενός ληστή, τα χαρακτηριστικά που του ενέπνευσαν τη δημιουργία κεφαλής του Σωτήρος που προκαλεί ως σήμερα μεγάλο θαυμασμό και έχει μελετηθεί πολύ!

Το έργο αυτό έχει και τα ιδιαίτερα στοιχεία του.. οι μισοί ισχυρίζονται ότι βλέπουν τον Ιησού με μάτια κλειστά κι οι άλλοι μισοί βλέπουν τα μάτια του ανοιχτά και σκοτεινά! 

Μη προβληματίζεστε! 

Ανοιχτά είναι τα μάτια του, με ένα βαθύ σκοτεινό βλέμμα που δεν αντέχεις να κοιτάξεις πάνω από λίγα δευτερόλεπτα!

Ήταν τυχαία η έμπνευση του ζωγράφου; Κρύβει κάποιο συμβολισμό, μια θεωρία εξιλέωσης των αμαρτιών του ληστή, μέσω του Χριστού , με το ακάνθινο στεφάνι και το μαρτύριο της Σταύρωσης..;

Γεγονός παραμένει ότι ο πίνακας αυτός προκαλεί δέος , έχει εκτυπωθεί ακόμη και σε μπλουζάκια και χρησιμοποιήθηκε και σαν φωτογραφία εξωφύλλου σε δίσκο ροκ μπάντας!

Σοφία Άγγελος




Το κέρασμα…

Συχνά καμαρώνω για τη καταγωγή μου..Τρίκαλα κ Μεσολόγγι, αλλά και μοιραία Κρήτη.. συχνά μακαρίζω και τη τύχη μου και για τη γερμανική μου ανατροφή, σε πολλά με βοήθησε..οργανωτικοί, τακτικοί, δεν χάνουν το βλέμμα από το στόχο και έτσι έμαθα κι εγώ.. ταυτόχρονα όμως μεγάλωσα και σε ένα παραδοσιακά ελληνικό σπίτι, τόσο από τους αγαπημένους θείους μου, όσο και από τους γονείς, έμαθα στη ζεστασιά, το ανοιχτό σπίτι, τη φιλοξενία, το κέρασμα..

Η μητέρα μου διηγούνταν ιστορίες για το εργοστάσιο, όπου οι Έλληνες μεταξύ τους, κερνούσε ο ένας τον άλλον στο κολατσιό κ στο διάλειμμα, ενώ οι Γερμανοί απορούσαν:
“τι έχουμε και γιορτάζουμε κάθε μέρα και κερνάμε;” 

Θυμάμαι τη γερμανιδούλα φίλη μου την Μάριον με τον Ούντο τον αδερφό της. Παίζαμε στη γειτονιά κι όταν ερχόταν σπίτι μας, η μητέρα μου έφερνε γύρω σα τη μέλισσα, όλο κάτι να μας κεράσει..έφτιαχνε τηγανίτες βουτηγμένες στη κανελοζάχαρη..έτρεχαν τα σάλια στα γερμανάκια..όταν έφευγαν να πάνε σπίτι τους, η μητέρα μου τύλιγε τηγανίτες σε αλουμινόχαρτο να στείλει κεράσματα!

Όταν πήγαινα σπίτι τους κάνεις δεν μας έβαζε ούτε νερό! Μια μέρα η Μάριον παραπονέθηκε στη μητέρα της πως η κυρία Αθηνά μας ταΐζει στο στόμα όταν είμαστε σπίτι της κι εσύ δεν κάνεις τίποτα! Έτσι μια φορά θυμάμαι αναψυκτικά κ μπράτβουρστ!! 
Δε βαριέσαι..καλοί άνθρωποι, άλλη νοοτροπία!

Το πιο όμορφο περιστατικό αυθεντικής φιλοξενίας είναι μια μικρή ιστορία με τη θεία Χρυσώ στη Κρήτη..που μου είπαν τα παιδιά της.

Ένα βραδάκι καλοκαιριού ένα ζευγάρι ξένων τουριστών, βρέθηκε στο χωριό, χάνοντας πιθανόν το δρόμο κ με το αμάξι τους, ένα μικρό ενοικιαζόμενο με βλάβη. Το χωριό είναι ορεινό, μικρό.. ήταν εντελώς “έξω από τα νερά τους” οι τουρίστες, τους έβαλαν μπροστά οι ντόπιοι στο καφενείο με κάτι “τσατρα πατρα” αγγλικά και χειρονομίες συνεννοήθηκαν για συνεργείο, τους πότισαν ρακές με τα σχετικά μεζεκλίκια, άμαθοι καθώς ήταν στο δικό μας ποτήρι που είναι τρύπιο, δεν μπορούσαν οι άνθρωποι σε λίγο να σηκωθούν απ’ τη καρέκλα από το πιοτί…

Η θεία Χρυσώ, που άνθρωπος δεν περνούσε απ’ το χωριό χωρίς να τον φιλέψει κάτι, είπε με την απλότητα των ανθρώπων του χωριού, ας κοιμηθούν οι ξένοι στο δώμα που “έσαξε ο γιος της πίσω απ’τη κουζίνα που ήταν κελάρι μια φορά..” (έφερνε τις φιλενάδες του εκεί ο νεαρός, κάτι “προκομμένες” έλεγε η θεία και κουνούσε το κεφάλι)

Τους έφερε καθαρές πετσέτες και τους έστρωσε τα σεντόνια, όταν ήρθαν κι αυτοί “έτσι πρέπει να ιδούνε πως είναι φρέσκα τα σκεπάσματα κι όχι πως κείτονταν κι άλλοι εκεί”

Πέρασε η βραδιά και το πρωί η θεία Χρυσώ κάτω από τη κληματαριά και μες στον εκκωφαντικό ήχο από τα τζιτζίκια, τους έφτιαξε κάτι για πρωινό “δεν είχα και τίποτα να τους προσφέρω, εγώ βλέπεις καφέ και παξιμάδι κρίθινο βάζω στο στόμα μ το πρωί”

Τους έσαξε κι αυτούς καφεδάκο ελληνικό και λίγο παξιμάδι, λίγα σύκα και μέλι και μυζήθρα που είχε πήξει μόνη της. 

Είχε να λέει πως της φάνηκε παράξενο που όλο έβγαζαν φωτογραφίες το πρωινό που τους ετοίμασε. “Εμ τέτοια θεία Χρυσώ δεν έχουν στα 5αστερα ξενοδοχεία” . 

Οι ξένοι πήγαν να της δώσουν χρήματα για το δωμάτιο και το πρωινό κι η θεία ντράπηκε κι έφυγε λέγοντας “Κέρασμα ! Κέρασμα

Πάει έφυγαν πήγαν στο καλό..

Το χειμώνα ο γιος της θείας έλαβε ένα φάκελο, με μια κάρτα από τη πατρίδα του ζευγαριού κι ένα απόκομμα της τοπικής τους εφημερίδας με τη φωτογραφία του ταπεινού πρωινού και η λεζάντα έγραφε το ελληνικότατο “Kerasma” 

Στο μικρό κείμενο εξιστορούσαν την επαφή τους με τους ντόπιους στο χωριουδάκι και το κέρασμα που ήταν ό,τι καλύτερο είχαν γευτεί..

Σοφία Άγγελος




Πώς το λέτε εσείς εδώ;

Πώς το λέτε εσείς εδώ; Γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί..

από την ταινία “η θεία από το Σικάγο

Η λαλιά των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό, που προσάρμοσαν ξένες λέξεις στα “ελληνικά”, ελληνικούρες δλδ, για  να συνεννοούνται μεταξύ τους!!

Συχνά θυμάμαι τη μητέρα μου, στη Γερμανία που έλεγε “πάω κάτω στην κέλα να πάρω κάτι” 

Keller , προφέρεται κέλα, καθώς το ρ δεν ακούγεται και σημαίνει αποθήκη! (Κελάρι επίσης..)

-“Πήγαινε στην αποτέκα να πάρεις τα φάρμακα”

Apotheke, το φαρμακείο στα γερμανικά!

-“Την τάδε την έκαναν σήμερα κίντικο στη δουλειά”

Kündigung, η απόλυση.

-Η κάσα , από το kasse, το ταμείο.

-Ο μαέστρος, από το Μeister, ο μάστορας, ο τεχνίτης.

-Τζιντζινιέρης, ο μηχανικός, από το ingenieur.

-Πούτσεν, το καθάρισμα, από το putzen..!

-Απτάϊλο, στην πτέρυγα του εργοστασίου, από το abteilung.

“Είχαμε μια καινούρια Ελληνίδα στο απτάιλο σήμερα που δεν ήξερε γρι γερμανικά και μόλις ο μαέστρος της είπε να κάνει πούτσεν τη μηχανή της, έβαλε τα κλάματα, νόμιζε πως της είπε κάτι πρόστυχο..”

-Ο φοραρμπάιτ, ο προϊστάμενος, από το Vorarbeiter.

-Η στόγια, η εφορία , από το Steuer

-Το τιφ, το δικό μας ΚΤΕΟ, από το TÜV.

“Ήρθε το χαρτί από τη στόγια σήμερα και πρέπει να πάμε και το αμάξι στο Τιφ…”

Έτσι μιλούσαν και στη καθημερινότητα τους είχαν βάλει μέσα λέξεις γερμανικές προσαρμοσμένες με το δικό τους τρόπο.

Ακόμη κι όταν ερχόμασταν Ελλάδα τα καλοκαίρια πετούσαν τις γερμανικούρες κι είχε πολυ γούστο..

“Δεν έφυγε ακόμη για διακοπές η Λίτσα, γιατί βγήκε κρανκ απ’ τη δουλειά της..ο γιατρός την έστειλε στα κούρα” έλεγε η μητέρα μου..

Δλδ “πήρε αναρρωτική και πήγε σε λουτρά”..οι θείοι στο χωριό δεν καταλάβαιναν κι εγώ έκανα τη μετάφραση…

Το ίδιο βέβαια συνέβαινε και σε άλλα μέρη όπου μετανάστευσαν Έλληνες!

Πχ στην Αμερική όπου εκεί και σήμερα πιστεύω έτσι μιλάνε μπερδεμένα τα ελληνικά με αγγλικούρες..

-Μπιλοζίρια (below zero): ο όρος περιέγραφε τις χειμωνιάτικες θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. «Πλακώσανε τα μπιλοζίρια»

-Φριζάρανε τα λέκια (the lakes have frozen): όταν τα μπιλοζίρια κρατούσαν για μέρες, τότε θα άκουγες πιθανότατα αυτή τη φράση, που σήμαινε ότι πάγωσαν οι λίμνες.

-Πλαμαδόρος (plumber): και ποιον θα καλούσες να φτιάξει τις σωληνώσεις που είχαν παγώσει; Μα τον πλαμαδόρο φυσικά, τον υδραυλικό, συχνότατα και «πλάμας»

-Κουκομπούκ (cookbook): ο γνωστός μας τσελεμεντές.

-Μαρκέτα (market): παρά το γεγονός ότι οι έποικοι είχαν τη δική τους ωραιότατη ελληνική λέξη «αγορά» επικράτησε τελικά το εξελληνισμένο «μαρκέτα»

-Ρούφι (roof): η στέγη.

-Στέκι (steak) το κρέας.

-Κάρο (car): το αυτοκίνητο

-Σιτιχόλι (city hall): το δημαρχείο.

-Ελεβέτα (elevator): ο ανελκυστήρας

-Φρίτζι (fridge): το ψυγείο

-Μόλι (mall): το εμπορικό κέντρο

-Φλόρι (floor): ο όροφος

-Μιστέκια (mistakes): τα λάθη.

-Μπόσης (boss): το αφεντικό.

– Δεν μουβάρει: δεν κινείται (move).

Δεν μπορώ να μη θυμηθώ χαρακτηριστική σκηνη με τη Βασιλειάδου στο “θεία από το Σικάγο”

Όταν μετά το πρώτο κανάτι που έριξε έλεγε στο νεαρό “θύμα” :
” είμαστε βερι βερι..πως το λέτε εσείς εδώ , γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί, βερι χολοσκασμένες, καμ πληζ πληζ..”

Σοφία Άγγελος