Review στην σειρά «El Inocente» στο Netflix.

Όλοι βλέπουμε σειρές, όλοι βλέπουμε ταινίες και διαμορφώνουμε άποψη για αυτές. Το παρόν άρθρο λοιπόν είναι πιο πολύ γνώμη για μια ενδιαφέρουσα σειρά και δεν διεκδικώ εγώ προσωπικά τον τίτλο του «κριτικού ταινιών/σειρών», προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Ακόμα, να αναφερθεί εκ των προτέρων, ότι στο παρόν κείμενο δεν υπάρχουν spoiler.

Μετά από αυτόν τον ίσως και όχι αναγκαίο πρόλογο, πάμε στην σειρά. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα φρέσκια ισπανική σειρά μιας σεζόν που ανέβηκε πριν από λιγότερο από έναν μήνα στην πλατφόρμα. Την υπογράφει ο Oriol Paulo, οποίος μας έχει δώσει και άλλα εξαιρετικά θρίλερ, όπως το El Cuerpo(2012), το Contratiempo(2016, Αόρατος Επισκέπτης) και το Durante La Tormenta(2018, Η Οφθαλμαπάτη), με τα τελευταία δύο να βρίσκονται επίσης στην ίδια πλατφόρμα. Κάνει εξαιρετική δουλειά στην σκηνοθεσία. Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Harlan Coben, του 2005.

Η σειρά ακολουθεί τον πρωταγωνιστή Mateo Vidal, έναν νέο άνθρωπο με όνειρο να γίνει ένας σπουδαίος δικηγόρος, που πληρώνει ένα θανατηφόρο ατύχημα, για το οποίο φυλακίστηκε και τώρα, μετά την αποφυλάκισή του, προσπαθεί να βρει μια δεύτερη ευκαιρία για να συνεχίσει την ζωή του από εκεί που την άφησε. Ωστόσο, όσο βρίσκεται στην φυλακή, η μοίρα του επιφυλάσσει την απώλεια των κοντινών του ανθρώπων. Στη νέα του ζωή έχει για συνοδοιπόρο του την Olivia Costa, μια όμορφη γυναίκα, με άγνωστο παρελθόν. Εξαρχής, δημιουργούνται κάποια ερωτήματα για το τυχαίο της συνάντησής τους. Η Olivia δέχεται ένα τηλεφώνημα, το οποίο, πυροδοτεί την δράση και οδηγεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο παιχνίδι.

Παράλληλα με την κεντρική πλοκή, βλέπουμε και μια φιλόδοξη αστυνομικό, την Lorena Ortiz, η οποία προσπαθεί με ζήλο να λύσει μια, φαινομενικά άσχετη με την κεντρική πλοκή, υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή προσπαθεί διακαώς να παρέμβει ο Teo Agilar, ένας αστυνομικός από την Μονάδα Ειδικών Εγκλημάτων. Υπάρχουν και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, τα οποία όμως στην πορεία της σειράς, παίζουν σημαντικό ρόλο.

Αυτά τα δύο νήματα πλέκονται παράλληλα και αρχικά, μοιάζουν άσχετα, στην πορεία όμως διαφαίνονται οι συνδέσεις και συσχετισμοί. Τα πρώτα δύο επεισόδια μοιάζουν εντελώς άσχετα μέχρι το σημείο σύνδεσης, σε τέτοιο βαθμό που αναρωτήθηκα αν έχω βάλει την σωστή σειρά κατά την παρακολούθηση του 2ου επεισοδίου! Οι αναδρομές είναι συχνές και κάποιες φορές κάπως απότομες, αλλά χωρίς να σε αποσυντονίζουν.

Στην διαδρομή προς την επίλυση του μυστηρίου, τίθενται διαρκώς νέα δεδομένα, υπάρχουν πολλά πάνω κάτω, στιγμές δράσης στο παρόν αλλά και στο παρελθόν. Διάφορα ένοχα μυστικά που αποκαλύπτονται, θέτουν νέα ερωτήματα, πράγμα που σε κρατάει σε μια διαρκή εγρήγορση. Οι ανατροπές είναι συχνές και μέχρι και το τέλος της σειράς. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της κατάλληλης παρουσίασης της κατάστασης, ώστε να έρχονται στο φως κάποια στοιχεία, αφήνοντας όμως κάποια κενά σημεία. Έτσι, διαρκώς βρισκόμαστε σε υποψίες για τους πρωταγωνιστές και όσα ενδεχομένως κρύβουν.

Οι πρωταγωνιστές σκιαγραφούνται βαθμηδόν και με έξυπνο τρόπο, αλλά σε βάθος στο σύνολο της σειράς. Μάλιστα, στην αρχή πολλών επεισοδίων, βλέπουμε κάθε φορά κάποιον από τους πρωταγωνιστές να δρα σιωπηλός και μια φωνή, σε δεύτερο πρόσωπο απευθύνεται στο πρόσωπο που βλέπουμε, σαν να πρόκειται για την συνείδησή του, και μας φωτίζει κάποιες λεπτομέρειες. Αυτό είναι μια εξαιρετικά έξυπνη πρακτική από τον σκηνοθέτη.

Ως θέματα πίσω από την υπόθεση, τίθεται η ηθική, που υπάρχει στο παρασκήνιο της δράσης των ηρώων και διαρκώς μας δίνει αφορμές για σκέψη σχετικά με τα πραγματικά κίνητρα των ηρώων και στο τέλος, μας μένει ένα ερώτημα για την ευμεταβλητότητά της. Επίσης, κύριο ερώτημα είναι το κατά πόσο κάθε άνθρωπος δικαιούται να αφήσει το παρελθόν πίσω του και να κάνει μια νέα αρχή, να έχει μια δεύτερη ευκαιρία, όσο ενοχοποιημένο παρελθόν και αν έχει και κατά πόσο μπορεί να ενταχθεί αποτελεσματικά πίσω στην κοινωνία.

Συμπερασματικά, είναι μια σειρά που την προτείνω ανεπιφύλακτα, διότι και αισθητικά αλλά και θεματικά ξεχωρίζει και λόγω της δράσης της, την παρακολουθείς με μεγάλη αγωνία για το παρακάτω. Άλλωστε, είναι σειρά μιας σεζόν, οπότε είναι εύκολο να την δει ο καθένας.

Γιώργος Τσαμήτρος




Άνοιγμα της Εστίασης: σαν να μην πέρασε μια μέρα

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2021: μετά από έξι μήνες έφτασε η πολυπόθητη και προσδοκώμενη από όλους στιγμή που η εστίαση, τα αγαπημένα μας καφέ, μπαρ και εστιατόρια, θα άνοιγαν και πάλι τις πόρτες τους για να μας υποδεχτούν στα σιωπηλά για την ώρα, αλλά χαλάλι. Οι απαραίτητες ετοιμασίες έγιναν τις προηγούμενες μέρες και οι μάγειρες, οι μπάρμαν και οι σερβιτόροι ξεσκούριασαν μετά από τις πρώτες «αναγνωριστικές» παραγγελίες και βρήκαν ρυθμό. Τα σοκάκια, οι πλατείες, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια πλημμύρισαν από τους νέους, αλλά ακόμα και από τους μεγαλύτερους και τις οικογένειες, που ξεχύθηκαν για να απολαύσουν τον πρώτο τους καφέ, το πρώτο τους φαγητό, την πρώτη μπύρα, το πρώτο τσίπουρο μετά από τόσο καιρό, ευρισκόμενοι πλέον στην καρδιά της άνοιξης.

Έτοιμοι από καιρό οι νέοι έπιασαν τραπέζι σε καλό σημείο-οι κρατήσεις, ακόμα και στα πιο απλά μαγαζιά, έδιναν και έπαιρναν-και προσπάθησαν να διοχετεύσουν όλη τους την ενέργεια σε αυτή την δραστηριότητα που τόσο τους είχε λείψει, την χαλαρή έξοδο με την παρέα που συχνά κατέληγε κάθε άλλο παρά χαλαρή. Ήταν πανέτοιμοι να μιλήσουν δυνατά και με ζωντάνια-όχι και πολύ δυνατά κύριε Χαρδαλία, υπερέβαλα-να γελάσουν με την ψυχή τους με λόγο ή χωρίς, να πειράξουν ο ένας τον άλλον, να φλερτάρουν με τα άτομα τριγύρω τους, να γράψουν τις δικές τους νέες σελίδες στην ιστορία της παρέας τους!

Πόσο ανάγκη είχαν όλοι, είτε μιλάμε για τον μεγαλύτερο ξενύχτη είτε για τον μεγαλύτερο σπιτόγατο αυτή την επιστροφή στις στιγμές χαλάρωσης, ξεγνοιασιάς και καλοπέρασης σε ανοιχτούς χώρους με τους αγαπημένους τους ανθρώπους, μακριά από την κλεισούρα του σπιτιού; Πόσο κομβικό ρόλο διαδραματίζει για την ψυχολογία του καθενός αυτή η επάνοδος στις εξόδους σε συνδυασμό με την απότομη, αλλά ιδιαίτερα ευχάριστη βελτίωση του καιρού; Στο άψε-σβήσε οι 20-21oC άγγιξαν τους 30oC και ο ήλιος πλέον καίει για τα καλά και γεμίζει τα αποθέματα της βιταμίνης D αλλά κυρίως ανεβάζει την διάθεση όλων. Πόσο όμορφη είναι η εικόνα των ανθρώπων να βρίσκονται ξανά με τους φίλους τους υπό σχεδόν φυσιολογικές συνθήκες; Πόσο είχε λείψει να βλέπουμε πρόσωπα χωρίς τις απάνθρωπες, αλλά αναγκαίες, μάσκες και πολύ περισσότερο να βλέπουμε αυτά τα πρόσωπα να χαμογελούν, να νιώθουν ξανά ελεύθεροι να ζήσουν την ζωή τους μακριά από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού;

Όλοι ανεξαιρέτως είχαν επηρεαστεί από αυτό τον συνεχιζόμενο εγκλεισμό, που ξεκίνησε “για να κάνουμε καλά Χριστούγεννα” και τελείωσε με το καλοκαίρι να είναι προ των πυλών. Άνθρωποι από την μία μέρα στην άλλη είδαν την ζωή τους να μπαίνει σε καθεστώς αδράνειας και να ελπίζουν μάταια ότι τα δύσκολα θα περάσουν σύντομα. Ακόμα και έτσι όμως, έξι μήνες μετά, φαίνεται ότι όντως τα δύσκολα είναι στο παρελθόν και με λίγη υπομονή ακόμη, τα καλύτερα έρχονται με την επιστροφή σε μια κανονικότητα όσο γίνεται πιο κοντά στην παλιά καλή ζωή.

Η ελπίδα όλων είναι η άνοδος της θερμοκρασίας, ο εμβολιασμός που προχωράει με αργά αλλά σταθερά βήματα αλλά και οι κύκλοι που πιθανόν κάνει ο ίδιος ιός να νικήσουν τις «τρομακτικές» μεταλλάξεις και όλοι εμείς να βγούμε νικητές και αλώβητοι από αυτή την ξαφνική περιπέτεια στην οποία μπήκε από το πουθενά η ανθρωπότητα. Ας είμαστε ήρεμοι και αισιόδοξοι και όλα θα γίνουν όπως πριν. Παίζουμε τις καθυστερήσεις αυτού του αγώνα, σύντομα θα ακουστεί το σφύριγμα της λήξης και τότε θα πανηγυρίσουμε το αυτονόητο που έπαψε να είναι όμως τέτοιο εδώ και έναν και πλέον χρόνο: την επιστροφή στην πολυπόθητη κανονικότητα, χωρίς περιορισμούς, χωρίς μέτρα, χωρίς μάσκες!

Γιώργος Τσαμήτρος




Είναι η trap παρακμή για την (ελληνική) μουσική;

Πριν από λίγες μέρες με αφορμή το νέο τραγούδι του Κωνσταντίνου Αργυρού, «Παρασκευή Πρωί», άκουσα την εξής φράση από φίλο μου: «τι ωραίο τραγούδι έβγαλε ο Αργυρός, πάει προς τα λαϊκά μονοπάτια, αυτό θέλουμε! Κι όμως είναι δεύτερο στις τάσεις στο youtube και κοίτα ρε φίλε ποιο είναι πρώτο, είναι κρίμα!» Πρώτο στις τάσεις ήταν το «Baby» του Mad Clip. Και έτσι γεννήθηκε το σημερινό μου θέμα. Είναι λοιπόν η trap παρακμή για την μουσική;

Ας το πάρουμε από την αρχή όμως. Σε αυτό το σημείο, να διευκρινίσω ότι-δυστυχώς-δεν έχω καμία σχέση με την μουσική παρά μονάχα ως απλός ακροατής της. Συνεχίζουμε. Η trap είναι ένα είδος μουσικής το οποίο αποτελεί τάση όχι μόνο στα ελληνικά πράγματα, αλλά έχει έρθει στο προσκήνιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ιδιαίτερη μουσική, που συχνά είναι και πάρα πολύ γοητευτική, αντισυμβατικό λεξιλόγιο(αργκό, νεολογισμοί, βωμολοχίες), γρήγορη και συχνά δυσνόητη εκφορά του λόγου με ελλιπή ή εντελώς απλοϊκή σύνταξη και αλληλουχία των προτάσεων-βγήκε για λίγο ο φιλόλογος από μέσα μου, αλλά τον στέλνω πίσω και συνεχίζω. Είναι η κατεξοχήν μουσική των νέων και σε αυτούς κυρίως απευθύνεται, χωρίς βέβαια να απορρίπτει κάποιον.

Οι νέοι σε κάθε εποχή κάνουν τις επιλογές τους σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Αυτές οι επιλογές χαρακτηρίζονται από ρήξεις με τις προηγούμενες γενιές και τις συνήθειές τους και αναδεικνύουν στον ύψιστο βαθμό το χάσμα γενεών που υπάρχει. Συνεπώς, είναι λογικό, η μουσική που ακούνε οι νέοι να θεωρείται από τους λίγο ή αρκετά μεγαλύτερούς τους ως κάτι κατώτερο, καθώς είναι κάτι νέο, πρωτόγνωρο για αυτούς που δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν με βάση τα δικά τους αισθητικά κριτήρια και τα συνηθισμένα τους ακούσματα.

Από την άλλη πλευρά, η ιντελεκτουέλ πλευρά της κοινωνίας απορρίπτει πολλά είδη μουσικής ως ευτελή, εκτός από όσα ακούνε οι ίδιοι, που συνήθως είναι «έντεχνα», κλασική μουσική, ίσως κανένα blues ή jazz. Όμως μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων έχει την τάση να το κάνει αυτό: ο λαϊκός θα δυσανασχετήσει με τον ροκά, ο ροκάς θα πει φλώρο τον pop, ο pop ίσως θεωρήσει την house πολύ βαβούρα και λίγα λόγια. Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης, καθώς εκβάλουν από τα προσωπικά βιώματα και υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια του καθενός μας.

«Καλή» είναι η μουσική που έχει την δύναμη να γεννήσει στον ακροατή της έντονα συναισθήματα. Να τον ταξιδέψει νοερά σε μια ηλιόλουστη παραλία, σε ένα χιονισμένο βουνό, σε ένα σπίτι, μπροστά στο τζάκι με ουίσκι και καλή παρέα, σε ένα κλαμπάκι ή στα μπουζούκια να πετάει λουλούδια-πόσο μας έχει λείψει η πραγματική διασκέδαση; Να του ανεβάσει την διάθεση, να του δώσει το κίνητρο για ένα χιλιόμετρο ακόμα στο τρέξιμο στην φύση ή για ένα ακόμα σετ ασκήσεων στο γυμναστήριο, κουράγιο για μία επιπλέον ώρα διαβάσματος σε ένα δύσκολο βράδυ. Όσα αντικειμενικά κριτήρια και αν δημιουργηθούν από ειδικούς, αν η μουσική δημιουργεί συναισθήματα και αγγίζει τους ακροατές της, τότε θα συνεχίσει να ακούγεται.

Ωστόσο, ο καλλιτέχνης που μας έχει συντροφεύσει με τα τραγούδια του σε τόσες και τόσες στιγμές της καθημερινότητάς μας, παύει να αποτελεί ένα ψυχρό «μέσο» αναπαραγωγής μελωδικού ήχου και γίνεται κάτι πιο οικείο για εμάς, ένας φίλος που στέκεται δίπλα μας όταν τον έχουμε ανάγκη ή που μας κάνει παρέα, όταν θέλουμε να σπάσουμε την μονότονη σιωπή ενός άδειου δωματίου. Και ο κάθε καλλιτέχνης που έχει φτάσει σε αυτό το σημείο για εμάς, αποκτά περίοπτη θέση στην ζωή μας και συχνά μετατρέπεται σε πρότυπο.

Στην trap μουσική όμως προτάσσεται το πρότυπο «όπλα-αλκοόλ-λεφτά-γυναίκες». Για ένα νέο παιδί, αυτό ενέχει πολλούς κινδύνους. Το παιδί συχνά δεν είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στην έννοια του ορθού και του εσφαλμένου. Ή προκειμένου να αποκτήσει την δημοφιλία και την αποδοχή που τόσο θέλει αλλά δεν έχει στον μικρόκοσμο του σχολείου ή της γειτονιάς του, ίσως καταφύγει στην άκριτη μίμηση κάποιων από αυτά τα πρότυπα. Ειδικά, στην σκέψη, ότι εφόσον παρουσιάζονται έτσι ιδανικά, έτσι θα είναι κιόλας.

Συνεπώς, η trap μουσική δεν είναι παρακμή, γιατί δεν υπάρχει κακή μουσική, από την στιγμή που υπάρχουν ακροατές αυτής της μουσικής. Τα πρότυπα ζωής όμως που προβάλλει είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενα. Ο νέος είναι αναγκαίο να διαθέτει την κατάλληλη κριτική ικανότητα για να φιλτράρει όσα βλέπει και ακούει και όχι να τα εσωτερικεύει άκριτα και με αφέλεια. Τότε, ότι και αν ακούει-βλέπει-διαβάζει θα είναι σε θέση να διακρίνει τι κρατάει μέσα του και τι αφήνει να φύγει.

Γιώργος Τσαμήτρος




Ο Michael Jordan ως στάση ζωής και έμπνευση

Άνοιξη, ο καιρός ανοίγει, ο ήλιος αρχίζει να γίνεται πιο καυτός, η θερμοκρασία ανεβαίνει, το καλοκαίρι έρχεται στο μυαλό μας, ωστόσο το lockdown καλά κρατεί και αναγκαστικά περνάμε πολύ χρόνο κλεισμένοι μέσα στο σπίτι. Το Netflix έχει την τιμητική του, καθώς ακόμα και οι πλέον περιστασιακοί θεατές σειρών και ταινιών του, όπως ο γράφων, χρειάζονται περισσότερα από τα δυο τους χέρια για να μετρήσουν όσα έχουν δει σε όλο αυτό το διάστημα.

Ένα από αυτά που είδα λοιπόν τον τελευταίο καιρό-ναι, ξέρω άργησα λίγο, αλλά είπαμε, δεν συνήθιζα να βλέπω πολλά πράγματα-είναι το Last Dance, η σειρά ντοκιμαντέρ για την ζωή και την καριέρα του Michael Jordan, του καλύτερου για πολλούς μπασκετμπολίστα όλων των εποχών, σίγουρα όμως του πιο επιδραστικού για το άθλημα και όχι μόνο. Δεν πρόκειται να κάνω κριτική στην σειρά, θα αναφέρω απλώς κάποιες σκέψεις που μου προκάλεσε αυτή.

Μιλάμε για έναν αθλητή με απίστευτο ταλέντο, τρομερή στοχοπροσήλωση, εργατικότητα και καλώς εννοούμενο εγωισμό και ανταγωνιστικότητα. Αυτά είναι στοιχεία που θα βοηθούσαν τον καθένα να φτάσει εκεί που ονειρεύεται: συγκεκριμένο στόχο που να πηγάζει από μέσα του και όχι επειδή αυτό έχει επαγγελματική αποκατάσταση ή φαίνεται εύκολο, όρεξη για άνευ όρων αφοσίωση σε αυτόν τον στόχο, αποφασιστικότητα και πίστη ότι θα τα καταφέρει.

Σε αυτόν τον σπουδαίο αθλητή παρόλο που είχε τόσο ταλέντο, δεν χαρίστηκε τίποτα. Πέρασε δύσκολα τα πρώτα χρόνια και οι επιτυχίες φάνταζαν πολύ μακρινές. Και πάντα έβρισκε μέσα του τα κίνητρα για να συνεχίσει να προσπαθεί. Ακόμα και όταν λοξοδρόμησε και εγκατέλειψε το μπάσκετ, δεν άντεξε μακριά από την μεγάλη του αγάπη, γύρισε και, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά με τρομερή προσπάθεια και προσωπική δουλειά, έφτασε ξανά στην κορυφή και μάλιστα εμφατικά. Οι αποτυχίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής κάθε ανθρώπου. Το θέμα είναι πώς τις διαχειρίζεται. Με την σωστή διαχείριση, χρησιμοποιώντας τες δηλαδή ως αφορμή για πιο σκληρή δουλειά, οι αποτυχίες και οι κακοτοπιές είναι το καύσιμο που οδηγεί στο επόμενο βήμα προς την επίτευξη του επιθυμητού στόχου.

Η σειρά αυτή λοιπόν δίνει τρομερή έμπνευση και κίνητρα, αν ειδωθεί από την σωστή, πιο διευρυμένη οπτική και μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την απόκτηση μιας νοοτροπίας παρόμοιας με του θρυλικού αυτού παίκτη που θα οδηγήσει στην επιτυχία. Ειδικά στις μέρες μας που πολλοί άνθρωποι αγωνίζονται και νιώθουν ότι το κάνουν χωρίς αντίκρισμα, η σειρά αυτή είναι τροφή για σκέψη, ώστε να ιεραρχηθούν ορθά με βάση τις προσωπικές επιθυμίες του καθενός, οι στόχοι και να τεθούν οι κατάλληλες προτεραιότητες.

Αισιοδοξία, πολλή δουλειά, αποφασιστικότητα, σταθερά βήματα προς τον στόχο και όλα μπορούν να επιτευχθούν!

Γιώργος Τσαμήτρος