1

Οργανωσιακή συμπεριφορά: Εννοιολογική προσέγγιση

Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον των ερευνητών της οργανωσιακής συμπεριφοράς έχει εστιαστεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων. Βασιζόμενοι στις εργασίες του Freud, οι ερευνητές θεωρούν την ομάδα ως ένα καθρέφτη με δύο όψεις ο οποίος συνδέει την υλική πραγματικότητα με την ψυχική πραγματικότητα, το ομαδικό πνεύμα χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στη γνώμη των άλλων, τη θέληση για συνεργασία, την εμπιστοσύνη, τη συμπάθεια, την πειθαρχία που εφαρμόζεται ελεύθερα από όλους, την αποδοχή της κριτικής των άλλων.

Κατά αυτό τον τρόπο, αφενός η ομάδα είναι αποτελεσματική, αφετέρου, οι σχέσεις μεταξύ των μελών είναι αρμονικές εργασιακό περιβάλλον να δημιουργεί ένα αίσθημα πληρότητας και ολοκλήρωσης, καθώς, ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων, φαίνεται ότι δεν αντλεί ικανοποίηση και δε νιώθει δέσμευση για τον εργασιακό χώρο του, με αποτέλεσμα τη μειωμένη οργανωσιακή απόδοση. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι εργαζόμενοι στη δουλειά, διαφέρει σημαντικά από τον τρόπο που συμπεριφέρονται ως άτομα στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Το πλέγμα παραγόντων που επηρεάζει την συμπεριφορά των εργαζομένων, περιλαμβάνει ατομικά χαρακτηριστικά και προδιαθέσεις, το γενικό οργανωσιακό πλαίσιο, την πολιτική, τις διεργασίες, την αποτελεσματικότητα της διοίκησης και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ συναδέλφων. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να εμπνεύσουν τους εργαζόμενους είτε να εργαστούν σκληρότερα, είτε να νιώσουν εντελώς «ξένοι» μέσα στον οργανισμό.

Ουσιαστικά, πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο δρουν οι εργαζόμενοι ως άτομα εντός του οργανωσιακού πλαισίου και στον τρόπο που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ως μέλη εργασιακών ομάδων. Οι διαφορετικές συμπεριφορές των ατόμων και των ομάδων ενός οργανισμού δημιουργούν το κλίμα του οργανισμού, το οποίο, με τη σειρά του, επηρεάζει θετικά ή αρνητικά την επιτυχία και την αποτελεσματικότητα του οργανισμού.

Επιπλέον, η αναγνώριση των συμπεριφορών που εκδηλώνονται σε έναν οργανισμό είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή άσκηση ηγεσίας και, εν τέλει, για την αποτελεσματικότητα του οργανισμού, ειδικά σε περιπτώσεις αλλαγής.

Ειδικότερα, προκειμένου η αλλαγή να είναι θετική, οι ηγέτες θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε να δημιουργηθούν οι εσωτερικές συνθήκες και όλοι οι εργαζόμενοι να εμπλακούν στις διεργασίες σχεδιασμού του «μέλλοντος» του οργανισμού.  Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο άτομα και ομάδες αλληλεπιδρούν στο χώρο εργασίας είναι σημαντική για τη δημιουργία θετικής οργανωσιακής αλλαγής. 

Η αναγνώριση και κατανόηση των δυσλειτουργικών συμπεριφορών δίνει στην ηγεσία τη δυνατότητα να «θεραπεύσει» τα προβλήματα και, να αξιοποιήσει το δυναμικό των εργαζομένων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα επίπεδα παραγωγικότητας, ευρωστίας και βιωσιμότητας του οργανισμού. Αναφορικά με την αναγκαιότητα αποτύπωσης, μελέτης και βελτίωσης της οργανωσιακής συμπεριφοράς, έχουν γραφτεί πολλά. Το κυριότερο επιχείρημα στη κριτική που δέχεται ο κλάδος της οργανωσιακής συμπεριφοράς είναι ότι, η αλλαγή των στάσεων και των συμπεριφορών του εργαζόμενου που αποτελεί το αντικείμενο μελέτης της, καθώς και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται από τους επαγγελματίες, συνιστούν χειραγώγηση και, άρα, μη-ηθική πρακτική.

Σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες, αναφέρεται ότι, παρά τους περιορισμούς, οι παρεμβάσεις για τη βελτίωση της οργανωσιακής συμπεριφοράς αποτιμώνται θετικά. Σε κάθε περίπτωση, η στάση των διοικούντων παίζει καθοριστικό ρόλο στο βαθμό που τα ανώτερα στελέχη «αγκαλιάζουν» τις ηθικές αξίες και τα ίδια συμπεριφέρονται με ανάλογο τρόπο, είναι πολύ πιθανό να αναπτυχθούν στους οργανισμούς τέτοια πρότυπα.

Οι Άνθρωποι του Οργανισμού (Organizationists): διακρίνονται από υψηλότερα από το μέσο όρο επίπεδα δέσμευσης προς τον οργανισμό υψηλότερη από το μέσο όρο δέσμευση μόνο προς τον οργανισμό τους.
Οι Καριερίστες (Careerists): παρουσιάζουν υψηλότερα από το μέσο όρο επίπεδα δέσμευσης προς το επάγγελμα.
Οι Μη αφοσιωμένοι (Uncommitted): δεν αισθάνονται καμία δέσμευση ούτε προς το επάγγελμα, ούτε προς τον οργανισμό στον οποίο εγγράφεται η δράση τους.

Συνοψίζοντας, η διοίκηση του οργανισμού οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη τα παραπάνω, δίνοντας έμφαση στον εμπλουτισμό των αντικειμένων εργασίας, στο στυλ ηγεσίας & διοίκησης που προωθεί τη συνεργασία και τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, τη δημιουργία ισχυρής κουλτούρας βάσει συλλογικά αποδεκτών αξιών. Η επαγγελματική εμπλοκή Η δράση αποτελεί μια απόφαση, μια επιλογή αλλά και ένα στοίχημα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Θρησκεία και Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία άξια του ονόματός της. Στις αυτοκρατορίες, γενικά, υπάρχει ανοχή στις θρησκείες. Οι αυτοκρατορίες για να είναι αυτοκρατορίες έχουν ανοχή: στις πολλές γλώσσες, στους πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς και στις διαφορετικές θρησκείες. Μπορεί κάποια θρησκεία να είναι ισχυρότερη, αλλά στις αυτοκρατορίες επιτρέπεται να έχεις διαφορετικότητα.

Μάλιστα ήταν τιμή, ήταν δύναμη των αυτοκρατοριών να έχουν ποικιλία, δηλαδή ο αυτοκράτορας της Ρώμης θα έλεγε: στο βασίλειό μου, στην αυτοκρατορία μου, υπάρχουν τόσοι λαοί, που μιλούν τόσες γλώσσες και έχουν τόσες θρησκείες. Λέγοντας την ποικιλία των λαών που διοικεί, ο αυτοκράτορας της Ρώμης έδειχνε τη δύναμή του.

Αυτό είναι διαφορετικό, έχει σημασία, διότι οι αυτοκρατορίες είναι πολύ διαφορετικές από τα εθνικά κράτη στα οποία ζούμε τους τελευταίους αιώνες, στα οποία εθνικά κράτη η ποικιλία είναι εχθρός. Τα εθνικά κράτη θέλουν μία γλώσσα αν είναι δυνατόν, μία θρησκεία, έναν πολιτισμό.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν αυτοκρατορία με τα όλα της και είχε πάρα πολλούς λαούς και πολλές θρησκείες. Μάλιστα, οι Ρωμαίοι όταν πήγαιναν και κατακτούσαν μία περιοχή και συναντούσαν άλλους θεούς, τους υιοθετούσαν, και στη Ρώμη, έκτιζαν και ναούς γι’ αυτούς τους θεούς. Πήγαν στην Αίγυπτο, είδαν την Ίσιδα, είδαν τον Όσιρη, τους άρεσε, κάνανε ναούς της Ίσιδας και του Όσιρη στη Ρώμη.

Έτσι, Ρωμαίοι στρατιώτες γνώρισαν τον Μίθρα, τους άρεσε αυτή η θεότητα, γιατί ήταν και πολεμική, ήταν πολεμιστής του Καλού, και έτσι ένας αριθμός Ρωμαίων στρατιωτών αγάπησαν τον Μίθρα, τον υιοθέτησαν και άρχισαν να μιλούν γι’ αυτόν και να τον διαδίδουν. Μεσαία προς ανώτερα στρώματα της ρωμαϊκής κοινωνίας θεωρούσαν πολύ «chic» να μιλούν για τον Μίθρα και να κάνουν τελετές για αυτόν τον Θεό του Φωτός.

Ο χριστιανισμός εμπεριέχει πολλά από τη σύλληψη του ζωροαστρισμού και έτσι θεωρείται από τους μελετητές ότι ο μιθραϊσμός βοήθησε στη διάδοση του χριστιανισμού, με ποια έννοια: καθώς ένας μέσος μιθραϊστής μπορούσε πολύ πιο εύκολα να καταλάβει τα διδάγματα του χριστιανισμού από έναν παγανιστή, έναν οπαδό του δωδεκάθεου ή έναν οπαδό άλλων θρησκειών, αρκετοί μιθραϊστές υποδέχτηκαν τον χριστιανισμό και μετακινήθηκαν προς τον χριστιανισμό. Δηλαδή λειτούργησε ως σκαλοπάτι προς τον χριστιανισμό.

Και δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς και τους μάρτυρες των διωγμών του χριστιανισμού υπήρχαν στρατιώτες και στρατιωτικοί Ρωμαίοι και κυρίες της αριστοκρατίας, σύζυγοι Ρωμαίων στρατιωτικών, οι οποίες είχαν γίνει χριστιανές και χριστιανοί, όντας πριν μιθραϊστές. Δηλαδή, ο μιθραϊσμός βοήθησε στη διάδοση της νέας θρησκείας, αργότερα, του χριστιανισμού.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Τα προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία

Η κλιματική αλλαγή καθιστά το κλίμα της Ευρώπης περισσότερο ζεστό και υγρό, γεγονός το οποίο θα επιφέρει επιδημίες και ασθένειες, που θα προκαλούνται από κουνούπια, άλλα έντομα και τρωκτικά. Η διάδοση ασθενειών όπως ο δάγκειος πυρετός, η εγκεφαλίτιδα, η ελονοσία ή ο κίτρινος πυρετός θα είναι, κατά συνέπεια, πιο εύκολη. Επιπλέον, η υπερθέρμανση του πλανήτη μπορεί να προκαλέσει την αύξηση μικροβίων και βακτηριδίων που δυνατόν να οδηγήσουν σε αύξηση των λοιμώξεων.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι κίνδυνοι που εγκυμονούν οι κλιματικές αλλαγές για την υγεία, θα είναι σημαντικοί και θα ποικίλλουν ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή. Η υγεία ενδέχεται να επιβαρυνθεί από τον υποσιτισμό, τη διάρροια και την ελονοσία, που αποτελούν αιτία θανάτου 6,5 εκατομμυρίων ανθρώπων κάθε χρόνο.

Τέτοιου είδους περιστατικά αναμένεται να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την υγεία, παράλληλα με την εξέλιξη στις κλιματικές αλλαγές, λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που αυτές θα επιφέρουν στην παραγωγή τροφίμων, στα αποθέματα και την ποιότητα του νερού καθώς και στην ανθεκτικότητα των ανθρώπων σε μικρόβια. Η περαιτέρω μόλυνση του αέρα θα αυξήσει την προδιάθεση για άσθμα, αναπνευστικές μολύνσεις και καρδιακά προβλήματα.

Ως επακόλουθα θα αυξηθούν οι εισαγωγές στα νοσοκομεία αλλά και οι ημέρες απουσίας των επηρεαζόμενων από την εργασία ή το σχολείο. Παράλληλα, οι εντονότερες προσπάθειες που θα καταβάλλουν οι άνθρωποι για την εξεύρεση περισσότερων ή εναλλακτικών πηγών ενέργειας, θα προκαλέσουν, περαιτέρω μόλυνση της ατμόσφαιρας με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ασθένειες που οφείλονται σ’ αυτή. Η μεγαλύτερη συχνότητα έντονων καιρικών φαινομένων, όπως για παράδειγμα οι καύσωνες, αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση της θνησιμότητας, του θερμικού στρες καθώς και της θερμοπληξίας.

Στα περιστατικά καύσωνα, η κατηγορία του πληθυσμού που χαρακτηρίζεται ως η πιο ευάλωτη είναι η ομάδα των ηλικιωμένων, καθώς η γήρανση εξασθενεί τη φυσιολογική ικανότητα του οργανισμού να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του. Υπολογίζεται ότι θα σημειώνονται 86.000 θάνατοι το χρόνο στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν σημειωθεί μια μέση αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 3 βαθμούς Κελσίου στο διάστημα 2071-2100, σε σύγκριση με την περίοδο 1961-1990.

Επιπλέον, το περιβάλλον επιβαρύνεται αφόρητα σε ραδιενέργεια και ιδιαίτερα όταν συμβεί κάποιο ατύχημα, όπως παραδείγματος χάριν το ατύχημα του Τσερνομπίλ, κατά το οποίο, πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι στη ραδιενέργεια.

Η μείωση του στρώματος του όζοντος είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία, όπως εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος, καρκίνο του δέρματος και καταρράκτη ματιών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αντιρατσιστική Προσέγγιση

Η αντιρατσιστική προσέγγιση ξεκινά με την βασική παραδοχή ότι η λειτουργία του κράτους δεν είναι «αντικειμενική» ούτε «ουδέτερη», αλλά γίνεται με τέτοιο τρόπο που προωθείται πρωτίστως η κυρίαρχη ιδεολογία. Προκύπτει νέος ορισμός, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από την προκατάληψη και τα στερεότυπα σε μια πιο ριζοσπαστική θεώρηση που συνδέεται με την ισότητα ευκαιριών.

Δεν συνδέεται πλέον με τις προθέσεις, αλλά κάθε πρακτική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ρατσιστική από τις συνέπειές της. Και αυτή η έμφαση που δίνεται στην εννοιολογική οριοθέτηση του ρατσισμού δεν αποτελεί ένα τεχνικό ζήτημα αλλά έχει κυρίως πολιτικές προεκτάσεις, αφού οριοθετεί ποιες πρακτικές και πολιτικές διατηρούν στο περιθώριο συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες.

Ως απαρχή του ρατσισμού αναδεικνύεται η ηγεμονία και η ανωτερότητα της λευκής, άρχουσας φυλής, μια ηγεμονία που αντανακλάται στις κοινωνικές δομές και στην θεσμική λειτουργία του κράτους. Έτσι, αποκαλύπτεται μια δομική αντίφαση των σύγχρονων κρατών ανάμεσα στις διακηρύξεις περί ισότητας ευκαιριών από την μια και της αναπαραγωγής του ρατσισμού από την άλλη.

Το διακύβευμα για τους υποστηρικτές μιας τέτοιας προσέγγισης δεν είναι, εάν θα διδάσκονται τα στοιχεία του πολιτισμού των μειονοτήτων και των μεταναστών στα σχολεία, αφού αυτό από μόνο του δεν διασφαλίζει την ικανοποιητική σχολική επίδοση των παιδιών και την συνακόλουθη ισότητα των ευκαιριών. Το αίτημα που διατυπώνεται πλέον αφορά στην αναθεώρηση των δομών του κράτους, ώστε να μην αναπαράγεται η ανισότητα εις βάρος των παιδιών των μειονοτικών ομάδων.

Οι βασικοί του στόχοι περικλείονται στην ισότητα ευκαιριών για όλους, ανεξαρτήτως εθνικής ή φυλετικής προέλευσης, την δικαιοσύνη, αλλά και την χειραφέτηση από τα ρατσιστικά πρότυπα τόσο του καταπιεζόμενου, όσο και του καταπιεστή. Περικλείονται στην ισότητα ευκαιριών για όλους, ανεξαρτήτως εθνικής ή φυλετικής προέλευσης, την δικαιοσύνη, αλλά και την χειραφέτηση από τα ρατσιστικά πρότυπα τόσο του καταπιεζόμενου, όσο και του καταπιεστή.

Ο όρος αντι-ρατσιστική εκπαιδευτική προσέγγιση δεν έχει πάντοτε το ίδιο νοηματικό φορτίο, τις ίδιες θεωρητικές παραδοχές, ούτε παραπέμπει πάντοτε στις ίδιες διδακτικές παρεμβάσεις. Η αντιρατσιστική εκπαίδευση είναι δύσκολο να οριστεί χωρίς να αφήνει περιθώρια για ποικίλες ερμηνείες. Ως αντιρατσιστική εκπαίδευση νοούνται θεωρητικές σκέψεις, καθώς και διδακτικά μοντέλα ή αρχές, οι οποίες αναφέρονται στην καταπολέμηση και εξάλειψη του ρατσισμού. Ως προσέγγιση επικαλύπτεται με άλλες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, όπως η εκπαίδευση για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή ακόμη και η εκπαίδευση για την δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα, η εκπαιδευτική πολιτική είναι μια δυναμική προσέγγιση που επιχειρεί να αντιμετωπίσει όλες τις μορφές ρατσισμού, όπως αυτές προκύπτουν από τις διασταυρώσεις των διαφόρων κοινωνικών διαφορών. Είναι η ενεργός απόρριψη των δομικών/διαρθρωτικών (structural) και θεσμικών (institutional) όψεων του ρατσισμού, ερμηνεύοντας πώς ο ρατσισμός δομείται και εκδηλώνεται στους διάφορους χώρους.

Ο αντι-ρατσισμός είναι μια πραξιακά προσανατολισμένη εκπαιδευτική στρατηγική που επιδιώκει θεσμικές και συστημικές αλλαγές για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Πρόκειται για έναν κριτικό λόγο που αντιλαμβάνεται τις έννοιες της φυλής και της κοινωνικής διαφοράς να σχετίζονται κυρίως με έννοιες όπως η ισχύς και η ισότητα, παρά με την εθνική και πολιτισμική ποικιλία. Επομένως ο αντιρατσισμός δεν μπορεί παρά να συνιστά μια παιδαγωγική για την αλλαγή ενός τρόπου σκέψης, συνθήκη αναγκαία για την αποδόμηση της ρατσιστικής δράσης.

Dei

Η εφαρμογή της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης στα σχολεία αποτελεί στην πραγματικότητα μια συστηματική προσπάθεια για την επίτευξη πολλαπλών στόχων:

  • την ευαισθητοποίηση εκπαιδευτικών και μαθητών σε θέματα ρατσισμού,
  • την άμβλυνση των διαχωρισμών σε ομάδες με βάση διάφορα χαρακτηριστικά,
  • την ενδυνάμωση των ομάδων που υφίστανται διακρίσεις.

Τρία επίπεδα εφαρμογής μιας αντιρατσιστικής προσέγγισης:

  • Μικρο-επίπεδο: Αφορά την σχολική τάξη και τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται, ώστε να προωθούν την ανάπτυξη της θετικής αλληλεπίδρασης και της ενίσχυσης των στερεοτύπων, των προκαταλήψεων και του καθημερινού ρατσισμού.
  • Μεσο-επίπεδο: Αφορά το σχολείο. Επικεντρώνεται στα πιθανά ρατσιστικά φαινόμενα και τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών και μαθητριών που προκύπτουν στον γενικότερο χώρο του σχολείου και εξετάζει την μορφή επικοινωνίας που επικρατεί μεταξύ των εκπαιδευτικών. Το επίπεδο αυτό έχει μεγάλη σημασία, αφού, αν δεν είναι θετικό το κλίμα στο σχολείο, κάθε άλλη παρέμβαση θα είναι αναποτελεσματική.
  • Μακρο-επίπεδο: Στο επίπεδο αυτό η παρέμβαση αφορά το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, όπου το παιδί μαθαίνει να διερευνά τι συμβαίνει στον κόσμο, για παράδειγμα μέσα από τις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης μελετά επίκαιρα ρατσιστικά γεγονότα. Το επίπεδο αυτό πρέπει να βρίσκεται σε επαφή με το μικρο-επίπεδο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Μιθραϊσμός

Μία από τις θεότητες, που βρέθηκαν κοντά ή και μέσα στον ζωροαστρισμό, είναι μια σημαντική θεότητα της Μέσης Ανατολής: ο Μίθρα. Ο Μίθρα ήταν θεότητα ταυτισμένη με ο φως, με τον ήλιο και υπήρξε αυτόνομη θεότητα στη βαθιά αρχαιότητα, αλλά στον ζωροαστρισμό, κάποια στιγμή, βρέθηκε ενσωματωμένη στο σχήμα του, με τον Μίθρα να είναι μέσα στην ακολουθία του Αχούρα Μάζντα, ως βοηθός του Αχούρα Μάζντα στις δράσεις του (του Καλού).

Όμως, σε μία άλλη του εξέλιξη, ο Μίθρα βρέθηκε να ανεξαρτητοποιείται από τον ζωροαστρισμό.

Ο Μίθρα, κάποια στιγμή, αναδύθηκε ξανά και απέκτησε αυτονομία, γενόμενος ξανά ισχυρός ως Θεός του Φωτός. Του φωτός όχι όμως με την παγανιστική έννοια, αλλά με τη δύναμη που έχει το φως, δηλαδή την πνευματικότητα και την εσωτερική δύναμη του φωτός. Γύρω στο 200 π.Χ., είχε ανεξαρτητοποιηθεί, έχοντας πάντα ζωροαστρικές καταβολές, και είχαν δημιουργηθεί μιθραϊστές, δηλαδή οπαδοί του Μίθρα.

Ο Μίθρα δεν ήταν απλά Θεός του Φωτός, αλλά ήταν και Θεός των καλών σημείων του Φωτός — σε αυτό θυμίζει τον Αχούρα Μάζντα, γιατί είπαμε ότι έχει ζωροαστρικές καταβολές. Είναι ο Θεός του Καλού, της εντιμότητας, της αίσθησης ατομικού καθήκοντος και ευθύνης, του σεβασμού, της αφοσίωσης και το χαρακτηριστικό του Μίθρα είναι ότι πολεμά το Κακό — μάλιστα παριστάνεται να το χτυπά το Κακό (ο Μίθρα είναι πολεμικός δηλαδή Θεός).

Ο ζωροαστρισμός είχε βαθιά την έννοια του πολέμου. Στον ζωροαστρισμό γίνεται πόλεμος μεταξύ Καλού και Κακού. Άρα και ο μιθραϊσμός, ο οποίος είναι ζωροαστρογενής, έχει και αυτός την έννοια του πολέμου και ο Μίθρα παρουσιάζεται ως πολεμική θεότητα.

Ο μιθραϊσμός, γύρω στο 200 π.Χ., στο 100 π.Χ., στην περίοδο του Χριστού, στο 100 μ.Χ., στο 200 μ.Χ., έχει διάδοση. Έχει διάδοση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, σε αυτό που σήμερα είναι Περσία, Ιράκ, Συρία, και έχει οπαδούς εκεί. Σε αυτή την περιοχή έρχονται και στρατεύματα ρωμαϊκά, διότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επεξετάθη και κατέλαβε τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου.

Οι Ρωμαίοι στρατιώτες, ερχόμενοι στα στρατόπεδα και ζώντας εδώ στις περιοχές που σήμερα είναι Συρία, Ιορδανία, Αίγυπτος, Μέση Ανατολή, συναντήθηκαν, διασταυρώθηκαν με μιθραϊστές και με ζωροάστρες, και ο μιθραϊσμός άρεσε σε πολλούς στρατιώτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο μιθραϊσμός έχοντας ζωροαστρικές βάσεις, δηλαδή τη σύλληψη Καλό-Κακό, μετά θάνατο ζωή, Κρίση, Ανάσταση νεκρών έπαιξε ρόλο όταν άρχισε να διαδίδεται ο χριστιανισμός. Διότι, περίπου στη φάση που ο μιθραϊσμός διαδίδεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε κάποια στρώματα εξέχοντα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που συνδέονταν με τη διοίκηση και τον στρατό, στην Παλαιστίνη, στη γη του Ισραήλ, δρα και διδάσκει ένας μαραγκός, που λέγεται Ιησούς, ο οποίος και είναι και ο δημιουργός μιας νέας θρησκείας: του χριστιανισμού.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Διδασκαλία, συμβουλευτική, αγωγή, μάθηση

Η διδασκαλία, η συμβουλευτική, η αγωγή και η μάθηση είναι έννοιες τόσο στενά συνδεδεμένες, ώστε κάποιες φορές θεωρούνται και συνώνυμες: οι έννοιες αυτές είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους με πολλά κοινά χαρακτηριστικά σε σχέση με τους σκοπούς, τους στόχους και τις λειτουργίες τους, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως συνώνυμες. Αν αφαιρεθεί η συμβουλευτική από την παιδαγωγική πράξη, τότε αυτή μετατρέπεται αυτόματα σε τεχνοκρατική διαδικασία και αντιμετωπίζεται ως κατακερματισμένο σύνολο.

Η συμβουλευτική θεωρείται βασική παιδαγωγική διάσταση μιας παιδαγωγικής πράξης που δεν περιορίζεται μόνο στην αναπαραγωγή, αλλά ταυτόχρονα στοχεύει στην ενεργητική κοινωνική ένταξη και δράση του μαθητή, στην ολόπλευρη ανάπτυξή του, τη χειραφέτηση και αυτοπραγμάτωσή του. Επομένως, η συμβουλευτική αποτελεί μια βασική παιδαγωγική διάσταση κάθε δημοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος στενά συνυφασμένη με τις άλλες διαστάσεις της εκπαίδευσης, τη διδασκαλία, την αγωγή και την αξιολόγηση.

Με την αξιοποίηση του εκπαιδευτικού ως λειτουργού συμβουλευτικής, αποφεύγεται ο κίνδυνος ψυχολογικής επιβάρυνσης ή στιγματισμού των μαθητών λόγω παραπομπής σε κάποιον ειδήμονα: η παραπομπή του μαθητή σε εξωσχολικά ιδρύματα ή σε κάποιον λειτουργό συμβουλευτικής σημαίνει ενδεχομένως την αρχή μιας καριέρας «ψυχολογοποίησης των προβλημάτων του».

Η πρακτική αυτή υποκρύπτει τον κίνδυνο ετικετοποίησης και στιγματισμού του συγκεκριμένου μαθητή ως προσωπικότητας με αποκλίνουσα συμπεριφορά που χρειάζεται θεραπεία. Και φυσικά, όταν ένας μαθητής στιγματιστεί σε μια ομάδα, είναι δύσκολο να ξεπλύνει το στίγμα του, γιατί οι νέες πληροφορίες που θα παρέχονται για την αλλαγή στάσης-γνώμης θα προσκρούουν στην αντίσταση των μελών της ομάδας. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η σταθεροποίηση της αρνητικής αυτοεκτίμησης του μαθητή.

Η συμβουλευτική ήταν ανέκαθεν βασικό στοιχείο στις παιδαγωγικές υποχρεώσεις του εκπαιδευτικού: και σε παλαιότερες εποχές οι εκπαιδευτικοί ανταποκρίνονταν σε υποχρεώσεις συμβουλευτικής στο πλαίσιο του παιδαγωγικού και κοινωνικού τους έργου. Μέσα από την καθημερινή επικοινωνία με τους μαθητές, ο εκπαιδευτικός απλά και ασυναίσθητα παρήγαγε και παράγει συμβουλευτικό έργο.

Βέβαια, οι εκπαιδευτικοί τότε δεν ήταν θεωρητικά και πρακτικά καταρτισμένοι και επιπλέον ούτε οι μαθητές αντιμετώπιζαν προβλήματα ίδια με της εποχής μας. Σήμερα κυρίως, που τα προβλήματα είναι πιο σύνθετα και πολύπλοκα, πέρα από κάθε καλή θέληση και σοβαρή προσπάθεια, απαιτείται ειδική γνώση και ανάλογη κατάρτιση.

Αποτελεί καθοριστική ανάγκη η καθιέρωση της συμβουλευτικής σε έναν τόσο ευαίσθητο χώρο όσο είναι αυτός του σχολείου: η ανάγκη προσαρμογής του εκπαιδευτικού συστήματος στα νέα κοινωνικά δεδομένα απαιτεί μια ολοκληρωμένη κατάρτιση του εκπαιδευτικού σχετικά με τη συμβουλευτική του δραστηριότητα, η οποία θα πρέπει να παρέχεται στο πλαίσιο της αρχικής του εκπαίδευσης όσο και σε δια βίου προγράμματα επιμόρφωσης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η απώλεια της βιοποικιλότητας

Η βιοποικιλότητα είναι το σύνολο των ζωντανών οργανισμών, ειδών και οικοσυστημάτων που αποτελούν τη ζωή στη Γη, δηλαδή τα ζώα, τα πουλιά, τα ψάρια και τα φυτά (πανίδα και χλωρίδα). Πολλά είδη αναμένεται να εξαφανιστούν από τις περιοχές οι οποίες θα επηρεαστούν άμεσα από τις αλλαγές του κλίματος σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.

Ζώα των οποίων το φυσικό περιβάλλον διαβίωσης βρίσκεται στους πόλους της Γης ή γενικά σε ψυχρά κλίματα, όπως για παράδειγμα οι πολικές αρκούδες, οι φώκιες και οι πιγκουίνοι θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα από την άνοδο της θερμοκρασίας και το λιώσιμο των πάγων.

Επίσης, πτηνά θα αναγκαστούν να αποδημήσουν σε διαφορετικές περιοχές από αυτές στις οποίες ζούσαν μέχρι σήμερα. Τα τροπικά και άλλα δάση στις νότιες περιοχές θα οδηγηθούν σε αφανισμό και ένα ποσοστό της τάξης του 60% των ειδών που υπάρχουν σε ορεινές περιοχές, θα εξαφανιστούν.

Στον αντίκτυπο αυτόν της κλιματικής αλλαγής στη βιοποικιλότητα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει άμεσα ο ίδιος ο άνθρωπος, καθώς η πρόοδος και ο υπερπληθυσμός επιβάλλουν την επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε ολοένα και μεγαλύτερες εκτάσεις Γης.

Με τον τρόπο αυτό, δάση εξαφανίζονται και παρθένες εκτάσεις  γεμίζουν κτίρια. Τα ζώα που διέμεναν στα δάση αυτά είναι εξαναγκασμένα να αναζητήσουν φωλιά σε άλλο χώρο, που θα πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Ως εκ τούτου, μεγάλος αριθμός ζώων, φυτών, δέντρων κ.λπ. απειλούνται με αφανισμό. Παράλληλα, αναμένεται να επεκταθεί η περίοδος ξηρασίας και να αυξηθεί ο κίνδυνος πυρκαγιών.

Στη Μεσόγειο θάλασσα, όπου η θερμοκρασία του νερού προβλέπεται να αυξηθεί, θα εισβάλουν νέα είδη ψαριών, τα οποία θα επηρεάσουν τη δραστηριότητα των επαγγελματιών στον τομέα της αλιείας.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού γενικής αγωγής

Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι εκπαιδευτικοί εκτός από καλοί δάσκαλοι οφείλουν να είναι και καλοί σύμβουλοι και εμψυχωτές. Ο συμβουλευτικός τους ρόλος αποβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών των μαθητών με απώτερο στόχο της αυτοπραγμάτωσή τους.

Οι διαστάσεις που λαμβάνει αφορούν τη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη τους, την καλλιέργεια δεξιοτήτων και ικανοτήτων, την υποστήριξή τους στην επιλογή της επαγγελματικής τους καριέρας μέσω του επαγγελματικού προσανατολισμού, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη δασκαλο-μαθητική και διαμαθητική αλληλεπίδραση.

Ωστόσο, η συμβουλευτική διάσταση του ρόλου του εκπαιδευτικού είναι παραμελημένη και συνήθως ασκείται περιστασιακά στο περιθώριο των άλλων δραστηριοτήτων του. Βέβαια, ο ρόλος αυτός ασκείται σε καθημερινή βάση από τον εκπαιδευτικό με έμμεσο τρόπο, γι’ αυτό και είναι σημαντική η εκπαίδευσή του σε σχετικές δεξιότητες και η κατοχή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, προκειμένου να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ρόλου. Στην επιστημονική κοινότητα έχουν διατυπωθεί απόψεις υπέρ και κατά της συμβουλευτικής δράσης του εκπαιδευτικού.

Οι εκπαιδευτικοί Γενικής Αγωγής μπορούν να υιοθετήσουν τις αρχές της Συμβουλευτικής σε τρία επίπεδα:

  • στο πρώτο επίπεδο αποκτούν συμβουλευτικές δεξιότητες 
  • στο δεύτερο επίπεδο δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη του σχολείου ως μία «κοινότητα που νοιάζεται»
  • στο τρίτο επίπεδο πραγματοποιείται πρώιμη παρέμβαση και διασύνδεση με άλλες πηγές

Ο εκπαιδευτικός αποτελεί το πλέον βασικό πρόσωπο στη σχολική ζωή του μαθητή: η ίδια η θέση του εκπαιδευτικού του παρέχει το πλεονέκτημα να επικοινωνεί καθημερινά με τους μαθητές του. Ο εκπαιδευτικός είναι για τον μαθητή ο «σημαντικός τρίτος». Η καθημερινή εξοικείωση μαζί τους του προσφέρει ευνοϊκές προοπτικές να μπορεί αν ερμηνεύει ακόμα και τους μορφασμούς του προσώπου τους, τις κινήσεις του σώματός τους, αλλά και να αντιλαμβάνεται τα πράγματα ή και τις καταστάσεις που τους προξενούν δυσανασχέτηση. Αν ο εκπαιδευτικός αξιοποιήσει σωστά το πλεονέκτημα αυτό, θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να βοηθήσει τους μαθητές του, μέσω μιας γνήσιας παιδαγωγικής-συμβουλευτικής σχέσης.

Σύμφωνα με τον νόμο 1566/85, το σχολείο καλείται να συμβάλλει στην αρμονική και ολόπλευρη ανάπτυξη, εξέλιξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου: οι σκοποί και οι επιδιώξεις της συμβουλευτικής ταυτίζονται με αυτές του σχολείου, εφόσον σκοπός της συμβουλευτικής είναι να βοηθήσει το άτομο να εξασφαλίσει τέτοιο βαθμό αυτογνωσίας και αυτοελέγχου, ώστε να εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα, η οποία θα είναι σε θέση να ελέγχει την πορεία της στη ζωή μέσω της δικής της βούλησης, να προγραμματίζει τις ενέργειές της, να αναζητεί και να εξερευνά τις δικές της ανάγκες και τα δικά της συναισθήματα, να εντοπίζει τις αδυναμίες της, να τις αποδέχεται και να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




H θρησκεία των αρχαίων περσών

Οι «δυτικές θρησκείες» έχουν απόλυτες αλήθειες και είναι εξ αποκαλύψεως, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός μεταφέρει σε αυτές τις θρησκείες το θέλημά Του. Και είναι μονοθεϊστικές.

Ο ζωροαστρισμός είναι μια αρχαιότατη θρησκεία και είναι συνδεδεμένη στο μυαλό του καθενός με έναν λαό, τους Πέρσες, διότι οι σύγχρονοι Πέρσες, τα τελευταία περίπου 1000 χρόνια, είναι πλέον μουσουλμάνοι κατά κύριο λόγο.

Ο μικρός πλέον αριθμός ζώντων και δρώντων ζωροαστρών δεν αντιστοιχεί στη μεγάλη ιστορία αυτής της θρησκείας και στη μεγάλης έκτασης διάχυση που είχε στο παρελθόν, διότι ο ζωροαστρισμός στην αρχαιότητα κάλυπτε στη διάδοσή του ένα μεγάλο τμήμα αυτού που σήμερα είναι Εγγύς και Μέση Ανατολή αλλά και κεντρική Ασία. Δηλαδή ο ζωροαστρισμός, ας πούμε κοντά στο 600 – το 500 π.Χ. κάλυπτε τμήματα και του κέντρου της Ασίας.

Επίσης ζωροαστρικά στοιχεία βρίσκονται σε αρχαιολογικές ανασκαφές ή σε μεμονωμένες φυλές που ακόμα κρατούν κάποιες τέτοιες συλλήψεις στη ζώνη της κεντρικής Ασίας, στο βόρειο Αφγανιστάν, στο Ιράν (στην Περσία δηλαδή), που κανονικά θα έλεγε κανείς ότι είναι η χώρα της γέννησης αυτής της σύλληψης, του ζωροαστρισμού.

Ο ζωροαστρισμός σχετίζεται με τη θρησκεία της μεγάλης Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, της Περσικής δηλαδή Αυτοκρατορίας, του 500, του 400 π.Χ., η οποία ήταν η μεγαλύτερη του κόσμου· στην εποχή της, κάλυπτε το 1/5 περίπου του πληθυσμού της Γης και κάλυπτε τμήματα της Ευρώπης, της Αφρικής και κυρίως της Ασίας.

Την εποχή αυτή που αναπτύσσεται το μεγάλο περσικό κράτος, επίσημη θρησκεία της Περσίας, της Περσικής Αυτοκρατορίας, των Περσών, είναι ο ζωροαστρισμός. Μάλιστα οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον ζωροαστρισμό επειδή γνώριζαν και τους Πέρσες και είχαν ενδιαφερθεί για τις συλλήψεις του ζωροαστρισμού.

Οι δύο αυτές πλευρές πνευματικά είχαν πολύ μεγάλες επαφές, οι οποίες και συνεχίστηκαν αργότερα με την επέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την επέκταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι την Ινδία.

Ο ελληνισμός πήρε από τους Πέρσες και έδωσε πολλά στους Πέρσες. Είναι οι δύο πολιτισμοί αυτοί οι οποίοι έχουν συνομιλήσει επί μακρόν, ο ελληνικός και ο περσικός πολιτισμός, σε αυτή την περιοχή.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Τα ακραία καιρικά φαινόμενα

Καιρικά φαινόμενα, όπως η ξηρασία, οι καταιγίδες, οι πλημμύρες, ο καύσωνας αναμένεται ότι θα είναι συχνότερα αλλά και εντονότερα. Κατά την τελευταία δεκαετία σε ολόκληρο τον κόσμο σημειώθηκαν τρεις φορές περισσότερες φυσικές καταστροφές εξαιτίας του καιρού, σε σχέση με τη δεκαετία του 1960.

Προβλέπεται ότι από το 2070 και μετά, κύματα καύσωνα θα σημειώνονται κάθε δύο χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κύμα καύσωνα που σημειώθηκε στην Ευρώπη το 2003, προκαλώντας το θάνατο αρκετών Ευρωπαίων πολιτών και προξενώντας πυρκαγιές μεγάλης έκτασης καθώς και γεωργικές καταστροφές ύψους πάνω από 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή θα αυξήσει τον κίνδυνο ερημοποίησης, που ήδη έχει αρχίσει στη Νότια Ευρώπη.

Οι καταιγίδες και οι πλημμύρες θα προκαλέσουν καταστροφή των καλλιεργειών και διάβρωση του εδάφους, με αντίκτυπο στη γεωργία. Ενδέχεται, επίσης, να δημιουργηθούν προβλήματα στην ποιότητα του νερού, λόγω μόλυνσης των πηγών, γεγονός το οποίο θα έχει άμεσες επιπτώσεις και στην ανθρώπινη υγεία, αφού αυξάνεται ο κίνδυνος μολύνσεων, αναπνευστικών προβλημάτων και θανάτων.

Παρεμφερής επίπτωση αποτελεί και η διεύρυνση των περιοχών που επηρεάζονται από την αύξηση της ξηρασίας, τη μείωση των βροχοπτώσεων και τη μείωση της ποσότητας πόσιμου νερού. Το γεγονός αυτό θα δημιουργήσει προ- βλήματα στη γεωργία (μείωση παραγωγής, καταστροφή σοδειών, θάνατος ζώων, αυξημένος κίνδυνος για πυρκαγιές).

Η αναζήτηση νερού και τροφής καθώς και οι ασθένειες θα οδηγήσουν στη μετακίνηση πληθυσμών με σκοπό την εξεύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός