1

Ένα τσιγάρο για τη μάνα μου

…και θα γράφω ώσπου να σβήσει. Είτε αυτό είτε εγώ. Μα δε θα σβήσω από αυτό και το γνωρίζω ήδη, το λέω εκ του ασφαλούς, λιγοψυχώς. Χίλια είναι αυτά που θα με κάνουν ένα με τη γη, μα όχι αυτό. Γιατί αυτό το ίδιο είναι που ξέρει και θα αντισταθεί στη μοιραία, σαδιστική του φύση. Αυτό είναι το ίδιο που θα πει “δε θα σε βλάψω” και θα αποβάλλει όλες τις θανατερές ουσίες του. Θα γράφω ώσπου να σβήσει, οπότε ξέρεις πως το “άρθρο ” δε θα διαρκέσει αρκετά ώστε να φθαρεί η τέλεια εικόνα της στα μάτια ξένων, από κίβδηλα αισθήματα, ηθοποιητικά. Και το γράφω ολόγυμνος. Αυτό το άρθρο θα είναι απαράδεκτο δημοσιογραφικά, δίχως συνοχή, δίχως ευπρέπειες.

Αυτό το άρθρο δεν το γράφω με στυλό, μα με τσιγάρο. Δεν το γράφω σε χαρτί, μα πάνω στο μέτωπο της μάνας μου. Κι όμως, δε θα λερώνει ποτέ. Αυτό είναι το σπουδαιότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος: το μέτωπο της μάνας, που είναι πάντα καθαρό. Και πάει στη μάνα μου ο,τι γράφω. Στο πιο αρσενικό ον που γνώρισα ποτέ. Δεν τη θυμάμαι τη μάνα μου. Δεν την έχασα, όμως δεν τη θυμάμαι. Δε θυμάμαι να με μεγαλώνει. Θυμάμαι να με κάνει να μην την έχω ανάγκη. Και δεν την είχα ποτέ. Ποτέ. Την παράτησα κι αυτό μου το συγχωρεί. Ίσως μου το συγχωρήσουν και οι άλλοι. Μα όχι εγώ.

Παράτησα τη μάνα μου. Και την εκτίμησα τη μάνα μου όταν μεγάλωσα. Όταν πια κανείς σε αυτήν την ηλικία έχει ανάγκη. Όχι όταν δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Κοίτα το μέτωπο της δικιάς σου, πάνω από τα ρυτιδιασμένα μάγουλα και τον ζαρωμένο της λαιμό. Πόσο καθαρό, ε; Ό,τι πιο διαυγές υπάρχει στη φύση. Και δεν τη χρειάζομαι, γιατί την παράτησα. Δίχως να φύγει εκείνη ποτέ. Η μάνα είναι ένα δέντρο αιωνόβιο. Σε χίλια χρόνια, αν ξαναπεράσεις από το μέρος που γεννήθηκες, θα είναι πάλι εκεί. Το τσιγάρο τελειώνει. Μα είπα ψέμματα. Άναψα κι ένα δεύτερο. Ένα δεύτερο για όλες τις μάνες της Γης, που κυκλοφορούν αέναα απ’ τη δημιουργία της.

Κι έχω γεμίσει με ανθρώπους που έφυγε η μάνα τους από αυτή. Και είναι πανέμορφοι όλοι τους-Χριστέ μου, πόσο όμορφοι είναι. Γιατί κουβαλάνε δυο ψυχές. Γιατί Θεός δεν υπάρχει, ούτε δεύτερη ζωή. Μόνο η ψυχή της μάνας μπορεί να επιστρέψει σε αυτή. Τούτο το χαρτί θα καεί με το τσιγάρο. Η δειλία μου είναι τούτη που θα το κάνει να καεί, αφότου περαστεί πρώτα στο κινητό, αν και δε θα’ πρεπε. Το δεύτερο τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Δε με άφησε. Δε με άφησε ποτέ. Κι ας την άφησα εγώ.

Η μάνα είναι η πιο αντιφατική πολιτικά έννοια. Τόσο ρατσίστρια με τον εαυτό της, τόσο κομμουνιστική με το παιδί. Και λίγο πριν σβήσει, ένας στίχος, ο πιο όμορφος που ξέρω, απ’ τον αγαπημένο μου ποιητή.

Νίκος Γκάτσος

“Θα γυρίσω λυπημένη Παναγία. Έχε γειά. Μην κλαις, το μαράζι μάθε φυλαχτό να μην κρέμας. Να λες “δεν πειράζει, θα’ ρθει άσπρη μέρα και για μας…””




Χατζηdiaries #3: Πώς να (ΜΗΝ) βγάλεις λεφτά

Υπάρχει άραγε σύμπαν, Θεός, έννοια του απείρου, κάτι αρκετά μεγάλο ώστε να υπερνικήσει τον αδιαπέραστο κι αδίστακτο ανθρώπινο νου ; Ειλικρινά, δεν είμαι σε θέση να απαντήσω και η πικρή αλήθεια είναι πως δεν έχω την παραμικρή διάθεση να προβληματιστώ σκεπτόμενος πόσο μεγάλο είναι το σύμπαν, το άπειρο ή ο Θεός. Ξέρω όμως πως υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που όλα τα παραπάνω είναι μικροσκοπικά, ελάχιστα, μπροστά στο σύμπαν, τον Θεό και το άπειρο που έχει πλάσει ο μου; Και έχει εγκατασταθεί εκεί και κατοικεί. Ναι, είναι εξωφρενικά δαιδαλώδης παγίδα το μυαλό, ίσως η χειρότερη στην οποία μπορεί να πέσει κάποιος. Και πολλές φορές δε χρειάζεται καν ερέθισμα, το επισυνάπτει και το προκαλεί μόνο του. 

Αυτό που παθαίνουν (έλα εντάξει, παθαίνουμε, ας μην κρυβόμαστε τώρα που αρχίσαμε) οι τζογαδόροι είναι το πιο αξιολύπητο, τραγελαφικό σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος. Πραγματικά, πρόκειται κατ’ εμέ για τον πιο εριστικά ηλίθιο και ανούσιο εθισμό στον οποίο μπορεί να υποπέσει κάποιος. Κι αυτό γιατί ο τζόγος παίζει με το μυαλό σου σου σα μαριονέτα, δίχως να σου το προσβάλει με κάποια εξωγενή, επιπρόσθετη ουσία. Δεν είναι ούτε τσιγάρο, ούτε ναρκωτικά, ούτε αλκοόλ. Τίποτα. Είναι ειλικρινές αυτοτσαλαπάτημα του μυαλού. 

Για κακή μου τύχη, διάβασα τον “Παίκτη” του Ντοστογιέφσκι λίγο πιο αργά απ’ όσο θα έπρεπε. Κάποιος θα πει “ίσως και για καλή τύχη εν τέλει, για να προλάβεις επικείμενες πιθανές…κλπ κλπ”. Ναι, πάντα, σε κάθε παρέα υπάρχει κάποιος απερίγραπτα εκνευριστικά αισιόδοξος, που σου προβάλλει το μελλοντικό ενδεχόμενο συγκριτικά και αναλογικά, λες και αυτό που θα σε παρηγορήσει πρακτικά, δε θα είναι που κούτσα στραβά κατόρθωσες να ισορροπήσεις το πορτοφόλι σου, αλλά που δεν έπαιξες τελικά την ΑΕΚ άσσο με τον γαύρο, γιατί (ευτυχώς Παναγία μου, τι ευλογία) φάγαμε πέντε γκολ και έτσι δεν έχασες τα λεφτά σου στο στοίχημα. Ας συνεχίσω πριν εκνευριστώ μόνος μου. 

Δε θα περιαυτολογήσω αναλύοντας τι είναι για τη λογοτεχνία και την ψυχολογία ο Ντοστογιέφσκι, πρώτον γιατί δεν αρκεί ένα άρθρο και δεύτερον γιατί οι αναλύσεις και μελέτες που έχω διαβάσει δεν είναι δικές μου, συνεπώς δεν έχει νόημα. Άλλωστε, πάνω-κάτω, όλοι ξέρουμε. 

Το ρεζουμέ του βιβλίου είναι το εξής:

Ο άνθρωπος ήταν, είναι και θα είναι το ίδιο ζώο, εις τους αιώνας των αιώνων…αμήν. 

Ναι, θα προσαρμόζεται στις εποχές και στις συνθήκες και στις τεχνολογικές προόδους και εξάρσεις και, ναι, η εικόνα του, η παρουσίαση, το “δέρμα” θα μεταβάλλεται όσο περνούν οι αιώνες…

…όμως το ζώο μέσα θα είναι πάντα το ίδιο. Οι σκέψεις, τα ερωτήματα, θα είναι πάντα τα ίδια. Το θηρίο μέσα θα είναι εξωφρενικά το ίδιο και τα τερατώδη αισθήματα του α τον οδηγούν στις ίδιες τερατώδεις πράξεις, όσες χιλιάδες χρόνια κι αν αλλάξουν.

Η συνέχεια στο επόμενο άρθρο. 




Χατζηdiaries #2

Οι Αμετάβλητοι

…και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο και συνάμα πιο αναζωογονητικό απ’ την αστάθεια. Ξημερώνει νύχτα και βραδιάζει φως, γι’ αυτους-για μας, που δε μας δόθηκε ποτέ τίποτα με σιγουριά και βεβαιότητα. Κι αν μας δόθηκε, σα σκοινί, έπρεπε με το ζόρι να το τραβήξουμε, γιατί δε θέλανε να μας το δώσουνε με τίποτα.
 Και πώς νιώθεις όταν ζεις κάτι τέτοιο ; Εξουθενωμένος και περήφανος.Κάθε μέρα υποχρεούσαι να αποδεικνύεσαι σε εσένα τον ίδιο, να μένεις αμετάβλητος σε όποιο χτύπημα κι αν δεχθείς, όχι γιατί είσαι βράχος αλύγιστος ή εκλεκτός ανάμεσα σε θνητούς, αλλά γιατί δεν έχεις την πολυτέλεια να χρονοτριβείς με λύπες και δάκρυα κι ας σου προσάπτεται ο τίτλος του ιταμού.

Έτσι, αν ανοίξεις την οθόνη του τηλεφώνου σου, θα δεις ένα μήνυμα, ένα mail, κάτι, ανατρεπτικό ως προς εκείνο που ίσχυε την τελευταία φορά που το άνοιξες.Και θα χαμογελάσεις σιωπηλά.Όλα αλλάζουν. Όλα, εκτός από εσένα.Η λέξη κλειδί είναι το “εκεί”.Εκεί. Εκεί…εκεί. Συνέχεια εκεί. Πάντα εκεί.Ψυχή αγέρωχη κι αγέραστη.Ο αμετάβλητος.Και σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται και αλλοτριώνεται διαρκώς, πόσο τιμητικός αυτός ο τίτλος…!

Και “δεν πειράζει”.Πολλά, άπειρα “δεν πειράζει”.Πόσο σε γαλούχησαν τούτα τα δεν πειράζει και πόσο τα έθρεψες κι εσύ με την καρδιά σου.Μα, αλήθεια: δεν πειράζει.Τι να σου φταίει, τι να μας φταίει,στον κόσμο που όλο αλλάζει ; Μονάχα εμείς, που δεν αλλάξαμε ποτέ.Κι ας μας φταίμε για την ειλικρίνειά μας κι ας μας τρομάζει η αλήθεια μας.

Όταν θα πέσει η νύχτα, πριν κλείσουνε τα μάτια κουρασμένα, αφότου όλη τη μέρα είδαν περιστροφές-περίστροφα να βλέπουν κατά πάνω τους, στο τέλος κοιμήθηκαν γλυκά.



Χατζηdiaries #1

Μερικές φορές οι γλώσσες το έχουν αυτό: με την πάροδο των χρόνων, με την καθημερινή χρήση και τριβή, συχνά συγχέουν τις έννοιες. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό ή απαραίτητα καλό, απλώς είναι ντε φάκτο, ισχύει. 
Μερικές φορές. 
Και μερικές φορές το κάνουν δικαιωματικά, μερικές φορές το κάνουν γραμματολογικά και κανείς δεν μπορεί να τους πει το αντίθετο, καθότι η συγχώνευση/σύγχυση αυτή είναι φυσικό επόμενο.
Εγώ έχω ανακαλύψει μία τέτοια συγχώνευση , που είναι ολόσωστη γλωσσικά και ενώνει τις δύο λέξεις-έννοιες, ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, χωρίς όμως να υφίσταται αυτή η ταύτιση καθολικά. Δε με πιάνετε. Δεν πειράζει. 

Είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οικογένεια=συγγενείς. 
Και είναι κλισέ το να πούμε ότι “την οικογένεια δεν τη διαλέγεις, τους φίλους όμως ναι”.
Και επαλαμβάνω ότι η ταύτιση αυτή, γλωσσολογικά, είναι απόλυτα αποδεκτή.
Όμως δεν είναι νοηματικά. 
Όχι πάντα. Όχι παντού. 
Και είναι μπόλικες οι φορές που το αίμα που κυλά μέσα στις φλέβες μας μεταγγίζεται και αναμειγνύεται με αίμα ξενικό, μέσω της ψυχής.
Και στην ψυχή δεν καίγεται καρφάκι για ίδιο αίμα, ίδιο επώνυμο, γενεαλογικά δέντρα και τα συναφή.

Και γιατί να της καίγεται άλλωστε ;
Γιατί να δοξάζει και να σέβεται αυτομάτως έναν κατά τύχη δοσμένο τίτλο, ο οποίος δεν έχει απαραίτητα κερδηθεί, ο οποίος απλούστατα παραδόθηκε και η σχέση πάτησε αυτομάτως πάνω του ; 
Τους κατέκτησα όμως όλους εκείνους που μπορώ πια αναμφίβολα να τους αποκαλώ “οικογένειά” μου και δεν έχουμε ούτε στάλα ίδιου αίματος στις φλέβες μας. Τους κατέκτησα και με κατέκτησαν.

Είδα και γνώρισα ανθρώπους δίχως συγγενείς, γεμάτους από οικογένεια. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους σε πληροφορώ, εαυτέ μου, πως η έννοια τούτη ηχεί χίλιες φορές πιο δυνατά στην καρδιά τους απ’ το μεγαλύτερο σόι. 
Είναι που αυτή η έννοια είναι αέναη, είναι άπειρη, όπως η έννοια της αγάπης και του έρωτα και του Θεού κι εμείς επιλέξαμε να την ορίσουμε μονάχα λεξιλογικά, μα είναι αδύνατον. Είναι αδύνατον στον κόσμο να καταφέρεις να χωρέσεις όλα αυτά που θα χωρέσει μια οικογένεια. 
Και όχι, σε καμία περίπτωση όλα αυτά δε θα χωρέσουν στην έννοια “συγγενείς” ή στην έννοια “σόι”.

Ίσως οικογένεια να είναι ένα σύμπλεγμα ανθρώπων με συγχρονισμένο τον παλμό της ψυχής τους. Ίσως να είναι εκείνοι που όταν η ψυχή του ενός βροντοφωνάζει από το άλγος, από ευτυχία, από σθένος, από οργή, τότε οι άλλες-ακόμη κι άθελά τους-ειδοποιούνται και ακολουθούν.
Ίσως οικογένεια να είναι κάτι ακόμη πιο μονολεκτικό: τρέξιμο.
Ίσως οικογένεια να είναι μια φράση:
δεν έχω επιλογή. 
Δεν έχω επιλογή να μην τρέξω.

Όπως ένα παιδί. 
Άφαντο. Χαμένο απ’ το φως, κινούμενο στα ζοφερά σοκάκια της καρδιάς του-σπάνια βγαίνει έξω. 
Κι όμως, όταν το φως πέφτει επάνω μου και ξεγυμνώνομαι, τρέχει να με σκεπάσει. 

Ίσως οικογένεια να έπρεπε να είμαστε όλοι μαζί. 
Ίσως οικογένεια να είναι η πιο λιτή και συνάμα η πιο φουσκωμένη από νόημα και χρόνια και ζωή περιγραφή ενός ατόμου.
Κι όλοι έχουμε κάποιον που όταν έρθει η ώρα να τον περιγράψουμε θα πούμε απλώς: οικογένεια.

Εξαιρετικά αφιερωμένο. 




Πόσο δύσκολο το να’ σαι δυνατός

Οι άνθρωποι δε γεννήθηκαν δυνατοί.
Οι άνθρωποι δε γεννήθηκαν έτοιμοι.
Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, αλλά πρώτα πρέπει να αντιληφθούμε ποια είναι τα δεδομένα. Γιατί δεν είναι όλα για όλους.

Παιδαγωγική καθολική δεν ξέρω αν υφίσταται και δεν ξέρω αν θα έπρεπε.
Στην κοινωνία είμαστε ίσοι μα διαφορετικοί.
Η διαφορετικότητα οφείλει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και υπομονή.
Δε γεννήθηκαν όλοι για τους ίδιους σκοπούς, μα ακόμη κι αν για κάποιους πράγματι ισχύει, δε θα τον πετύχουν με τον ίδιο τρόπο και τον ίδιο ρυθμό.
Το να είσαι ευαίσθητος δεν είναι κακό πράγμα, όπως και το να μην μπορείς να ανταπεξέλθεις στις δύσκολες καταστάσεις μόλις αυτές βρεθούν μπροστά σου. Αυτό θεωρώ πως δουλεύεται. Η ψυχική δύναμη, η ηγετική ικανότητα και παρόμοια χαρακτηριστικά ίσως (προφανως δηλαδη) αποκτούνται σε ιδιαίτερα νεανική ηλικία με αποτέλεσμα να θεωρούνται έμφυτα. Κάτι που φυσικά και δεν ισχύει, εκτός αν είσαι Ηρακλής.
Εκτός αν είσαι Ο Ηρακλής καλύτερα.

“Κάνεις δε νοιάζεται για μας σ’ αυτήν τη Γη της Ερημιάς”.

Ο κόσμος είναι δύσκολος. Είναι ο χειρότερος εχθρός και χειρότερος κριτής μας. Είναι απρόσωπος και καθόλου μα καθόλου ρατσιστής. Τους κρίνει όλους, ανεξαρτήτως λόγου, φύλου, θρησκειας, εθνικοτητας, εμφανισης.
Όλοι θα κριθούν στη διάρκεια της ζωής τους από κριτές που κανείς δεν ξέρει πώς, πότε και γιατί απέκτησαν αυτήν την αρμοδιότητα.

Ο Jimmy Butler ηταν παρατημένος απ’ την ίδια του την οικογένεια σε ηλικία που εμείς θυμώνουμε που δεν πήραμε νέο παιχνίδι για το playstation.

Το ότι μας διαχέει μια άνευ λόγου κακιά δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Κι αν μπορείτε εσείς, εγώ δεν μπορώ , ελπίζοντας η ειλικρίνεια μου να ανταμειφθεί. Ένας κακός ανταγωνισμος, υποκινούμενος από ένα πνεύμα αμφισβήτησης και ένα κομμάτι φθόνου για κάτι που ίσως και να μην ποθησαμε και μοχθησαμε ποτέ. Μας αρκεί να μην το πετύχει ο άλλος.
Πολλές θεωρίες, γνωμικά, απόψεις έχουν ακουστεί και γράφει για το τι ορίζει την έννοια του δυνατού. Τι είναι αυτό που τον κάνει να διαφέρει.
Και με το μικρό και νεανικό μυαλό μου έχω καταλήξει στο εξής:

“Γιε μου {…} ως και οι φίλοι σου χαρήκανε, Θεέ μου, που έχεις πέσει τώρα τόσο χαμηλα”

Δυνατός είναι εκείνος που αντιλαμβάνεται ότι ο χρόνος του τελειώνει.
Στους ανθρώπους φέρεται με αγάπη και υπομονή, γιατί ξέρει πως το τι ξημερώνει δεν είναι ποτέ σίγουρο.
Πόσο δύσκολο το να είσαι δυνατός όμως μέσα στη σκουριά του κόσμου…




Όχι άλλο SEX !

Δε χρειάζεται να διδάσκεις πυρηνική φυσική στο Χάρβαρντ για να αντιληφθείς πως ζούμε στην “Εποχή του Σεξ”. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτό, όλα καταλήγουν σε αυτό. Αν ψάξεις, βρίσκεις σεξιστικά φαινόμενα σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Είναι φοβερό. Και εγώ αναρωτιέμαι τώρα: δε βαρεθήκατε ; αντιλαμβάνομαι το πόσο ελκυστική μπορεί να είναι η εμφάνιση ερωτικής πράξης στην τέχνη και πώς η κοινωνία έχει την τάση να μιμείται και να εκκολάπτει με τη σειρά της τα ερεθίσματα που δέχεται. Αλλά για πόσο ακόμη μπορεί το σεξ ως πράξη κι όχι ως η αποτελμάτωση του ερωτικού συναισθήματος να περικλείει τα πάντα ;

Ως εικόνα προφίλ έχω βάλει την Τούνη. Δε θα αναλύσω για το γνωστό συμβάν της, γιατί πολύ απλά δε απασχολεί. Πόσοι όμως ανοίξατε το άρθρο, είτε γιατί νομίζετε ότι μιλάω για το συμβάν-βάσει και του τίτλου-είτε γιατί η σέξι φωτογραφία σας ελκύει ; ε εκεί θέλω να καταλήξω. Στο ότι αν κάτι δεν είναι της επικαιρότητας ή δεν εμπεριέχει σεξ, δε συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των ενδιαφέροντών μας.

Αυτή εδώ είναι η, χωρίς αμφιβολία, πολύ γοητευτική, Άννα Αμανατίδου. Ούτε την ξέρω, ούτε με ξέρει και φαντάζομαι πως κανένας απ’ τους δυο μας δεν “καίγεται” να γνωριστούμε. Δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν έχω τίποτα με την κοπέλα. Από περιέργεια, τα σχόλια κάτω από φωτογραφίες γυναικών, τα έχετε δει ; Η κοπέλα από πάνω είναι μοντέλο. Η δουλειά της δηλαδή είναι να προωθεί ρούχα, που σαφέστατα ως εμφανίσιμη και καλλίγραμμη, οι εταιρείες της τα εμπιστεύονται για να τα φοράει. Το θέμα δεν είναι τι κάνει και τι ανεβάζει εκείνη εδώ. Λύστε μου μια απορία: όταν ανεβάζει το εκάστοτε μοντέλο μια φωτογραφία, μόνο εγώ γελάω με τα σχόλια 50άρηδων, παντρεμένων, που σχολιάζουν από κάτω ; και τα σχόλια, ως επί το πλείστον, δεν είναι κολακευτικά…είναι προσβλητικά. Από πότε κάποιος έχει την οικειότητα να σχολιάζει δημοσίως κάτι πρόστυχο και προσβλητικό (και να περιμένει και ανταπόκριση, σαν τον Ryan Gosling) ;
Από τότε που η εποχή της εικόνας και του σεξ την οποία διανύουμε επιβάλλει ότι η γυναίκα είναι μέσο του πόθου και του οργασμού.

(Ωωωπ, πάρε μια φώτο του Μπετόβεν-μπας και ηρεμήσεις μετά τα τόσα μοντέλα)

Εδώ γράφω για μουσική. Ξεκίνησα να γράφω για το σεξ. Νομίζετε ότι δεν μπορώ να τα συνδέσω ε ; ναι, είναι φοβερά δύσκολο να ανιχνεύσεις στίχους που μιλούν για ανούσιο, βουβό και “επιβραβευτικό” σεξ στα σημερινά “τραγούδια”. Δε γράφω για να αποδείξω πόσο διαφορετικός είμαι απ’ τη μάζα-επί της ουσίας εύχομαι να μην ήμουν (άμα είμαι) και να θέλαμε όλοι να ακούμε κάτι ποιοτικότερο απ’ το “στο κρεβάτι μου τη θέλω γυμνή (ουνανανα)”. Έχεις στα χέρια σου ένα τόσο σημαντικό όπλο ως σύμμαχο το οποίο το ονομάζεις τεχνολογία. Ζεις ειλικρινά στην εποχή του μέλλοντος, η καθημερινότητά σου είναι για πάρα πολλούς ιδεαλιστές και εμπνευστές το παρελθόντος, κυριολεκτικά, το μέλλον. Έχεις λοιπόν υπό την κατοχή ένα σωρό από τεχνολογικές βοήθειες κι ανέσεις. Αντί να τις αξιοποιήσεις σε κάτι πιο ποιοτικό, τις χρησιμοποιείς για να βγάλεις κάτι πιο εύκολο. Είναι ευρέως γνωστό ότι ο Μπετόβεν ήταν κωφός. Αφότου έχασε την ακοή του, την πλέον σημαντική αίσθηση για να γράψεις μουσική, συνέθεσε σημεία και τέρατα, που ακόμη και το πιο άτεγκτο, βαπτισμένο απ’ τον μοντερνισμό, άτομο ως προς κάθε είδους κλασικότητα, δεν μπορεί να αμφιαβήτησει. Αν πραγματικά σέβεσαι τον εαυτό σου, κάθεσαι ένα δευτερόλεπτο στην καρέκλα και σκέφτεσαι το εξής:

“Ένα λεπτό ρε φίλε. Ο Μπετόβεν ήταν κωφός και έγραψε όσα έγραψε. Σκέψου να είχε την τεχνολογία του σήμερα…πόσο θα τον διευκόλυνε στο να αποτυπώσει την ΚΑΘΕ μελωδική σκέψη που είχε στο μυαλό του και προφανώς δεν μπόρεσε ή δυσκολεύτηκε να αναπαράγει”. Εν τέλει, το μόνο που παράγεται σήμερα, είναι μια όπερα autotune. Αυτό είναι. Η οποία, αν μας προσέφερε και κάτι νοηματικά, κάτι βαθύτερο στιχουργικά, θα δάγκωνα τα χείλη μου και δε θα μιλούσα, σιγοψιθυρίζοντας ένα “χαλάλι”. Αλλά αδερφέ, ειλικρινά, φτάνει με το σεξ. Δεν παλεύεται άλλο. Φτάνει με το σεξ ως μέσο προβολής. Σοβαρά τώρα, έχουμε παγκοσμίως ξεμείνει από ιδέες marketing ? Σε κάθε videoclip πρέπει να βλέπω 12 οπίσθια ; (είναι έξι τα μοντέλα, δύο οπίσθια το καθένα=12). Όταν ένα βίντεο με τραγούδι εμπεριέχει το συγκεκριμένο σημείο του σώματος ως εικόνα, από ένα σημείο και μετά αρχίζω και φοβάμαι για το τι θα ακούσω (ευτυχώς μέσα από την οθόνη δεν μπορώ και να το αναπνεύσω).

Το instagram έχει καταντήσει να κοντράρει γιγάντιες πορνογραφικές εταιρείες σε απήχηση. Οι ίδιες εταιρείες που, με την ανεξέλεγκτη παραγωγή πορνό και τη συνεχή ζήτηση, έχουν βάλει το χεράκι τους στη δημιουργία προτύπων και τάσεων. Τώρα, κοπέλες και αγόρια χρησιμοποιούν το instagram για να “πουλήσουν” τον εαυτό τους, ανεβάζοντας φωτογραφίες που εστιάζουν στο σώμα τους. Δεν το κατακρίνω καν. πΑραθέτω γεγονότα απλώς. Και όχι, δεν είμαι οπισθοδρομικός, ούτε μισογύνης, ούτε μισάνθρωπος, ούτε θα επιβάλλω εγώ το τι θα φοράει ο καθένας, τι θα ανεβάζει ο καθένας και τι θα προσπαθεί να πετύχει ο καθένας. Στην τελική ας τον αφήσουμε να το κάνει. Εσύ όμως που το διαβάζεις…έλα πες την αλήθεια. Δεν είναι κουραστικό από ένα σημείο και μετά να βλέπεις “φωτοτυπίες”. Άπειρα προφίλ ίδια, με αλλαγμένο πρόσωπο. Ας ασχοληθούμε και με κάτι άλλο, λίγο σοβαρότερο. Γιατί κακά τα ψέματα, δεν έχουμε και λίγα προβλήματα. Και το θέμα μας δεν είναι οι άλλοι…αλλά εμείς. Τις τάσεις οφείλουμε να τις δημιουργούμε εμείς, όχι να μας δημιουργούν αυτές.

Όλοι ξέρουμε το συμβάν με την Τούνη κλπ κλπ. Όλοι επίσης το συζητάνε, άλλοι ως υπέρμαχοι των γυναικείων δικαιωμάτων, άλλοι κατακρίνοντας την ίδια. Η δικιά μου ερώτηση είναι η εξής: για πόσο θα μπορεί ΟΛΗ η Ελλάδα να ασχολείται με ένα ροζ βίντεο ; και όχι, προφανώς και δεν ασχολείται γιατί νιώθει ξαφνικά την ανάγκη να υπερασπιστεί ή να κατακρίνει. Το γεγονός αυτό παίρνει τέτοια έκταση γιατί πρωταγονιστεί ένα γνωστό πρόσωπο. Ούτε ξαφνικά γεννήθηκαν οι επόμενοι επαναστάτες της Ελλάδας, ούτε περίμενε ο μισογύνης αυτό το συμβάν για να αρχίσει να κατακρίνει από μέσα του. Το κόλπο είναι ένα:
η πραγματικότητα να μη σου επιτρέπει να ασχοληθείς με πράγματα που κατά βάθος δε σε ενδιαφέρουν (και το ξέρεις). Ας αφήσουμε την Τούνη να ασχολείται με τον εαυτό της και εμάς με τον δικό μας.

Εν τέλει, ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Μπορεί να προωθεί τον εαυτό του με όποιον τρόπο θέλει. Να αναδεικνύει όποιο χαρακτηριστικό του θέλει. Η έμπνευση της Δημοκρατίας εκεί βασίζεται. Όπως βέβαια και στην κριτική, η οποία είναι και καλόβουλη, αλλά και σέβεται την πνευματική ιδιοκτησία του απέναντι.

Έχω ανεβάσει τόσες διάσημες γυναίκες, που αμφιβάλλω ότι ο άνδρας που διαβάζει το άρθρο θα το χρησιμοποιήσει για ανάγνωση…

Η γνώμη η δική μου είναι ο τίτλος. Φτάνει πια με τόσο σεξ. Το σεξ είναι υγεία, είναι μέσον πνευματικής ευημερίας, είναι συναισθηματική ολοκλήρωση με ένα άτομο. Έχει εμπορικοποιηθεί και έχει γίνει τρόπος ζωής, πάνω στο οποίο βασίζεται η (μη προσωπική) καθημερινότητά μας. Κι όμως τραγουδιστή της trap, κανείς πραγματικά δε νοιάζεται αν “μέσα σ’ ένα βράδυ θα σε ερωτευτεί (ουνανανα)” και ειλικρινά πίστεψέ με πως “την πουτ@ν@ μου” δεν την παίρνετε “g@ngb@ng”. Είναι εμφανής η κακοποίηση, όχι απλώς της μουσικής, αλλά των προτύπων στην κοινωνία. Είναι ξεκάθαρα ασεβής και σεξιστική η εικόνα της γυναίκας που προβάλλεται, κι όμως τον παραπάνω στίχο θα δεις να τον τραγουδάνε κοπέλες σε κλαμπ κουνώντας το χέρι. Κι όμως, το γυναικείο φύλλο δεν αξίζει τέτοια μεταχείριση, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνει.
Όπως ακριβώς κι το ανδρικό δεν αξίζει να αποκαλείται γενικευμένα ως “εγωιστικό”, “σεξομανές” και “ασεβές” ως προς τη γυναίκα. Κι όμως, άπειρες όμορφες κοπέλες που εμβαθύνουν στον εσωτερικό τους κόσμο, χωρίς να επιζητούν όσα η κοινωνία τείνει να μας πείσει πως θέλει μια γυναίκα για να είναι “ευτυχισμένη”. Όπως ξέρω και πάρα πολλά αγόρια, τα οποία αντιστοίχως δεν τις αντιμετωπίζουν…ξέρετε ως τι, με πόδια.
Ε, δε νομίζω πως φταίω που θέλω να ξεφύγουμε λιγάκι απ’ την εποχη΄του σεξ και της εικόνας.




Καλλιτέχνης γιατί ;

Τι κάνει  έναν καλλιτέχνη ; σε τι διαφέρει από όποιους αποτυγχάνουν να κερδίσουν απ’ το κοινό αυτό το αξίωμα ; γιατί δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε με ευκολία ως καλλιτέχνη έναν σημερινό τραγουδιστή για παράδειγμα, σε σχέση με έναν προγενέστερο ;
Γιατί ο Καζαντζίδης ήταν «καλλιτέχνης», ενώ ο ένας νέος τραγουδιστής του 2020 θεωρείται (συνήθως) απλά «τραγουδιστής».
Δύσκολη η διάκριση. Ίσως έχει να κάνει με τον σκοπό. Με το κίνητρο. Ίσως έχει να κάνει με το μήνυμα.
 

Ήταν 21η Ιουλίου του 1928, όταν ο Καρυωτάκης βρέθηκε νεκρός, με το πιστόλι στο στήθος, κάτω από έναν ευκάλυπτο.  Στην τσέπη του κουστουμιού του, μια επιστολή του στην οποία γράφει όσο τον ταλαιπώρησαν και τον οδήγησαν στην αυτοχειρία.
Ήταν 8η Απρίλη του 1994, όταν ο Kurt Cobain βρέθηκε, ήδη 3 μέρες νεκρός, στο σπίτι του στη λίμνη Ουάσιγκτον, με το όπλο στραμμένο στο κεφάλι του. Κι ένα σημείωμα πιο πέρα που έλεγε :
   

    “Δεν έχω νιώσει τη διέγερση που μου προκαλούσε το να ακούω και να δημιουργώ μουσική, μαζί με το πραγματικό γράψιμο εδώ και πάρα πολλά χρόνια”.

Στο σώμα του, ηρωίνη και ηρεμιστικά.

 

Όχι, καλλιτέχνης δεν είναι όποιος αυτοκτονεί. Προφανώς κι όχι.
Ένα απ’ τα διασημότερα τραγούδια των Nirvana, το “Smells Like Teen Spirit”, ίσως το πιο μισητό του Combain, του ανθρώπου που το έγραψε, το προσέφερε στον κόσμο και το μίσησε γιατί το θεώρησε υπερτιμημένο. Υπερτιμημένη, μια απ’ τις γνωστότερες και ωραιότερες μελωδίες στην ιστορία της (ροκ) μουσικής, υπερτιμημένη απ’ τον ίδιο τον δημιουργό της. Την ίδια χρονιά, γράφει σε ίδια μουσική, μισό τόνο κάτω απλώς, το «Rape me”, ένα τραγούδι που ενδεχομένως πολλοί να θεώρησαν ότι είναι «υπέρ» του βιασμού. Στην πραγματικότητα, ο πάντοτε αδιάφορος Cobain, εξηγεί πως ο κόσμος προσπαθεί να βγάλει νόημα απ’ όσα γράφει, χωρίς πάντα να υπάρχει, ενώ αναφέρει πως το κομμάτι είναι αντι-raping, δηλαδή τίθεται έναντι του φαινομένου του βιασμού.
Ένας άνθρωπος που στο απόγειο της δόξας του «βαρέθηκε» τη δημοσιότητα κι ετοιμαζόταν να τα παρατήσει όλα. Με έναν αβάσταχτο πόνο στην ψυχή που κουβαλούσε το εθισμένο στην ηρωίνη σώμα του.
 

Ίσως και να μην είναι τυχαία η κατάθλιψη στον καλλιτέχνη. Στο καλλιτέχνη που έμαθε να εισπράττει πόνο και να τον επεξεργάζεται πάνω σε χαρτί, πάνω σε κιθάρα και να τον παραδίδει στον κόσμο. Στον καλλιτέχνη που έμαθε να πονάει «επίτηδες» για να πονούν «ομαλότερα» οι υπόλοιποι. Αυτή είναι η πραγματική προσφορά του καλλιτέχνη.
 Πάντοτε θεωρούσα κατάρα το να είναι κάποιος καλλιτέχνης. Όσο ήμουν αθλητής, ένιωθα μια ανακούφιση που απέφευγα την αλήθεια της τέχνης με το να μην τη συναντώ και να μην τη γνωρίζω ποτέ. Είναι το πιο επίπονο επάγγελμα, γιατί σε αναγκάζει, πριν ετοιμάσεις το γλυπτό, να «σκαλίσεις» μέσα σου.  Και ίσως γι’ αυτό να εκτιμάμε περισσότερο τον «αληθινό» καλλιτέχνη απ’ τον «παρουσιαστή» του έργου.
Γιατί στο έργο του αντανακλά ο πόνος του και στο πρόσωπό του ο δικός μας.   




Στην Ελλάς του Δυο Χιλιάδες…είκοσι.

Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας οι νέοι «ρομαντικοί»: κάπου το χάσαμε μουσικά.
Κάπου μπλέξαμε κι εμείς μέσα στους νεοτερισμούς της ευκολίας, κάπου ψάχνουμε απελπισμένοι μια «παλιά» νότα να μας οδηγήσει προς το μέλλον. Και στραμμένοι πάντοτε παρελθοντικά, αναστενάζουμε στο παρόν ένα «γιατί;».
Κάπως έτσι νοιώθω εγώ. Η λογική λέει ότι καμία άποψη δεν μπορεί να έχει μόνον έναν υποστηρικτή, όσο τρελή κι αν ακούγεται.
Κάπου το χάσαμε μουσικά. Ποιος ξέρει γιατί ;
Ίσως γιατί το μάτωμα των δαχτύλων από μια κιθάρα ή οι κάλοι στην παλάμη ενός ντράμερ έπαψαν να συγκινούν τα αυτιά μας. Ίσως θέλαμε μια αλλαγή. Ίσως κουραστήκαμε να ταυτίζουμε τα βαθειά μας συναισθήματα με τη μουσική. Ίσως να σπανίζουν πια και τα βαθειά συναισθήματα.

Το άρθρο αυτό δεν είναι οχετός κατά της μοντερνοποιημένης μουσικής κοινωνίας που αναπτύσσεται γύρω μας. Ποιος είμαι εγώ για να «κράξω» ; ο Μπετόβεν ; μουσικά είμαι απαίδευτος, τις επτά νότες ξέρω. Και δυο-τρεις απ’ τις διέσεις. Μουσικό αυτί ας πούμε ότι έχω. Ας το πούμε για να αποκτήσω ένα μηδαμινό κύρος να συνεχίσω να γράφω. Όχι, ως μουσικός δε μιλάω σε καμία περίπτωση. Ίσως να’ μαι κι ο μόνος της οικογένειάς μου που να μην μπορεί να μιλήσει ως μουσικός. Σε ένα τραγούδι, οι υπόλοιποι είχαν πάντοτε την ικανότητα, αλλά και την εσωτερική ανάγκη αν θέλετε, να ανιχνεύουν τη μελωδία και να την περνούν σε μια κιθάρα, σε ένα πιάνο ή στο λαρύγγι τους. Εγώ όχι. Εγώ πάντοτε κέντραρα στις λέξεις. Περπάταγα με τα ακουστικά στον δρόμο και η κάθε λέξη ταξίδευε απ’ το hands-free στο αυτί, απ’ το αυτί στο μυαλό. Κι εκεί δημιουργούσε μια ιστορία, κάθε φορά και άλλη. Συγχωρήστε με εάν άρχισα να μιλάω για’ μένα, δεν έχω τέτοια ανάγκη άλλωστε. Είναι απλώς ένας πρόλογος για να πω ότι ο αρθρογράφος τούτου εδώ ασχολείται με τη στιχουργική. Αυτό. Και σε αυτό ίσως και να εστιάσουμε σήμερα.

Ας πάρουμε ως δεδομένο για μια φορά-ας μη χρειαστεί να το επιχειρηματολογήσω και αυτό, σας παρακαλώ- ότι το ελληνικό τραγούδι έχει βασιστεί στους στίχους όσο καμία άλλη εθνική μουσική. Κι άντε, για να μην είμαι κι άδικος, είναι στο τοπ 3 σίγουρα. Η ελληνική μουσική και η ελληνική μελωδία ήταν πάντοτε εξαρτημένες από τις λέξεις κι απ’ τους στίχους που τις εμπλούτιζαν. Και είναι αλήθεια ότι στην ελληνική μουσική δεν παρατηρούμε τέτοιο πλήθος ‘’soundtracks’’ ή ‘’instrumentals’’, όπως πχ στην Αμερική. Εδώ, η ωραία μελωδία, αυτούσια ένοιωθε την ανάγκη να ζευγαρώσει με μια ωραία λέξη, μια ωραία φράση, έναν ωραίο στίχο. Παρέα μαζί χόρευαν γύρω απ’ τις χορδές ενός μπουζουκιού, μιας κιθάρας, ενός μπαγλαμά και φυσικά ενός ερμηνευτή.
Καλώς ή κακώς, κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν, μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα που επιβεβαιώνει, αν θέλετε, το πόσο εθισμένη ήταν η μουσική μας στη στιχουργική: τα είδη της ελληνικής μουσικής ως βασική ειδοποιό διαφορά έχουν τον στίχο. Τι εννοώ ;
Σε τι διαφέρει το ρεμπέτικο απ’ το λαϊκό ; Στην πλειονότητα των ασμάτων που τα συνοδεύουν κυριαρχούν τα ίδια μουσικά όργανα. Εύλογα παρατηρούμε τις διαφορές μεταξύ του «μαγκιόρικου» ρεμπέτικου, που μίλαγε για βαποράκια και μάγκες, με το πονεμένο, προσφυγικό λαϊκό.
Η διαφορά πάντα ήταν στο τι «ήθελες» να πεις εσύ, ο καλλιτέχνης. Ίσως σήμερα σημασία να έχει το τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.
Η κοινωνία πάντα επηρεάζει και επηρεάζεται απ’ την τέχνη. Είναι ένας κύκλος. Ένα μεγάλο «σουξέ» θα δημιουργήσει ακόλουθους. Οι ακόλουθοι θα δημιουργήσουν ένα μεγάλο «σουξέ».
Δεν είναι κακό ο καθένας να ακούει ό, τι θέλει. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της ελευθερίας. Ονομάζεται «γούστο» και απαιτεί το να μην υπάρχει τίποτα (μα τίποτα) στη ζωή και στη φύση που να αρέσει σε όλους.
Εμείς όμως, οι άπληστοι ρομαντικοί, αναζητούμε κάτι άλλο. Αναζητούμε κάτι παλιό. Αναζητούμε, όπως είπα και στην αρχή, το «μάτωμα». Τη δυσκολία. Την αλήθεια-η πιο σωστά, την αληθινότητα (δική μου λέξη ; δεκτό).

Αναζητούμε λόγια που, όσο κλισέ κι αν είναι αυτή η φράση, έβγαιναν απ’ την ψυχή, ενός φουκαρά που είχε την ατυχία να πονάει τόσο πολύ. Ναι… αλλά αυτός ο πόνος τον έκανε καλλιτέχνη. Δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν είναι ο πόνος και η λύπη τα μόνα κριτήρια για την καλλιτεχνία. Είναι ένα παράδειγμα για να εξηγήσω τα «αληθινά συναισθήματα».
Καλώς ή κακώς ζούμε σε μια εποχή «ευκολίας». Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η τεχνολογία βοηθά απίστευτα στο να μπορεί να προωθηθεί και να μαθευτεί κάποιος ή κάτι. Έχει όμως κι ένα μεγάλο μειονέκτημα. Αποβάλλει πολύ κόπο. Παραπάνω απ’ όσο θα’ έπρεπε. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον Πουλόπουλο, να μην πήγαινε κάθε μέρα στα διαλείμματα του απ’ τις οικοδομές, στο διπλανό «στούντιο», να προσπαθεί να τους πείσει να τον δοκιμάσουν. Και μετά από τόσο «πρήξιμο» να ακούνε μια φωνή που να τους οδηγεί στο να του κάνουν δίσκο κατ’ ευθείαν. Δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν επαινώ τις δυσκολίες. Ίσως όμως και να’ ναι αυτές που κρίνουν τελικά το πόσο το θέλει κάποιος αυτό που κάνει και το πόσο καλός πραγματικά είναι.
Ως στιχουργό, οι σημερινές λέξεις των τραγουδιών δε με συγκινούν. Να πω ψέματα ; βρήκα ένα βήμα να πω τον καημό μου. «Γράψε εσύ καλύτερους» θα μου πει κάποιος. Δίκιο θα’ χει. Πραγματικά θα’ χει δίκιο. Και θα’ χει δίκιο για έναν και μόνο λόγο: γιατί στην αρχή της παραγράφου είπα «ως στιχουργό». Μου επιτρέπετε να το διορθώσω ; Ως ακροατή, καλώς ή κακώς δε με συγκινούν. Κι ο λόγος που το λέω δεν είναι για να «κράξω». Είναι για να προσπαθήσω να «βελτιώσω». Ελπίζω να έδωσα τροφή για σκέψη. Μέχρι την επόμενη φορά, ακούστε με το μυαλό και την καρδιά σας.