Η επίδραση του εγωκεντρισμού

Ο εγωισμός ορίζεται ως η τάση του ανθρώπου να επικεντρώνεται στο προσωπικό συμφέρον του, παραμερίζοντας το κοινωνικό. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών ανθρώπων, οι οποίοι, στην προσπάθεια να προστατέψουν τους εαυτούς τους και την αξιοπρέπειά τους, επιλέγουν να προάγουν την προσωπική ευημερία τους αδιαφορώντας για τα συναισθήματα των άλλων.

Αρκετές φορές, όμως, ο εγωισμός μας εμποδίζει να δούμε «καθαρά», σαν να μας έχουν επιβληθεί παρωπίδες. Μας «τυφλώνει», καθώς εμείς μπορεί να θεωρούμε πως έχουμε απόλυτο δίκιο σε έναν διαπληκτισμό, για παράδειγμα, αλλά η πραγματικότητα να διαφέρει. Όσο σκεφτόμαστε εγωιστικά, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το λάθος μας. Ακόμα κι όταν κοντινά μας άτομα μας το επισημαίνουν, εξακολουθούμε να μένουμε πιστοί στη δική μας οπτική.

Η προαναφερθείσα κατάσταση είναι δυνατόν να επιφέρει πληθώρα αρνητικών αποτελεσμάτων, με την προϋπόθεση πάντοτε πως ο εγωισμός μας είναι πράγματι αναίτιος. Τα αποτελέσματα αυτά επηρεάζουν τις κοινωνικές συναναστροφές μας και μπορεί να οδηγήσουν σε φιλονικία ή ακόμα και σε διακοπή σχέσεων και επαφών. Είναι πιθανό, δηλαδή, να εμμένουμε σε μεγάλο βαθμό σε μία λανθασμένη οπτική και εξαιτίας αυτής της εμμονής να αδυνατούμε να κατανοήσουμε πως η συμπεριφορά μας όχι μόνο μας απομακρύνει από τον κοινωνικό μας περίγυρο αλλά και μας απομονώνει. Όταν η εγωιστική συμπεριφορά εμφανίζεται επανειλημμένα, είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί από το άτομο που την εκδηλώνει αλλά και να ξεπεραστεί από το άτομο που την δέχεται, με αποτέλεσμα να χάνεται η επικοινωνία και κατά προέκταση, η ανθρώπινη σχέση.

Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε έγκαιρα πως ο εγωισμός μας σε μία συγκεκριμένη κατάσταση είναι αχρείαστος; Αρχικά, θα βοηθούσε πολύ να απομακρυνθούμε για ένα εύλογο χρονικό διάστημα από το γεγονός που μας οδήγησε σε αυτή την στάση, ώστε να το εξετάσουμε ως τρίτος παρατηρητής, να το δούμε δηλαδή όσο πιο αντικειμενικά γίνεται. Εν συνεχεία, θεωρείται σημαντικό να αναλογιστούμε αν το άτομο που έχουμε απέναντί μας αξίζει μία εγωιστική συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, αν αξίζει να χάσουμε το συγκεκριμένο άτομο για να «θρέψουμε» το εγώ μας ή αν η ύπαρξή του στη ζωή μας είναι πολύτιμη και υπερβαίνει την ανάγκη εκδήλωσης εγωιστικής συμπεριφοράς. Εφόσον καταλάβουμε πως θέλουμε το άτομο να παραμείνει στην καθημερινότητά μας, τότε, όσο δύσκολο κι αν είναι, οφείλουμε να αποβάλλουμε κάθε ίχνος άσκοπου εγωισμού και να επιδιώξουμε την επικοινωνία.

Η κοινωνική ζωή θα ήταν ευκολότερη και πιο ευχάριστη αν καταφέρναμε όλοι να συνειδητοποιήσουμε πότε ο εγωισμός είναι αναγκαίος και πότε όχι. Θα μπορούσαμε να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους που πραγματικά μας ενδιαφέρουν, χωρίς να τοποθετούμε ανύπαρκτα εμπόδια στο μυαλό μας. Με αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές σχέσεις δεν θα χάνονταν λόγω λανθασμένης αντίληψης, αλλά θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να εξελίσσονται.

Νεφέλη Καλογερή




Η επιτακτική ανάγκη ατομικής ευθύνης

Στη σημερινή εποχή έχει αναδειχθεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, η σημασία της ατομικής ευθύνης. Η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνει η ανθρωπότητα, λόγω του νέου ιού, φέρνει στην επιφάνεια τη σημαντικότητα του αισθήματος της ευθύνης που πρέπει να φέρει κάθε πολίτης. Δυστυχώς, όμως, το συγκεκριμένο αίσθημα φαίνεται να εκλείπει σε μείζονα βαθμό από την πλειονότητα των πολιτών, με αποτέλεσμα την επιβολή καταναγκαστικών νόμων έναντι της υπεύθυνης ατομικής επίλυσης των προβλημάτων που προκύπτουν.

Επιβεβαίωση της προαναφερθείσας κατάστασης αποτελούν τα μέτρα που λαμβάνονται με σκοπό την αντιμετώπιση του ιού. Ειδικότερα, κάθε πολίτης, με όπλο τόσο τη μόρφωση όσο και την έγκαιρη και ακριβή ενημέρωση, οφείλει να γνωρίζει τους βασικούς κανόνες υγιεινής, αλλά και τους τρόπους προστασίας ευάλωτων συγγενικών προσώπων του. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα υπήρχε η ανάγκη επιβολής οριζόντιων μέτρων, καθώς η προστασία θα αποτελούσε ζήτημα προσωπικό. Αντί αυτού, πολλοί αγνοούν τις πρωταρχικές γνώσεις – άλλοτε εσκεμμένα άλλοτε όχι – και επιδεικνύουν αμάθεια και έλλειψη γνώσεων. Κατά συνέπεια, η έννοια της ατομικής ευθύνης λανθάνεται. Με άλλα λόγια, αν δεν γνωρίζεις, αδυνατείς να συνειδητοποιήσεις τη σημαντικότητα του προβλήματος.

Λέξη-κλειδί για την ύπαρξη ατομικής ευθύνης θεωρείται η «ενσυναίσθηση». Εφόσον διαθέτεις την ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τον πόνο και φόβο του συνανθρώπου σου, ακόμα και αν δεν κινδυνεύεις άμεσα ο ίδιος, φροντίζεις να τον προστατεύσεις. Κατ’επέκταση, η ατομική ευθύνη μετατρέπεται σε κοινωνική, καθώς δεν επαφίεται αποκλειστικά στο «εγώ», αλλά στο «εμείς», αποτελώντας κοινωνική αρετή.

Ειδικά σήμερα, λοιπόν, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως οι πράξεις μας επηρεάζουν πολλά περισσότερα από την προσωπική ζωή μας. Καθετί που συμβαίνει σε εμάς, φέρει κοινωνικό αντίκρυσμα. Οι επιλογές μας είναι δυνατόν να αποτελέσουν απειλή για την κοινωνία ή για συγκεκριμένα μέλη της. Για το λόγο αυτό, αποτελεί χρέος κάθε μονάδας του συνόλου η απόκτηση παιδείας και η ευαισθητοποίηση.

Η αρμονική συμβίωση, συμπερασματικά, προϋποθέτει το αίσθημα της ευθύνης. Μόνο τότε επιτυγχάνεται πλήρως η ομαλή συνύπαρξη, γιατί καθίσταται σαφές πως κάθε πράξη δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη ούτε εγωιστική. Το «ένα» οφείλει να μεριμνά για το «όλον», ώστε να μην κρίνεται απαραίτητη η επιβολή σωφρονιστικών μέτρων.

Νεφέλη Καλογερή




Ποιος είναι ο σκοπός σου;

Διάφορες θεωρίες έχουν ειπωθεί σχετικά με τον σκοπό της ανθρωπότητας στο σύνολό της, τόσο από επιστήμονες όσο και από τις θρησκείες. Ωστόσο, σίγουρη απάντηση είναι πολύ πιθανό να μην βρεθεί όσο ζούμε εμείς ή ακόμη και μέχρι να αφανιστεί το ανθρώπινο είδος… Αυτό όμως δεν πρέπει να μας καθηλώνει, καθώς εκτός από τον καθολικό σκοπό, υπάρχει και ο προσωπικός κάθε ανθρώπου.

Στη σύγχρονη εποχή, ο επιδιωκόμενος σκοπός που προβάλλεται από κάθε μέσο είναι ο πλουτισμός, η επιδίωξη της αψεγάδιαστης ομορφιάς και η φήμη. Μπορούν όμως οι προαναφερόμενες επιδιώξεις να μας καταστήσουν πραγματικά ευτυχισμένους και να γεμίσουν τη ζωή μας ή είναι επιφανειακοί στόχοι που σχετίζονται με τη μόδα και μας επιβάλλονται άκριτα και παθητικά, αποτελώντας την αυτόματη απάντηση καθενός στην ερώτηση «Τι θα σε κάνει ευτυχισμένο»;

Η κοινωνία καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες να μας πείσει πως σκοπό μας αποτελεί η θεοποίηση της ομορφιάς και του επιφανειακού τρόπου ζωής. Αυτό που συχνά παραλείπεται είναι πως η πραγματική και διαρκής ομορφιά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά πηγάζει από τον ψυχικό κόσμο και τη μόρφωσή του. Αν ένας άνθρωπος δεν διαθέτει πνευματικές αρετές, ακόμη και να εναρμονίζεται απόλυτα με το ιδανικό πρότυπο ομορφιάς, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να νιώθει ευτυχισμένος απλά και μόνο επειδή θεωρείται όμορφος εξωτερικά. Το ίδιο ισχύει αντίστοιχα και με την μανιακή επιδίωξη του πλουτισμού.

Πώς μπορούμε όμως να ανακαλύψουμε τον προσωπικό μας σκοπό ενώ είναι διαφορετικός στον καθένα μας;

Ένας τρόπος είναι η ενασχόληση με ποικιλία δραστηριοτήτων. Αναμφισβήτητα, αν καθόμαστε στο σαλόνι κοιτάζοντας το ταβάνι και αναλογίζοντας πώς μπορούμε να βρούμε τον σκοπό μας, η απάντηση δεν θα βρεθεί. Αντίθετα, αν ασχοληθούμε με διάφορες δραστηριότητες, όπως την εκμάθηση μουσικής, είναι πολύ πιθανό να ανακαλύψουμε τι μας γεμίζει και μας επιφέρει την ευτυχία. Συνεπώς, η νωθρότητα και η ματαιότητα αποτελούν αντιπάλους μας στο ταξίδι ανακάλυψης του σκοπού μας.

Επίσης, η μόρφωση και η βελτίωση του γνωστικού επιπέδου συμβάλλουν δραματικά στην εύρεση του σκοπού μας. Διαβάζοντας τα κατάλληλα βιβλία ή παρακολουθώντας ποιοτικές ταινίες διευρύνουμε τους πνευματικούς ορίζοντές μας και αναπτύσσουμε σκέψεις και προβληματισμούς που παλαιότερα δεν είχαμε σκεφτεί. Η γνώση πάντοτε μετατρέπεται σε όπλο και δύναμή μας, γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται ή να παραγκωνίζεται.

Πριν τελειώσει ο προβληματισμός σχετικά με τους προσωπικούς στόχους, αξίζει να σημειωθεί πως είναι πιθανό πολλοί από εμάς να θεωρούμε ύψιστο σκοπό μας την αλλαγή του κόσμου, σαφώς προς το καλύτερο. Ο συγκεκριμένος σκοπός φαντάζει ακατόρθωτος και ουτοπικός και σίγουρα αρκετά μακρινός. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως θετικές αλλαγές επιτυγχάνουν ακόμα και μικρές καλές πράξεις της καθημερινότητας. Αν, λοιπόν, σκοπό σου αποτελεί η βελτίωση, συνέχισε ό,τι κάνεις και μην απελπίζεσαι από την απαισιοδοξία και κακία που επικρατεί. Οι μικρές αυτές πράξεις αποτελούν την ελπίδα για ένα πιο αισιόδοξο μέλλον. Και αυτός ο σκοπός αναμφίβολα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιφανειακός».

Νεφέλη Καλογερή




Ο κόσμος του «εγώ»

Στη σύγχρονη εποχή επικρατεί η άποψη πως η προστασία και η φροντίδα του εαυτού μας αποτελεί το ύψιστο ζητούμενο, το ιδανικό, τη βάση επίλυσης κάθε πιθανού επερχόμενου προβλήματος. Και η άποψη αυτή είναι σαφώς σωστή. Η αγάπη και η πλήρης αποδοχή του εαυτού θεωρείται βασική προϋπόθεση για την ομαλή ένταξη, κοινωνικοποίηση αλλά και ψυχική υγεία μας. Μήπως όμως έχουμε υπερβεί κάποια όρια κι έχουμε αποκαταστήσει την αυτο-αγάπη με τον εγωισμό;

Έννοιες όπως αλτρουισμός, αλληλεγγύη και συνεισφορά φαίνεται να έχουν χαθεί από το λεξιλόγιό μας. Στη θέση τους, δεσπόζει ο προσωπικός πλουτισμός, η ιδιοτέλεια και η ανάγκη για αναγνώριση. Σύμφωνα με αυτή τη νοοτροπία, η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων και η εκδήλωση συναισθημάτων υποβιβάζεται. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός και η αυτοπροβολή κρίνονται πιο σημαντικές από τις κοινωνικές σχέσεις και την ανθρώπινη επαφή. Το ενδιαφέρον περιορίζεται αποκλειστικά στον εαυτό μας.

Φυσικά, η προαναφερόμενη κατάσταση δεν θα έπρεπε να ισχύει. Εξάλλου, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, είναι ευρέως γνωστό πως ο άνθρωπος αποτελεί «πολιτικόν ζῷον», δηλαδή η ύπαρξη κοινωνιών και κατά συνέπεια η συναναστροφή και επικοινωνία με άλλους ανθρώπους είναι αναμφισβήτητη ανάγκη του. Συνεπώς, η απαξίωση του κοινωνικού περίγυρου, σύνηθες φαινόμενο στις μέρες μας, δεν εντάσσεται στα εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους.

Γιατί, λοιπόν, να υπερβάλλουμε όσον αφορά στην αυτοπροστασία μας και να προτιμούμε την αποξένωση, η οποία πάει ενάντια στη φύση μας;

Αναμφίβολα, η επιδίωξη της προσωπικής επιτυχίας δεν αξιολογείται αρνητικά. Όμως, όταν η προσοχή και το ενδιαφέρον εστιάζονται μονάχα εκεί, τότε χάνεται η ουσία της ανθρώπινης επαφής. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί μία απλή, καθημερινή συζήτηση με τον διπλανό μας. Πολύ πιθανό, καθένας από τους δύο συνομιλητές να μην δίνει βάση στα λεγόμενα του άλλου, αλλά να υπερηφανεύεται και να επιδεικνύει τα κατορθώματά του. Με αυτό τον τρόπο, χάνεται η έννοια της ουσιαστικής επικοινωνίας και του εποικοδομητικού διαλόγου.

Ας θέσουμε το θέμα σε διαφορετική βάση.. Τι νόημα έχει η προσωπική επιτυχία, αν δεν μπορείς να την μοιραστείς με το αγαπημένο σου πρόσωπο; Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που μετράει είναι η αγάπη που τρέφουμε και αμοιβαία λαμβάνουμε. Ας διαλύσουμε, λοιπόν, τον κόσμο του «εγώ» κι ας συνειδητοποιήσουμε πως η ευτυχία είναι διπλή όταν μοιράζεται, όταν υπάρχει ο «σημαντικός άλλος» κοντά σου να σε συγχαρεί.

Νεφέλη Καλογερή




Χρόνος.. σύμμαχος ή εχθρός;

Θεωρητικά, ο χρόνος μπορεί εύκολα να οριστεί. Αποτελεί, σύμφωνα με την επιστήμη αλλά και την κοινή λογική, τη διάρκεια που προσδιορίζεται αντικειμενικά από αστρονομικούς υπολογισμούς. Φαίνεται όμως πως στη ζωή κάθε ανθρώπου βιώνεται παράλληλα και υποκειμενικά, ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του γενικά και την ψυχολογική κατάστασή του ειδικά. Πώς μπορεί, λοιπόν, να μας επηρεάσει αυτός ο υποκειμενικός χαρακτήρας του χρόνου;

Κάθε άνθρωπος σε ορισμένες φάσεις της ζωής του έχει διατυπώσει δύο αντιφατικές μεταξύ τους σκέψεις: «Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός;» και «Πότε επιτέλους θα περάσει ο καιρός;». Τι πραγματικά ισχύει;

Προφανώς και οι δύο προαναφερόμενες σκέψεις είναι σωστές. Κατά το πέρας μιας ημέρας, η αντίληψή μας όσον αφορά στη διάρκειά της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, πρωτίστως δε από τη διάθεσή μας και τις υποχρεώσεις μας. Συνεπώς, αν το ημερήσιο πρόγραμμά μας είναι επιβαρυμένο, η ημέρα φαντάζει ατελείωτη και κοπιαστική. Αντιθέτως, μία ξεκούραστη Κυριακή φαίνεται να περνάει αστραπιαία.

Ο χρόνος είναι γιατρός κι απόψε στον πυρετό πάλι ψήνεσαι (Παύλος Παυλίδης).

Ο σπουδαιότερος παράγοντας που επηρεάζει το ρόλο του χρόνου στη ζωή του ανθρώπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, θεωρείται η ψυχολογία. Ωστόσο, εδώ υποδαυλίζει μία αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και την ψυχολογία, καθώς ο πρώτος επιδρά στην ψυχική υγεία με διττό τρόπο. Ειδικότερα, όταν συμβαίνει ένα στενάχωρο γεγονός, όπως είναι η απώλεια ενός σημαντικού ανθρώπου ή η διακοπή σχέσεων μαζί του, ο χρόνος σε πρώτο στάδιο καθίσταται εχθρός. Κάθε δευτερόλεπτο μακριά από το συγκεκριμένο άτομο μετατρέπεται σε αβάσταχτο φορτίο στο μυαλό και ο χρόνος βασανιστικά παγιώνεται, αν και θα φάνταζε προτιμότερο να εξαφανιστεί. Εν συνεχεία όμως, η επίδραση του χρόνου είναι ιαματική. Μέρα με τη μέρα, δίχως να γίνεται άμεσα συνειδητό, επέρχεται βελτίωση. Ο πόνος και οι σκέψεις παραμένουν, αλλά το φορτίο μειώνεται και η επιστροφή στην καθημερινότητα χωρίς συστηματικά ξεσπάσματα επιτυγχάνεται σταδιακά. Συμπερασματικά, ο χρόνος λειτουργεί τόσο ως εχθρός όσο κι ως γιατρός.

Στην πραγματικότητα όμως, η απώλεια δεν ξεπερνιέται ποτέ και το κενό παραμένει επ’ αόριστον, εφόσον η σχέση των ατόμων ήταν ουσιαστική. Ο χρόνος δηλαδή θεραπεύει, χωρίς να διαγράφει το γεγονός οριστικά από τη μνήμη. Ίσως καλύτερα έτσι, γιατί όσο και να πονάει, η ανάμνηση μας δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίσουμε.

Περίεργη, λοιπόν, η επίδραση του χρόνου στη ζωή μας. Αναλαμβάνει πολλούς και διαφορετικούς ρόλους, ενώ σύμφωνα με τη Φυσική παραμένει ένα σταθερό φυσικό μέγεθος.

Νεφέλη Καλογερή