Εκπαίδευση παιδιών με κινητική αναπηρία

Η φροντίδα για την εκπαίδευση των ατόμων με κινητική αναπηρία στη χώρα μας, όπως και για άλλες μορφές αναπηρίας, ξεκίνησε από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Το 1937 ιδρύθηκε στην Αθήνα από ιδιώτες, με τη στήριξη του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών και στη συνέχεια του Αμερικανικού Ιδρύματος «Εγγύς Ανατολή», το πρώτο φιλανθρωπικό, μη κερδοσκοπικό σωματείο με την επωνυμία «Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Αποκατάστασης Αναπήρων Παίδων (ΕΛΕΠΑΠ)».

Στόχος του σωματείου ήταν η αντιμετώπιση των προβλημάτων, από τη βρεφική μέχρι και την εφηβική ηλικία, των ατόμων με κινητικές αναπηρίες. Δόθηκε βαρύτητα στη στέγη, στην περίθαλψη και στην αποκατάσταση, με τη λειτουργία κέντρου φυσικοθεραπείας και Ειδικού Σχολείου Αναπήρων Παίδων, στο οποίο, παράλληλα με τη διδασκαλία στοιχειωδών μαθημάτων, εφαρμοζόταν κατάλληλη θεραπευτική αγωγή (Στασινός, 2001). Αυτή τη στιγμή η ΕΛΕΠΑΠ διαθέτει έξι κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χανιά, Ιωάννινα, Βόλο, Αγρίνιο) και παρέχει συστηματική φροντίδα σε επίπεδο πρώιμης παρέμβασης και αποκατάστασης.

Σήμερα πλέον, οι Σ.Μ.Ε.Α.Ε. (Ειδικά Νηπιαγωγεία και Ειδικά Δημοτικά Σχολεία) που λειτουργούν στις εγκαταστάσεις της ΕΛΕΠΑΠ ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας. Η ΕΛΕΠΑΠ λειτουργεί πρόγραμμα πρώιμης παρέμβασης για παιδιά με κινητική αναπηρία, το οποίο αναγνωρίζεται ως φοίτηση σε προσχολική εκπαίδευση, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 3699/2008 «Εκπαίδευση παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» προβλέπεται ότι «Η φοίτηση παιδιών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ηλικίας τεσσάρων (4) έως επτά (7) ετών στο πρόγραμμα πρώιμης παρέμβασης της ΕΛΕΠΑΠ είναι ισότιμη με τη φοίτηση σε οποιαδήποτε μονάδα ειδικής προσχολικής αγωγής».

Το 1972 μία ομάδα είκοσι γονέων ανέλαβε την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών, με σκοπό να συμβάλλει στην πρόνοια, εκπαίδευση και αποκατάσταση για τους ανθρώπους με εγκεφαλική παράλυση.

Στόχος ήταν η ανάπτυξη πολυποίκιλων δραστηριοτήτων για την προαγωγή των συμφερόντων των ανθρώπων με κινητικές αναπηρίες. Στον χώρο της Εταιρείας, σήμερα, λειτουργεί Ειδικό Δημοτικό Σχολείο για παιδιά με εγκεφαλική παράλυση υπό την ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας.

Εκτός από τα παραπάνω ειδικά σχολεία, λειτουργούν επίσης Ειδικά Δημοτικά Σχολεία για παιδιά με κινητική αναπηρία στο Αιγάλεω, καθώς και στην Πεντέλη και στη Βούλα στις εγκαταστάσεις του πρώην ΠΙΚΠΑ. Ακόμα λειτουργεί Ειδικό Γυμνάσιο-Λύκειο στην Ηλιούπολη, όπως επίσης Ειδικό Γυμνάσιο-Λύκειο και Ενιαίο Ειδικό Επαγγελματικό Γυμνάσιο-Λύκειο στο Ίλιον, στις εγκαταστάσεις του Εθνικού Κέντρου Αποκατάστασης.

Οι σύγχρονες αρχές της παιδαγωγικής της ένταξης συμβάλλουν στην αλλαγή παραδείγματος και στην εκπαίδευση των παιδιών με κινητική αναπηρία και προωθούν την κατάργηση της διαχωριστικής εκπαίδευσης και τη διασφάλιση του δικαιώματος για εκπαιδευτική και κοινωνική ένταξη.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Χαρακτηριστικά συνέντευξης

Ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, ισχύουν τα εξής:

  • Χώρος: Η συνέντευξη μπορεί να γίνεται οπουδήποτε, ιδανικά όμως ο χώρος αυτός δεν πρέπει να έχει θόρυβο, να είναι απλό δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό και διακόσμηση που δεν αποσπά υπερβολικά την προσοχή. Καλό είναι να υπάρχουν δύο άνετες και ίδιες καρέκλες σε γωνία 90 μοιρών με ένα τραπεζάκι μεταξύ τους. Αποφεύγεται η αντικριστή τοποθέτηση των καρεκλών, για να μην αισθάνεται ο συμβουλευόμενος ότι ανακρίνεται και για να μπορεί να έχει οπτική επαφή με τον σύμβουλο αλλά ταυτόχρονα να κοιτάζει και αλλού όταν το έχει ανάγκη λόγω συναισθηματικής φόρτισης. Επίσης, καλό είναι να αποφεύγεται ο σύμβουλος να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, γιατί δημιουργεί απόσταση και σχέσεις εξουσίας. Για τους ίδιους λόγους αποφεύγεται το ντιβάνι. Στο τραπέζι μπορεί να τοποθετούνται αντικείμενα ασήμαντα εκ πρώτης όψεως, αλλά χρήσιμα για να νιώσει άνετα ο συμβουλευόμενος. Τέλος, πρέπει να υπάρχει μέριμνα για να προλαμβάνονται ενοχλητικές διακοπές.
  • Χρόνος: Η συνέντευξη μπορεί να λάβει χώρα οποιαδήποτε ώρα, αλλά αποφεύγεται πριν ή μετά από ένα γεύμα ή όταν ο συμβουλευόμενος είναι σωματικά καταπονημένος. Η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία ώρα, γιατί επέρχεται κούραση και φυσικά δεν πρέπει να υπερφορτώνεται με πολλά θέματα.

Ως προς τα εσωτερικά χαρακτηριστικά, ισχύουν τα εξής:

  • Στάσεις: Ο σύμβουλος πρέπει να είναι αληθινός και να εκφράζει τα συναισθήματά του χωρίς να υποκρίνεται, να νοιάζεται πραγματικά για το άτομο που έχει απέναντί του και να σέβεται τη μοναδικότητα και διαφορετικότητά του.
  • Χαρακτηριστικά προσωπικότητας: Ο σύμβουλος είναι σημαντικό να διαθέτει ισχυρή προσωπικότητα, να έχει αυτογνωσία, να εμπνέει εμπιστοσύνη και να δημιουργεί μια ζεστή και φιλική ατμόσφαιρα.
  • Γλώσσα του σώματος: Ο σύμβουλος πρέπει να είναι ήρεμος, να ακούει με προσοχή τον συμβουλευόμενο, να μην υπερβαίνει τα όρια του και να αξιοποιεί τα κανάλια της μη λεκτικής του επικοινωνίας για να επικοινωνεί αποτελεσματικά μαζί του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Θεωρίες: ανθρωπιστικές–υπαρξιακές–ανθρωποκεντρικές-προσωποκεντρικές

Η προσωποκεντρική θεωρία του Rogers

Σύμφωνα με το Rogers, η Συμβουλευτική είναι μια πορεία κατά την οποία το άτομο διευκολύνεται στο να αναλάβει την ευθύνη να παίρνει αποφάσεις, σύμφωνα με τις δικές του προσωπικές αξιολογήσεις.

Στόχος αυτής της προσέγγισης στη Συμβουλευτική δεν είναι να λύσει το άτομο ένα ειδικό πρόβλημά του, αλλά να βοηθηθεί να αναπτυχθεί για να μπορέσει να αντιμετωπίσει, τόσο το τρέχον πρόβλημα του, όσο και κατοπινά του προβλήματα, με πιο συγκροτημένο τρόπο.

Η ενίσχυση των δυνάμεων του προσώπου και η αναδόμηση της προσωπικότητάς του βοηθούν το συμβουλευόμενο να γίνει κύριος του εαυτού του και να μάθει τον τρόπο με τον οποίο θα το πετύχει αυτό.

Ο ίδιος ο Rogers ονόμασε «μη κατευθυντική» την αρχική θεωρητική του τοποθέτηση, διότι πίστευε πως ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέγει τους δικούς του στόχους, έστω και αν είναι αντίθετοι με αυτούς του συμβούλου του.

Στέκεται ιδιαίτερα στις στάσεις του συμβούλου και στον τρόπο με τον οποίο υπάρχει στη συμβουλευτική διαδικασία. Θεωρεί ότι η αυτογνωσία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου ο σύμβουλος να είναι σε θέση να βοηθήσει έναν άλλο άνθρωπο. Ακόμη, οφείλει να είναι ο αληθινός εαυτός του και να μην προσποιείται στη συμβουλευτική σχέση.

Η υπαρξιακή θεωρία του May

Στοχεύει στο να βοηθήσει το απομονωμένο άτομο να γίνει δραστήριο και ενεργό μέλος της κοινωνίας. Το ενθαρρύνει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να θέτει στόχους κατάλληλους για τις ικανότητες του. Η θεωρία του May αποτελεί ένα πολύ πετυχημένο συνδυασμό ψυχανάλυσης και υπαρξισμού.

Επιδίωξη της προσπάθειας του συμβούλου είναι η παροχή βοήθειας στο άτομο για κατανόηση του κόσμου και του εαυτού του και η αναζήτηση τρόπων επικοινωνίας με τους γύρω του.

Η γνωστικο-συναισθηματική θεραπεία συμπεριφοράς του Ellis

Στόχος της είναι να αλλάξει τον παράλογο τρόπο σκέψης, με τον οποίο ο συμβουλευόμενος βλέπει τα πράγματα. Πρόκειται για θεωρία με κατευθυντικό χαρακτήρα και αντλεί στοιχεία από συμπεριφοριστικές και ανθρωπιστικές θεωρίες.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ

Κάποιες μέθοδοι και τεχνικές που μπορεί να αξιοποιήσει ο σύμβουλος κατά το πρώτο στάδιο της πορείας της συμβουλευτικής που στοχεύει στη συλλογή και ανάλυση έγκυρων και αξιόπιστων πληροφοριών για τον συμβουλευόμενο, ώστε να γνωρίσει καλύτερα ο σύμβουλος τον ίδιο και το πρόβλημα και να μπορέσει να τον βοηθήσει είναι οι ακόλουθες:

Το ατομικό δελτίο
Έχει ως στόχο να συγκεντρώσει πληροφορίες για κάθε μαθητή, τις οποίες οφείλει να γνωρίζει τόσο ο σύμβουλος όσο και ο εκπαιδευτικός, προκειμένου να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Βασικά στοιχεία που πρέπει να συγκεντρώνονται αφορούν τις εξής περιοχές: στοιχεία ταυτότητας, οικογενειακά στοιχεία, πληροφορίες για την υγεία, εκπαιδευτικό ιστορικό, ανέκδοτα στοιχεία, περιλήψεις περιπτώσεων, υποδείξεις.

Η παρατήρηση
Η παρατήρηση αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη συλλογή πληροφοριών και τη σωστή άσκηση συμβουλευτικής. Με τη συστηματική παρατήρηση λαμβάνονται πληροφορίες για το κλίμα και τη δυναμική της τάξης, τις λεκτικές αντιδράσεις των μαθητών, τις δραστηριότητές τους. Βασικό της πλεονέκτημα είναι το γεγονός ότι ο μαθητής παρατηρείται στο φυσικό περιβάλλον που βρίσκεται και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει κι έτσι μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς άλλες μεθόδους, που χαρακτηρίζονται από απουσία αντικειμενικότητας. Ωστόσο, ένα μειονέκτημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο χρόνος που απαιτείται για την παρατήρηση.

Οι τεχνικές αυτοδιερεύνησης και οι κλίμακες εκτίμησης
Πρόκειται για ερωτήσεις ή προτάσεις που αφορούν κάθε πτυχή της προσωπικότητας του ατόμου και δίνουν τη δυνατότητα το ίδιο το άτομο για αυτοδιερεύνηση και αυτοεκτίμηση και στον σύμβουλο για αξιολόγηση. Βασικό πλεονέκτημα είναι το γεγονός ότι δίνει την εικόνα για τον εαυτό του ή για τους άλλους αντί να ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Επιπλέον, δεν επιβάλλονται οι απόψεις και οι γνώμες του συμβούλου ισχυροποιώντας την άποψη ότι η συμβουλευτική έχει ως απώτερο σκοπό το συμφέρον του.

Η ανάληψη ρόλων και η υπόκριση
Η ανάληψη ρόλων βοηθάει το άτομο να αντιληφθεί καλύτερα τον εαυτό του και τους άλλους. Ενδείκνυται για άτομα με περιορισμένες πνευματικές ικανότητες ή που προέρχονται από αυταρχικές οικογένειες στις οποίες δεν αναπτύχθηκε η πρωτοβουλία τους. Με την ανάληψη ρόλων, το άτομο μαθαίνει τους φόβους και τις στάσεις των ατόμων που υποδύεται, ενώ του δίνεται η ευκαιρία να παίξει και τους αντίθετους ρόλους. Με την τεχνική αυτή, αναπτύσσεται η δεξιότητα της ενσυναίσθησης, της πρόβλεψης της συμπεριφοράς των άλλων και της αποτελεσματικότερης επικοινωνίας. Η υπόκριση δεν διαφέρει ουσιαστικά από την ανάληψη ρόλων. Βασική διαφορά τους είναι ότι με την τελευταία τονίζεται η δεξιότητα της έκφρασης συμπάθειας και διαφόρων απόψεων, ενώ με την πρώτη τονίζεται η κοινωνική συμπεριφορά και οι κοινωνικές δεξιότητες, όπως η αντίληψη των συμφωνιών και των κανόνων ανάμεσα στα άτομα και οι ποινές για τη μη τήρηση των κανόνων.

Η συνέντευξη
Η συνέντευξη είναι η σοβαρή, σκόπιμη και δομημένη συνομιλία μεταξύ δύο ανθρώπων. Σε μια συνέντευξη διακρίνονται δύο ρόλοι: εκείνου που παίρνει τη συνέντευξη και εκείνου που την παραχωρεί. Όταν εξυπηρετείται εκείνος που δίνει τη συνέντευξη με στόχο να βοηθηθεί, τότε αυτή κατατάσσεται στην ψυχολογική συνέντευξη. Η ψυχολογική συνέντευξη είναι συνήθως ημι-δομημένη, δηλαδή ακολουθείται μία συνειδητή πορεία αφήνοντας ταυτόχρονα αρκετό περιθώριο ελευθερίας στον συμβουλευόμενο να αφαιρέσει, προσθέσει ή αναδιατυπώσει ερωτήσεις, ώστε να φέρει στην επιφάνεια τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του συμβουλευόμενου. Βασικές τεχνικές που αξιοποιούνται στο πλαίσιο μιας συνέντευξης είναι η ερώτηση, η σιωπή, η επαναδιατύπωση, η διευκρίνιση, η αντανάκλαση, η εξήγηση, η εισήγηση.

Τα ψυχολογικά τεστ
Τεστ γενικής νοημοσύνης, ειδικών ικανοτήτων, προσωπικότητας, με τα οποία συγκεντρώνονται στοιχεία για η φύση και έκταση των ατομικών διαφορών, τον εντοπισμό των ψυχολογικών χαρακτηριστικών, τον υπολογισμό των περιβαλλοντικών επιδράσεων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Θεωρία: συμπεριφοριστική

Πρόκειται για θεωρίες προσανατολισμένες στη μάθηση, οι οποίες γενικά στοχεύουν στη μάθηση της επιθυμητής συμπεριφοράς και την απώθηση της ανεπιθύμητης. Αυτές ανάλογα με τον τρόπο μάθησης διακρίνονται κυρίως σε:

  • κλασική εξάρτηση, με κύριο εισηγητή και εκπρόσωπο τον Pavlov και
  • συντελεστική ή ενεργός, με κύριο εισηγητή και εκπρόσωπο τον Skinner.

Ο σύμβουλος, οπαδός της Θεωρίας της Συμπεριφοράς, δεν ασχολείται καθόλου με το ιστορικό του παιδιού, αλλά με τα συγκεκριμένα αίτια τα οποία προκάλεσαν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

Στη σχολική πρακτική υπάρχει το σύστημα των ποινών και αμοιβών και σύμφωνα με τη λογική αυτή λειτουργούν οι κανονισμοί του σχολείου. Ο σύμβουλος έχει έναν ιδιαίτερα κατευθυντικό, καθοδηγητικό ρόλο, ρόλο «αυστηρού» δασκάλου που επιβραβεύει, τιμωρεί, επιβάλλει, εγκρίνει ή απορρίπτει.

Η θεωρία διευρύνθηκε και αναμορφώθηκε από μελετητές της προς περισσότερο ανθρωπιστικές κατευθύνσεις και ο ρόλος του συμβούλου έγινε λιγότερο κατευθυντικός και η διαδικασία περισσότερο υποστηρικτική προς τον συμβουλευόμενο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αρχές και στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές Ε.Ε.Α.

Οι βραχυπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι:

  • απόκτηση σχέσης εμπιστοσύνης με το παιδί,
  • αλλαγή της λειτουργίας του και συμπεριφοράς μέσα στη τάξη μέσα από τη μαθησιακή/ψυχοκοινωνική ενίσχυση,
  • ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης και
  • ενίσχυση της θετικής εξωτερικής σε σχέση με τους συμμαθητές

Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι οι εξής:

  • διευκόλυνση ανάπτυξης και κινητοποίηση του έμφυτου δυναμικού του παιδιού,
  • καλλιέργεια συναισθηματικής και κοινωνικής έκφρασης,
  • καλλιέργεια διαπροσωπικών δεξιοτήτων και
  • ενίσχυση του μαθησιακού δυναμικού και απόκτησης δεξιοτήτων «καλής μελέτης» και κατανόησης υλικού.

Οι επαγγελματικοί σύμβουλοι που εργάζονται με τα άτομα οφείλουν να έχουν υπόψη τους ότι διάφορα στερεότυπα μπορεί να εμποδίσουν τον ανενημέρωτο σύμβουλο να δει το άτομο αντικειμενικά, να το ακούσει προσεκτικά και να επιδείξει ενσυναίσθηση, άσχετα με την τάξη, τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία και άλλους περιορισμούς.

Τα συναισθήματα θυμού και ματαίωσης που νιώθουν οι πελάτες, οι οποίοι προέρχονται από ομάδες που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, είναι δικαιολογημένα και δεν οφείλονται σε κάποια βαθύτερη ψυχοπαθολογία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Θεωρία: δυναμική εκλεκτικής εξελικτική συμβουλευτική

Η παραπάνω θεωρία δίνει έμφαση στην έννοια του διαπροσωπικού εαυτού, δηλαδή του συνδυασμού όλων των όψεων της προσωπικότητας του ατόμου, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κοσμικού συστήματος.

Η τάση που κυριαρχεί ολοένα και πιο πολύ στον χώρο της συμβουλευτικής είναι μια εκλεκτική εξελικτική προσέγγιση, ένας δυναμικός συνδυασμός των υπαρχόντων θεωριών, ανάλογα με την περίπτωση του προβλήματος που έχει να αντιμετωπίσει ο σύμβουλος.

Όλες οι θεωρίες της Συμβουλευτικής έχουν, αναμφίβολα, μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία συμβάλλουν αποτελεσματικά στην πληρέστερη εφαρμογή των στόχων της. Ωστόσο, θεωρείται αναγκαία μια μέθοδος που να συνδυάζει εκλεκτικά όλες τις μεθόδους των παραπάνω θεωριών, με ένα δυναμικό και εξελικτικό τρόπο, σε ένα ενιαίο σύνολο, βοηθώντας την ερμηνεία των φαινομένων της ανάπτυξης και της συμπεριφοράς και τη δημιουργία της κατάλληλης συμβουλευτικής παρέμβασης.

Αυτή είναι και η βασική πρόταση της Δυναμικής Εκλεκτικής Εξελικτικής Συμβουλευτικής που προτείνει και ο καθ. Δημητρόπουλος από το 1980 και η οποία αφήνει τη δυνατότητα για αποτελεσματικές λύσεις και διαχείριση των προβλημάτων από το σύμβουλο.

Με αυτή τη θεωρία ο σύμβουλος γνωρίζοντας καλά όλες τις θεωρίες μπορεί να επιλέξει την καταλληλότερη ανάλογα με την προσωπικότητα του, αλλά και την ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αρχές και στόχοι της Συμβουλευτικής

Οι βασικές αρχές της Συμβουλευτικής είναι:

  • ο σεβασμός της προσωπικότητας του συμβουλευόμενου,
  • η συνεργασία συμβούλου και συμβουλευόμενου με βάση μια διαπροσωπική, αλληλοεπικοινωνιακή και ισότιμη σχέση αποφεύγοντας τις διακρίσεις, τις αξιολογήσεις και την κριτική από την πλευρά του συμβούλου,
  • η συνολική ανάπτυξη του ανθρώπου,
  • ο αυτοκαθορισμός και ο αυτοπροσδιορισμός του ατόμου,
  • ο σύμβουλος καθοδηγεί και συνεξετάζει με τον συμβουλευόμενο το πρόβλημα, τον βοηθά να βρει μόνο του τις λύσεις και αν είναι περισσότερες από μία είναι ελεύθερος να επιλέξει αυτή που του ταιριάζει καλύτερα για την επίλυση του προβλήματός του και
  • στηρίζεται στα βασικά αξιώματα της επικοινωνίας και δράσης.

Βασικοί στόχοι της Συμβουλευτικής είναι:

  • Η εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων που θα βοηθήσουν τους συμβουλευόμενους να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτονομίας και μεγαλύτερης αυτογνωσίας, ώστε να πετύχουν μια εκούσια εποικοδομητική αλλαγή της προσωπικότητάς τους.
  • η στήριξη στους ανθρώπους να βοηθήσουν τον εαυτό τους να σκέφτεται πιο θετικά για τους ίδιους και τις ικανότητές τους, αλλά και για τις αντίξοες συνθήκες των προβλημάτων που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν.
  • Η καλλιέργεια ενός συναισθηματικού κλίματος που θα βοηθήσει το άτομο στην ανάπτυξή του. Προϋποθέσεις για αυτό είναι αφενός να νιώσει το άτομο την ασφάλεια και την ελευθερία να εξερευνήσει τον εαυτό του και να έρθει σε μεγαλύτερη επαφή με τα δικά του συναισθήματα και αφετέρου η ικανότητα του συμβούλου να δημιουργεί συναισθηματική επαφή με τους άλλους.

Η Συμβουλευτική έχει άμεση σχέση με την έννοια της «Διαφορετικότητας» και της «Ισότητας» και αυτό προκύπτει από τις ίδιες τις αρχές της, βάσει των οποίων λειτουργεί ως επιστήμη. Στις βασικές αρχές της Συμβουλευτικής τονίζεται κύρια ότι ο κάθε άνθρωπος, χωρίς καμιά διάκριση, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα με αξία, γίνεται αποδεκτός με σεβασμό, εκτίμηση και κατανόηση, θεωρείται ικανός να κρίνει και να αποφασίζει για την τύχη του, αντιμετωπίζεται με πνεύμα ισοτιμίας, αναγνωρίζεται η ορθότητα της υποκειμενικής του άποψης.

Έτσι, αναφορικά με την αποδοχή της διαφορετικότητας, οι ανθρωποκεντρικές αρχές της συμβουλευτικής, για να έχουν αποτελεσματική επίδραση στη νοοτροπία των ανθρώπων και να καλλιεργούν αντιστάσεις ενάντια στις προτροπές για διαχωρισμούς μεταξύ τους, πρέπει να περιλαμβάνουν ως απαραίτητες προϋποθέσεις την αποδοχή, τον σεβασμό και τα δικαιώματα του άλλου. Ουσιαστικά, είναι η αμοιβαιότητα και η αρχή της «ίσης μεταχείρισης».

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Θεωρίες: γνωστικές-γνωστικο-συμπεριφοριστικές

Η θεραπεία πραγματικότητας του Glasser

Η θεραπεία πραγματικότητας στοχεύει να βοηθήσει το άτομο να βλέπει λογικά και να αποδέχεται την πραγματικότητα, να είναι υπεύθυνο και να μάθει τρόπους να ικανοποιεί την ανάγκη του για αίσθημα αξίας. Η θεραπεία αυτή είναι εύχρηστη και απλή, παρουσιάζει όμως δυσκολία στις ερμηνείες, στις περιπτώσεις φαινομένων στη συμπεριφορά.

Η συμβουλευτική παρέμβαση που προτείνει ο Glasser συνίσταται σε οκτώ στάδια:

  • δημιουργία ειλικρινούς και υποστηρικτικής προς το παιδί σχέσης,
  • περιγραφή από το παιδί της παρούσας κατάστασης ή συμπεριφοράς,
  • αξιολόγηση από το παιδί της κατάστασης ή συμπεριφοράς αυτής και των τρόπων με τους οποίους προσπαθεί να την αντιμετωπίσει,
  • συνεργατική διερεύνηση εναλλακτικών τρόπων αντιμετώπισης και ικανοποίησης των επιθυμιών του παιδιού,
  • επιλογή του εναλλακτικού τρόπου τον οποίο το παιδί θεωρεί ιδανικό και δέσμευση εκ μέρους του για την ανάληψη ευθύνης για την εφαρμογή του,
  • από κοινού εξέταση της βήμα προς βήμα εφαρμογής αυτής,
  • εφαρμογή της μεθόδου των «λογικών συνεπειών» από τον σύμβουλο και
  • επιμονή στην έως της επίτευξης του τελικού σκοπού προσπάθεια, με όποιες αναθεωρήσεις τμημάτων ή ακόμα και ολόκληρης της διαδικασίας από την αρχή.

Η θεραπεία της μορφής

Η θεωρία αυτή στοχεύει στη δημιουργία ολοκληρωμένων όλων μέσω της επανοργάνωσης των αντιληπτικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Η θεραπεία αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και χρησιμοποιείται όλο και πιο πολύ στους χώρους της συμβουλευτικής ψυχολογίας.

Βασικός σκοπός είναι η επίτευξη της εαυτογνωσίας, που προωθεί την ανάπτυξη του αισθήματος της ενεργοποίησης του όλου ατόμου. Η χρήση του χιούμορ, του σαρκασμού και της πρόκλησης σοκ είναι συχνή, με σκοπό να ωθήσει το άτομο στην προσέγγιση των αυθεντικών συναισθημάτων του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αρχές και στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής

Οι βασικές αρχές της Σχολικής Συμβουλευτικής είναι:

  • απευθύνεται σε όλους τους μαθητές,
  • απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τις δυσκολίες των παιδιών σε ατομικό, διαπροσωπικό, οικογενειακό και σχολικό επίπεδο,
  • ανάπτυξη της ατομικής και κοινωνικής συναισθηματικής νοημοσύνης και ενίσχυση των γνωστικών λειτουργιών και των δεξιοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα (μαθησιακό, κοινωνικό-διαπροσωπικό, συναισθηματικό, πρακτικής και συνθετικής σκέψης, σωματικής λειτουργίας)

Βασικοί στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής είναι να:

  • βοηθήσει όλα τα παιδιά να ενταχθούν ισορροπημένα και να εξελιχθούν ομαλά στο σχολικό σύστημα,
  • διευκολύνει εκπαιδευτικούς και γονείς να χειρίζονται πιο αποτελεσματικά και με τρόπο παραγωγικό τις καταστάσεις,
  • υποστηρίξει εκπαιδευτικούς να ανακαλύψουν εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας, ανάλογα με την ομάδα και τις περιπτώσεις των παιδιών, το είδος των αναγκών,
  • αξιολογήσει και να «αναγνωρίσει» τις αντοχές, τα όρια, τις δυσκολίες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες των παιδιών,
  • βοηθήσει εκπαιδευτικούς και γονείς να κατανοήσουν τις δυσκολίες, την ψυχολογία, την αναπτυξιακή φάση, τις δυνατότητες, τα όρια των παιδιών και να τα ενισχύσουν με αποτελεσματικό τρόπο,
  • διευκολύνει την έκφραση προσωπικών ζητημάτων, συναισθηματικών φορτίσεων με αρνητικό χαρακτήρα και την επεξεργασία βιωμάτων που εκφράζονται μέσα από «προβληματικές», δυσλειτουργικές συμπεριφορές, ή πράξεις που αποπροσανατολίζουν το ίδιο το παιδί και τον περίγυρο, μεταφέροντας με προβληματικούς τρόπους τις εσωτερικές δυσκολίες και περιορισμούς, αλλά και τις αρνητικές εμπειρίες στο σχολείο,
  • βοηθήσει τους μαθητές, αλλά και τους εκπαιδευτικούς και γονείς να σκέπτονται, να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν τα πράγματα διαφορετικά, και
  • καλλιεργήσει νέες δεξιότητες έκφρασης και επικοινωνίας και σχέσεων για όλους.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ