Η βιολογική πείνα προκύπτει συνήθως μετά από την παρέλευση 4-5 ωρών από το τελευταίο γεύμα και απαιτεί να καλύψει τις θερμιδικές ανάγκες του οργανισμού σε ενέργεια. Η προσλαμβανόμενη ποσότητα τροφής είναι όση χρειάζεται για να καλύψει το αίσθημα της πείνας και η πληροφορία της πληρότητας του στομάχου, δίνεται από τον εγκέφαλο μετά από περίπου 20 λεπτά από την έναρξη του φαγητού. Το αίσθημα της πείνας εμφανίζεται σταδιακά και οποιαδήποτε τροφή είναι σε θέση να το καλύψει. Είναι ευκταίο να προσπαθούμε να τρώμε αργά, ώστε μετά από 20 λεπτά να μην έχουμε καταναλώσει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα φαγητού και να προσπαθούμε να συνδέουμε κάθε μπουκιά με μία ευχάριστη σκέψη ή ανάμνηση. Προτιμάμε να είμαστε καθιστοί και να μην αποσπάται η προσοχή μας από οθόνες ή άλλα μέσα που θα μας οδηγήσουν να καταναλώνουμε την τροφή εντελώς μηχανικά.
Η συναισθηματική πείνα από την άλλη πλευρά συνδέεται άμεσα με αρνητικές καταστάσεις που βιώνουμε και μας πιέζουν. Ψάχνουμε και επιλέγουμε να βρούμε διέξοδο μέσα από το φαγητό, στην προσπάθεια μας να νιώσουμε καλύτερα και να ανταπεξέλθουμε στα αρνητικά συναισθήματα που μας κατακλύζουν. Μέσω της κατανάλωσης λιπαρών κυρίως σκευασμάτων και γλυκών, δημιουργείται μία εξαρτητική σχέση με τέτοιου είδους τροφές που επιβαρύνουν την υγεία μας και δημιουργούν αντίστοιχα αισθήματα ντροπής και ενοχής. Συνήθως δεν έχουμε τον έλεγχο στην ποσότητα του φαγητού που καταναλώνουμε και το αίσθημα της ικανοποίησης που λαμβάνουμε είναι προσωρινό και μάταιο.
Είμαστε σε θέση να υπερνικήσουμε τη συναισθηματική πείνα με διάφορους τρόπους οι οποίοι φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κατ’ αρχάς πρέπει να αναζητήσουμε άλλη μέθοδο για να αντιμετωπίζουμε τις περιπτώσεις που είμαστε ψυχικά και συναισθηματικά ευάλωτοι. Η σωματική άσκηση, μία βόλτα, η κοινωνική συναναστροφή, οι τεχνικές χαλάρωσης και κάποιο αγαπημένο χόμπι είναι κάποιες επιλογές που μπορούμε να κάνουμε προκειμένου να εκτονωθούμε και να δημιουργήσουμε ανάταση στη διάθεση μας. Βοηθάει εξαιρετικά να κρατάμε σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο συναισθημάτων ώστε να εντοπίζουμε και να καταγράφουμε κάθε φορά το αρνητικό ερέθισμα που πυροδοτεί τη συναισθηματική πείνα. Θα παρατηρήσουμε μετά από λίγο διάστημα ότι υπάρχει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται και συνδέει τα συναισθήματα μας με τα συγκεκριμένα φαγητά που επιλέγουμε να καταναλώνουμε, όταν νιώθουμε εγκλωβισμένοι συναισθηματικά. Η ανάπτυξη διάυλου επικοινωνίας με τα συναισθήματα μας είναι ζωτικής σημασίας και αποδυναμώνουν τη συναισθηματική πείνα, όπως επίσης και η ορθή καθοδήγηση ενός ειδικού που θα μας απελευθερώσει και θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε συνήθειες και τρόπο σκέψης!
Ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που πυροδοτείται από καταστάσεις που καταπατούν τα προσωπικά μας όρια, προσβάλλουν την αυτοεκτίμηση και τη νοημοσύνη μας και παραβαίνουν τις προσωπικές μας αξίες ζωής και τους κανόνες που έχουμε θέσει. Σε σωματικό επίπεδο παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ταχυκαρδία, εφίδρωση και συσπάσεις των μυών.
Ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε σχετίζεται άμεσα με την εκδήλωση των σωματικών συμπτωμάτων και την ένταση με την οποία θα εκδηλωθούν. Μπορούμε να απαντήσουμε με συγκροτημένο τρόπο, με έντονη αλλά ψύχραιμη έκφραση συναισθημάτων ή να ξεσπάσουμε επιθετικά, αποσκοπώντας σε μία έντονη λογομαχία και υψηλούς τόνους. Συνήθως στη δεύτερη περίπτωση καταλήγουμε να προσβάλλουμε το συνομιλητή μας και αποκλινουμε με αυτόν τον τρόπο από την επίλυση του αρχικού προβλήματος. Μεγιστοποιείται η ένταση και ασκούμε κριτική στο άτομο που πυροδότησε το θυμό μας, ενώ θα έπρεπε να επικοινωνήσουμε το συναίσθημα, τις ανησυχίες και τις ανάγκες μας με ήρεμο και δημιουργικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση ο θυμός πρέπει να εκφράζεται και να μην καταπιέζεται διότι μετουσιώνεται σε άλλα αρνητικά συναισθήματα που εάν παραμείνουν για αρκετό διάστημα εγκλωβισμένα θα επηρεάσουν δραματικά τη σωματική και την ψυχική μας υγεία.
Χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση και ακριβής αποτίμηση της σημασίας μιας κατάστασης, ώστε να αποφύγουμε αυτοκαταστροφικές πράξεις ή σκέψεις και να λειτουργούμε με σύνεση και εγκράτεια. Προκειμένου να βοηθήσουμε τον εαυτό μας στη διαχείριση του θυμού μπορούμε να παρατηρούμε κάποια σημάδια όπως την πιο γρήγορη αναπνοή μας, την ένταση στο σώμα μας ή την αυξανόμενη πίεση και ταχυκαρδία. Μπορούμε να παίρνουμε χρόνο και να προσπαθούμε να αναλογιστούμε τον καλύτερο τρόπο έκφρασης και τα πιθανά αποτελέσματα του.
Τέλος πρέπει να αποφεύγουμε συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει αυθαίρετα σχετικά με μία συμπεριφορά ή κατάσταση και να επιλέγουμε να γίνουμε κατανοητοί, χωρίς να ξεφεύγουμε στην ένταση ή τη συχνότητα του θυμού μας. Εάν νιώσουμε φυσικά ότι δεν είμαστε σε θέση να το διαχειριστούμε αποδοτικά, μπορούμε να απευθυνθούμε σε κάποιον ειδικό ώστε να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε αυτό το αρνητικό συναίσθημα και να το ξεπεράσουμε.
Η χαρά της περιόδου των Χριστουγέννων είναι καθαρά προσωπική υπόθεση και όλοι οι άνθρωποι την αντιλαμβάνονται διαφορετικά. Κυριαρχεί η αντίληψη ότι πρέπει να είμαστε χαρούμενοι αυτές τις ημέρες που το επιβάλλει το πνεύμα των εορτών. Παράλληλα, προβάλλεται έντονα η συγκεκριμένη κατάσταση μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Απεικονίζεται μέσα από ενημερωτικά δελτία, διαφημίσεις και πωλήσεις προιόντων που θα δημιουργήσουν τις απαραίτητες προυποθέσεις ώστε να ανταποκριθούμε με επιτυχία στη διάχυτη χαρά των ημερών.
Ωστόσο υπάρχουν απορρυθμιστικοί παράγοντες που μας επηρεάζουν διαφορετικά, όπως η οικονομική κρίση, η ψυχική σύγχυση και ο πνευματικός αποπροσανατολισμός. Είναι πολύ εύκολο να αφεθούμε στα προβλήματα και τις έννοιες της καθημερινότητας και χωρίς να το αντιληφθούμε να επιτρέψουμε να αναπτυχθούν και να ενσταλαχθούν αισθήματα απογοήτευσης και μελαγχολίας. Ο απολογισμός στο τέλος της χρονιάς σε συνδυασμό με τις παραλείψεις, τα λάθη και τις προσδοκίες που δεν ευοδώθηκαν, επιτείνουν το αρνητικό πρόσημο που αποκτά η διαθεσή μας. Οφείλουμε να μην εγκλωβιστούμε σε πεποιθήσεις και αυταπάτες σχετικά με την ευτυχία των υπόλοιπων ανθρώπων και τη διαφαινόμενη χαρούμενη κατάσταση τους.
Στην αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης καθώς και ως εφαλτήριο μίας νέας αντιμετώπισης της πραγματικότητας, μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας με μία σειρά από ερωτήσεις οι οποίες θα οδηγήσουν σε αποκαλυπτικές απαντήσεις. Πρέπει να αφιερώσουμε όσο χρόνο χρειαζόμαστε για να καταλήξουμε σε ασφαλή και ειλικρινή συμπεράσματα που θα μας υποδείξουν έναν εναλλακτικό δρόμο. Οι ερωτήσεις είναι οι ακόλουθες:
Τι σημάινουν και τι είναι τα Χριστούγεννα για μας;
Ποιες είναι οι αληθινές ανάγκες της ψυχής μας;
Ποιες απ’ αυτές φροντίσαμε και εκπληρώσαμε μέσα στο 2020;
Τι χρειάζονται τα παιδιά μας, τα αδέρφια μας, οι γονείς μας και οι φίλοι μας από μας;
Είμαστε διατεθειμένοι να μπούμε σε έναν ειλικρινή διάλογο μαζί τους, ώστε να ακούσουμε από κείνους, από τους ίδιους, τι πραγματικά περιμένουν από μας για να είναι χαρούμενοι, και αυτές τις γιορτές, αλλά και μετά το τέλος των γιορτών;
Έχουμε πραγματικά την διάθεση να τους προσφέρουμε αυτό που μας ζητούν;
Ποιο είναι το τίμημα αυτής μας της προσφοράς και τι θα αποκομίζουμε απ’ αυτήν μας προσφορά;
Τι ειλικρινά εμείς χρειαζόμαστε από τους δικούς μας ανθρώπους;
Τι μας εμποδίζει να τους το ζητήσουμε;
Ποιες είναι οι προτεραιότητες μας αυτό το δωδεκαήμερο; (η υλική, η ψυχολογική, η σχεσιακή, η πνευματική διάσταση; Ένας συνδυασμός των παραπάνω;)
Αφουγκραζόμενοι τις πραγματικές μας επιθυμίες και ανάγκες θα είμαστε σε θέση να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αληθινά απαραίτητο για εμάς και να χαράξουμε ένα νέο μονοπάτι ψυχικής ανασύστασης και προσωπικής εξέλιξης. Θα επιδιώξουμε με διαφορετικό τρόπο να αγωνιστούμε και να κατακτήσουμε τις ημέρες των εορτών, εντάσσοντας τες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ευτυχισμένων και ουσιαστικών στιγμών της ζωής μας! Ας μην ξεχνάμε ότι παραμένουμε για πάντα παιδιά, με παρελθόν!
Πολλές φορές ως απότοκο μιας δυσάρεστης κατάστασης ή εμπειρίας μπαίνουμε στη διαδικασία των τυρρανικών, επαναλαμβανόμενων σκέψεων και της ατέρμονης διαδικασίας αναζήτησης του διαφορετικού τρόπου, που θα μπορούσαμε να έχουμε διαχειριστεί τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτό με τη σειρά του, επιφέρει έντονη αυτοκριτική ενώ πυροδοτεί αισθήματα προσωπικής ευθύνης και θυματοποίησης. Στην πάροδο του χρόνου, οι διαδικασίες αυτές φθάνουν να αφομοιώνονται πλήρως από το ψυχικό όργανο του ανθρώπου και γίνονται τροχοπέδη σε οποιαδήποτε εξελικτική προσπάθεια. Παράλληλα, ο καταιγισμός των αρνητικών και τόσο επιβαρυντικών σκέψεων, δημιουργεί αυξημένο στρες και ψυχική κόπωση τα οποία επηρεάζουν δραματικά, τόσο την κατάσταση και λειτουργία του εγκεφάλου όσο και τη σωματική και ψυχική υγεία. Έτσι τα ενοχικά σενάρια ανακυκλώνονται και προκαλούν συναισθήματα αυτό-ματαίωσης και περιορισμένου ψυχικού δυναμικού.
Η κατανόηση στη δυσκολία της κατάστασης, η αποδοχή του εαυτού μας και των ενδεχόμενων λάνθασμένων χειρισμών καθώς και η συμπόνοια με την οποία πρέπει να τον περιβάλλουμε, θα οδηγήσει σταδιακά στη συγχώρεση. Η συμφιλίωση με τον εαυτό μας, το αίσθημα της συγχώρεσης και της ειλικρινούς μεταστροφής, προκαλεί υγιείς μετασχηματισμούς και φέρνει ισορροπία και δύναμη. Αποτελεί δε το καλύτερο εφαλτήριο για την κατανόηση και βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα τις οδηγεί σε μία νέα φάση ζωής απαλλαγμένη από τις αρνητικές εγγραφές του παρελθόντος!
“Το κακό παρελθόν πρέπει να ξεχνιέται, αλλιώς μετατρέπεται σε νεκροθάφτη του παρόντος. Η ικανότητα να θεραπεύουμε τα τραύματα μας, να αναπληρώνουμε αυτό που χάθηκε, να προχωράμε πάρα κάτω είναι βασική δεξιότητα επιβίωσης. Εκείνοι που αρνούνται να συγχωρέσουν, επιμένουν να πενθούν και έτσι η ψυχή τους αιμορραγεί μόνιμα”.
Οι τύποι γονέων και η συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά.
Όλοι οι άνθρωποι λαμβάνουν σχετική εκπαίδευση για το επάγγελμα που θα εξασκήσουν, αλλά δεν εκπαιδεύονται για το πιο σημαντικό επάγγελμα, του γονέα. Αυτό μαθαίνεται μέσα από την καθημερινή πρακτική, κυρίως μέσα από λάθη, αρκεί να έχει επίγνωση των λαθών του. Απότοκο της συμπεριφοράς του είναι οι διαμορφωμένες αντιλήψεις και απόψεις του που έχουν προέλθει μέσα από μνήμες και βιώματα, όπως επίσης και οι κοινωνικές – περιβαλλοντικές – πολιτισμικές συνθήκες. Ουσιαστικά και πλην εξαιρετικά κακοποιητικών περιπτώσεων, δεν υπάρχει «καλός ή κακός» γονέας. Πιο δόκιμος είναι ο όρος «αποτελεσματικός» γονέας ή «αρκετά καλός» γονέας.
Οι τύποι γονέα είναι οι ακόλουθοι και διαφοροποιούνται σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές που εκδηλώνουν.
Ο αυταρχικός γονιός
Οι γονείς που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία κάνουν χρήση αυστηρού ελέγχου και είναι τιμωρητικοί. Έχουν πάρα πολλές απαιτήσεις, χωρίς να στηρίζουν συναισθηματικά τα παιδιά τους και κυρίως δε συζητούν μαζί τους. Τα παιδιά δεν είναι ευχαριστημένα με τον εαυτό τους, δυσκολεύονται να θέσουν στόχους, ενώ παραιτούνται εύκολα από την προσπάθεια. Είναι εσωστρεφή, αποσυρμένα, φοβισμένα & αγχώδη. Αντιμετωπίζουν δυσκολία να εμπιστευτούν τους άλλους και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Ο επιεικής γονέας
Επιδεικνύει ιδιαίτερη ζεστασιά και είναι στοργικός, συγχρόνως όμως δυσκολεύεται στην άσκηση ελέγχου. Συζητά υπερβολικά με το παιδί χωρίς να θέτει όρια και έχει χαμηλά επίπεδα απαιτήσεων και ανταπόκρισης. Αποδέχεται τις παρορμήσεις και τα «θέλω» του παιδιού και δυσκολεύεται ιδιαίτερα να πει «όχι» στο παιδί του, θεωρώντας εσφαλμένα πως με αυτόν τον τρόπο του δίνει χώρο και χρόνο να αναπτυχθεί. Κατά συνέπεια το παιδί δεν αποκτά υψηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολεύεται να στηριχθεί στις δυνάμεις του. Είναι παρορμητικό και επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά, είναι ελάχιστα διερευνητικό και έχει πολύ μικρό αυτοέλεγχο.
Ο αδιάφορος γονέας
Αδυνατεί να ασκήσει έλεγχο και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των παιδιών. Απορρίπτει και αγνοεί τα παιδιά, ενώ παράλληλα τα αφήνει να ενεργούν όπως επιθυμούν. Οι γονείς αυτοί νιώθουν συντετριμμένοι από τα δικά τους προβλήματα και αδυνατούν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους. Τα παιδιά χαρακτηρίζονται από αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά. Έχουν προβλήματα εσωτερίκευσης & εξωτερίκευσης, χαμηλή επίδοση σε γνωστικού τύπου δοκιμασίες και ως έφηβοι είναι επιρρεπείς να υιοθετήσουν παραβατική συμπεριφορά.
Ο δημοκρατικός γονέας
Έχει απαιτήσεις από το παιδί, αλλά ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Ασκεί έλεγχο με ευέλικτο και σταθερό τρόπο και ενθαρρύνει την αυτονόμηση του παιδιού, θέτοντας όρια συμπεριφοράς. Οι απαιτήσεις του συμβαδίζουν με την ηλικία του παιδιού και τις ιδιαιτερότητές του, ενώ παράλληλα διατηρούν διακριτούς ρόλους και ιεραρχία. Με αυτόν τον τρόπο το παιδί γίνεται ανεξάρτητο και στηρίζεται στις δυνάμεις του. Έχει αυτοέλεγχο, είναι διερευνητικό και θέτει στόχους. Αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση από όλες όσες αναφέρθηκαν και συμβάλλει τα μέγιστα στην ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων με Σκλήρυνση Κατά Πλάκας
Η σκλήρυνση κατά πλάκας αποτελεί ένα αυτοάνοσο νόσημα το οποίο επηρεάζει τη λειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, ενώ παράλληλα επιφέρει σημαντικές αλλαγές, τόσο στη σωματική όσο και στην κοινωνική και ψυχική κατάσταση του ατόμου. Σε αρκετές περιπτώσεις και ιδιαίτερα σε ασθενείς που δεν έχουν αντιμετωπίσει τη νόσο στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της, παρατηρείται μείωση της ποιότητας ζωής τους μέσα από τον αντίκτυπο στην κινητική τους κατάσταση, τα συμπτώματα κατάθλιψης, τη δυσκολία για εργασία, το κόστος της θεραπείας και τη δυσκολία κατανόησης και στήριξης από τους άλλους ανθρώπους.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ποιότητα ζωής κάθε ανθρώπου είναι μία έννοια που συνάδει με τις αξίες του, τις προσδοκίες του, τα πρότυπα του, την κουλτούρα του και τη θέση που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Η ποιότητα ζωής είναι διαφορετική για τον καθένα και εντελώς υποκειμενική, ενώ εξετάζεται πάντοτε μέσα στο πλαίσιο κοινωνικών, περιβαλλοντικών και πολιτισμικών συνθηκών. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι οι συνθήκες διαβίωσης, η κατάσταση της υγείας, οι γνωστικές λειτουργίες και η κοινωνική ζωή. Οι συναισθηματικές, γνωστικές και άλλες διαταραχές που εμφανίζουν τα άτομα με ΣΚΠ, επηρεάζουν την ποιότητα ζωής τους με αποτέλεσμα να βιώνουν αρνητικά αρκετά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.
Σε ότι αφορά στη σωματική κατάσταση των ατόμων, η απώλεια μυελίνης σε σημεία του ΚΝΣ που εκδηλώνονται οι φλεγμονές, έχει ως αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία οπτικών και κινητικών λειτουργιών, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζεται η νοητική και συναισθηματική κατάσταση των ασθενών. Τα σωματικά συμπτώματα σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα που εκδηλώνονται, εξαναγκάζουν το άτομο να αλλάξει τις συνήθειές του στην προσπάθεια, να ανακτήσει τη λειτουργικότητα του και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του. Η κόπωση αποτελεί το κυριότερο σύμπτωμα και μαζί με την κατάθλιψη που τη συνοδεύει, επηρεάζει καταλυτικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η μειωμένη κινητικότητα και η σπαστικότητα σε κάποιες περιπτώσεις, δυσχεραίνουν πολύ τη ζωή των πασχόντων, ενώ η ανάπτυξη της αυτονομίας τους και της αυτοεκτίμησης τους επιδρούν ευεργετικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.
Στον ψυχολογικό τομέα, παρατηρείται συχνά ευφορία και αλεξιθυμία ως παράγωγο της νόσου όπου ο ασθενής, είτε διακατέχεται από μία γενικότερη ευεξία, είτε αδυνατεί να εκφράσει με λέξεις τα συναισθήματα του και να κάνει όνειρα. Παράλληλα αναπτύσσονται διαταραχές συμπεριφοράς που σχετίζονται με τα μνημονικά στοιχεία και τον προφορικό λόγο. Τα άτομα εμφανίζουν συχνότερα θυμό, αυξημένη αυτοκριτική, ευερεθιστότητα και κατάθλιψη, ενώ βιώνουν έντονα ψυχοπιεστικά συμπτώματα και δυσκολία στη συναισθηματική αντισταθμιστική ανάταση. Η αβεβαιότητα για την πορεία της νόσου και την εκδήλωση των συμπτωμάτων, αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με ενημέρωση, συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη.
Η διαταραχή σεξουαλικότητας, το οικονομικό κόστος και η επιρροή στις κοινωνικές σχέσεις του ατόμου, αποτελούν στρεσογόνους παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής του, ωστόσο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποδοτικά μέσω γνωστικών και συμπεριφορικών αλλαγών.
Είναι φανερό ότι υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων με ΣΠΚ όμως μέσω της εκπαίδευσης των εμπλεκομένων στη φύση της νόσου, της έγκαιρης διάγνωσης και της υποστήριξης κατά την πορεία της ασθένειας, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί το παρόν και το μέλλον των πασχόντων με αισιοδοξία και καλύτερους όρους προσαρμογής στην καθημερινότητα.
Η οικογένεια αποτελεί τον πυρήνα ανάπτυξης και βιωμάτων για τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησης τους μέχρι την ενηλικίωση τους. Είναι ο περιβάλλων χώρος στον οποίο διαμορφώνονται όλες οι πτυχές της προσωπικότητας των παιδιών και συνυπάρχουν με τους γονείς σχεδόν για 18 χρόνια. Στην πορεία των ετών διάφοροι ερευνητές και ειδικοί έχουν εκτελέσει έρευνες σχετικά με τη θέση του παιδιού στην οικογένεια και τις επιδράσεις στην ανάπτυξη της ψυχοσύνθεσης του. Οι οικογενειακοί δεσμοί και η ποιότητα των ενδοοικογενειακών σχέσεων είναι καταλυτικοί, τόσο στην περίπτωση της συνύπαρξης των συζύγων όσο και στην περίπτωση που προχωρήσουν σε διαζύγιο. Η ισχυρότατη επίδραση του γονεϊκού περιβάλλοντος καθώς και η αλληλεπίδραση που υπάρχει με τα παιδιά, αποτελούν ένα δυναμικό σύστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσονται δεσμοί και αλληλεξαρτήσεις ποικίλου σκοπού. Βέβαια η οικογένεια δέχεται ως σύστημα, επιδράσεις από το κοινωνικό σύνολο του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και από τους πολιτικούς, θρησκευτικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς θεσμούς που το διέπουν. Επιπλέον, η ιδεολογία, οι νόμοι, τα ήθη και οι αξίες που περιβάλλουν κάθε κοινωνία, διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικογένειας και κατά επέκταση των παιδιών που υφίστανται τη συγκεκριμένη επιρροή.
Διαζύγιο
Έχει παρατηρηθεί ότι στην Ελλάδα το 20% των γάμων καταλήγουν σε διαζύγιο, το οποίο αποτελεί μια ένδειξη της ολοένα αυξανόμενης συχνότητας που συμβαίνει το συγκεκριμένο φαινόμενο. Επακόλουθα, όλο και περισσότερα παιδιά εκτίθενται στις έντονες επιπτώσεις ενός διαζυγίου, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων αφήνει σοβαρά τραύματα στην ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση τους. Οι πιο άμεσες συνέπειες, σχετίζονται με την αλλαγή της καθημερινότητας και των συνθηκών διαβίωσης των μελών που παραμένουν στην οικογένεια, συνηθέστερα η μητέρα με τα παιδιά. Αυτό συνεπάγεται, διαφοροποίηση των καθημερινών συνηθειών σε όλους τους τομείς και κυρίως στον οικονομικό και συναισθηματικό τομέα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο πατέρας είναι εκείνος που εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία μετά το διαζύγιο και αυτό πυροδοτεί αλλαγές στη συναισθηματική κατάσταση και τον προσδιορισμό της κοινωνικής ταυτότητας των παιδιών. Ενώ συναισθηματικά και βιολογικά βρίσκονται περισσότερο προσκείμενα στη μητέρα, στον πατέρα ανατίθεται η ευθύνη της ενίσχυσης και της κοινωνικοποίησης τους.
Έχει διεξαχθεί πλήθος μελετών, σχετικά με την προσαρμογή των παιδιών και των γονέων μετά το διαζύγιο που καταδεικνύουν, τόσο τη σοβαρότητα της κατάστασης όσο και τις συμπεριφορές που εκδηλώνονται και τις επακόλουθες συνέπειες τους. Τα παιδιά διέπονται από παρόμοια συναισθήματα όπως θλίψη, θυμό, αισθήματα ενοχής και φόβο ωστόσο η έκταση και η ένταση διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Είναι πιθανό να επηρεαστεί η σχολική τους επίδοση και η κοινωνική τους έκφραση. Τα κορίτσια, έχουν την τάση να εσωτερικεύουν τα συναισθήματα τους ενώ τα αγόρια στις αντίστοιχες ηλικίες, εμφανίζονται να έχουν πιο ακραίες και επιθετικές συμπεριφορές . Αρχικά, προσκολλώνται για κάποιο χρονικό διάστημα στο στάδιο της άρνησης κατά το οποίο δεν αποδέχονται το χωρισμό και κάνουν ότι μπορούν να σκεφτούν, προκειμένου να αποτρέψουν το χωρισμό ή να συνδέσουν ξανά τους γονείς. Κατόπιν, αναπτύσσουν συναισθήματα τα οποία δεν είναι ξεκάθαρα και αμφιταλαντεύονται, θεωρώντας υπεύθυνο πότε τον ένα και πότε τον άλλο γονιό στην προσπάθεια τους να βρούνε ποιος ευθύνεται. Αυτά συμβαίνουν, μολονότι τα παιδιά συνεχίζουν να θεωρούν και τους δύο ενεργούς γονείς και το συναισθηματικό τους δέσιμο παραμένει ακόμη και με εκείνον που έχει αποχωρήσει.
Τα αγόρια συχνά έχουν παραβατικές συμπεριφορές και δεν πειθαρχούν εύκολα σε πλαίσια και όρια, εκμεταλλευόμενα την απουσία του πατέρα που είναι και η επικρατέστερη κατάσταση. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια, δείχνουν πραγματικά να έχουν ωριμάσει ταχύτερα από παιδιά της ηλικίας τους και παρατηρείται να αναλαμβάνουν και πρωτοβουλίες, προκειμένου να βοηθήσουν ή να προστατεύσουν το γονέα που διαμένει μαζί τους. Αντίθετα, τα κορίτσια λόγω της απουσίας του πατρικού προτύπου αναπτύσσουν μία συμπεριφορά απέναντι στα αγόρια που είναι ασταθής και πρώιμη. Η ψυχοσεξουαλική τους ανάπτυξη επηρεάζεται και χρειάζεται χρόνος και κατάλληλη καθοδήγηση προκειμένου να αποφευχθούν λάθη κατά το δυνατόν. Ακόμη, εμφανίζουν αλλαγές στο χαρακτήρα τους και έχουν εκρηκτική συμπεριφορά. Είναι πολύ πιθανό, να μην πειθαρχούν στη μητέρα και ενδόμυχα να την κατηγορούν για την αποχώρηση του πατέρα, ενώ παράλληλα αρχίζουν να λένε αρκετά ψέματα και φεύγουν από το σπίτι χωρίς πρώτα να έχουν πάρει άδεια.
Αντιμετώπιση
Οι τρόποι αντιμετώπισης και απομείωσης των αρνητικών επιδράσεων του διαζυγίου στα παιδιά είναι απαραίτητο να αναλαμβάνονται και από τους δύο γονείς, με την ίδια αποφασιστικότητα και προσέγγιση. Ο κοινός γνώμονας πρέπει να είναι η σωστή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, μέσα από την καθιέρωση μιας ποιοτικής σχέσης με τους γονείς και τους ανθρώπους του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Είναι απαραίτητο οι γονείς να υποστηρίζουν ψυχικά τα παιδιά και να προσπαθούν να μειώσουν τον αντίκτυπο του διαζυγίου μέσα από τη συναισθηματική κάλυψη, ενώ όταν διαπιστώνουν ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό να ζητούν τη βοήθεια και την καθοδήγηση ενός ειδικού. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς πρέπει να αποφεύγονται και να καλλιεργείται κατά το δυνατόν ένα κλίμα κατανόησης και ένα πνεύμα σύμπνοιας, που θα αποτελέσει σημαντική αρωγή στα παιδιά. Το θέμα της οικονομικής διευθέτησης πρέπει να έχει επιλυθεί αρμονικά και αποδοτικά, ώστε να μην αποτελεί πόλο έντασης και διενέξεων που θα φορτίζουν αρνητικά τα παιδιά και θα τους δημιουργούν μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είναι πολύ σημαντικό, να είναι και οι δύο συνεπείς απέναντι στις υποχρεώσεις τους και κυρίως ο γονιός που απουσιάζει από το σπίτι. Είναι ζωτικής σημασίας ακόμη, να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία και με τους δύο γονείς και να έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ένα κλίμα μέσα στο οποίο θα είναι δυνατόν να εκφράζονται οι απορίες, οι ανασφάλειες και όλα εκείνα που νιώθουν τα παιδιά και τα απασχολούν μετά το διαζύγιο.
Οι προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλα τα άτομα μιας κοινωνίας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και σε όλους τους πολιτισμούς ανεξαιρέτως. Δημιουργούνται από τις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις και λειτουργούν στους εσωτερικούς μηχανισμούς κάθε κοινωνίας. Η ηλικία, η φυλή και το φύλο συγκεντρώνουν τις περισσότερες από αυτές και συνδέονται με το σεξισμό, το ρατσισμό και οτιδήποτε παρεκκλίνει από το δόγμα αποδοχής που επικρατεί στους κόλπους της κοινωνίας. Έχουν τρείς άξονες μέσα από τους οποίους εκδηλώνονται τη γνώση, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά, με τα αντίστοιχα κίνητρα που προσδιορίζουν τη στάση των ατόμων απέναντι σε οποιαδήποτε κατάσταση. Αφορά σε παγιωμένες αντιλήψεις ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων που επηρεάζουν στάσεις και συμπεριφορές κυρίως αρνητικά και αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Εμποδίζουν την κατανόηση φαινομένων, παρακωλύουν την αφύπνιση και οδηγούν τους ανθρώπους σε αγκυλώσεις και συμπλέγματα που τους καθιστούν δυσλειτουργικούς. Σταδιακά οδηγούνται σε απευαισθητοποίηση και απανθρωποποίηση και είναι σε θέση να λάβουν μέρος σε τεράστια εγκλήματα τόσο ως προς τον συνάνθρωπό τους όσο και προς την ανθρωπότητα. Χάνεται ο ορθολογισμός και όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν τα υποκείμενα, ανθρώπους και κινούνται βάσει των προκαταλήψεων στην εκτέλεση οποιασδήποτε ενέργειας χωρίς συναισθηματική εμπλοκή και κριτική ικανότητα. Η προκατάληψη αποτελεί ένα κοινωνικό και ψυχολογικό δίπολο, η εξέταση του οποίου απαιτεί τη μελέτη από την επιστήμη της Κοινωνικής ψυχολογίας. Είναι απαραίτητο να διερευνάται η συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση που οδηγεί τους ανθρώπους να είναι υποχείρια των προκαταλήψεων, καθώς και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι διάφορες συμπεριφορές, ιστορικά, χωρικά και χρονικά. Άραγε πόσοι από εμάς αντιλαμβάνονται ότι είναι δέσμιοι κοινωνικών προκαταλήψεων ;
Κοινωνική ταυτότητα
Η κοινωνική ταυτότητα προσδιορίζεται από την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας και τους άλλους. Ο βαθμός στον οποίο χαρακτηρίζονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας είναι αυτό που διέπει την αντιληπτική ικανότητα των ατόμων και οδηγεί στην κατηγοριοποίηση τους. Αρχικά οι άνθρωποι κρίνουν και σχηματίζουν γνώμη με ένα πολύ περιορισμένο πεδίο αντιληπτικότητας που βασίζεται σε εμφανείς πληροφορίες που παρέχει το οποιοδήποτε άτομο και ανάγονται σε κάποια προσωπική βάση δεδομένων που υπάρχει μέσα στον καθένα. Το πρότυπο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν το σημείο αναφοράς τόσο σε κάθε σύγκριση όσο και σε κάθε χαρακτηρισμό. Προσδιορίζουν τα επιμέρους στοιχεία των κατηγοριών και τα ανάγουν ως τη βάση στήριξης αυτών και το απαραίτητο γνώρισμα ομοιοτήτων ή διαφορών ανάμεσα τους. Η κοινωνική ταυτότητα ακολούθως προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά κάθε κοινωνικής ομάδας και παρέχει τον άξονα της αντιληπτικής ικανότητας των ατόμων. Με αυτόν τον τρόπο οι διάφορες ομάδες αποκτούν υπόσταση, κύρος, αξιολογική σημασία και εκτίμηση στα υπόλοιπα άτομα. Κάποιες ομάδες αποκτούν περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά ενώ κάποιες χαρακτηρίζονται ως λιγότερο θετικές με ότι αυτό συνεπάγεται για την συμμετοχή των ανθρώπων σε αυτές. Η ανάδειξη και ο βαθμός στον οποίο συμβαίνει αυτό προωθεί τόσο τον υγιή ανταγωνισμό όσο και τον αθέμιτο, με διαφορετικές πρακτικές και μεθοδεύσεις για τη μάχη της επικράτησης στον κοινωνικό ιστό.
Η αντίληψη του εαυτού και οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες ενισχύει τις διομαδικές σχέσεις και προσδιορίζει την προσωπική και την κοινωνική ταυτότητα. Στην προσωπική ταυτότητα περιλαμβάνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις καθώς και οι συμπεριφορές που εκδηλώνονται με βάση την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου, ενώ στην κοινωνική η συμμόρφωση, η προκατάληψη, τα στερεότυπα και η αλληλεγγύη. Ο αριθμός των ταυτοτήτων ενός ατόμου προκύπτει από την ποσότητα των επιμέρους χαρακτηριστικών και τις περιπτώσεις στις οποίες εκδηλώνεται. Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό γνώρισμα για τα περισσότερα άτομα και επηρεάζει καταλυτικά την αυτό-αντίληψη τους. Συνεπώς, με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να προσδιορίσουμε ορθότερα την κοινωνική μας ταυτότητα και να απαλλαγούμε από τις προκαταλήψεις;
Το συγκεκριμένο θέμα αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από την επιστημονική κοινότητα και θεωρείται ως ψευδοεπιστήμη. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί μεγάλη επίδραση στο κοινό είναι η παραστατικότητα μέσω της οποίας παρουσιάζονται πληροφορίες με βάση προσωπικές εμπειρίες και προκαλείται εντυπωσιασμός. Δεν ακολουθούνται επιστημονικές διαδικασίες, μεθοδολογία και προδιαγραφές αποδείξεων αλλά εδράζεται σε παραδοχές, απόψεις και μαρτυρίες των ανθρώπων που έχουν ωφεληθεί.
Το στοιχείο της διαψευσιμότητας είναι κυρίαρχο στον προσδιορισμό της επιστημονικότητας μιας θεωρίας. Μία οποιαδήποτε, επιστημονική θεωρία πρέπει να είναι διαψεύσιμη στα πλαίσια της επιστημονικής κοινότητας, να υπόκειται σε πειραματικό έλεγχο και αξιολόγηση.
Φαινόμενο Placebo: Αφορά στη διαδικασία με την οποία οι άνθρωποι θεωρούν ότι έχουν βοηθηθεί από μία θεραπευτική παρέμβαση ακόμη και αν η παρέμβαση δεν ήταν απόλυτα αποτελεσματική. Αναδεικνύεται η προσδοκία βελτίωσης της κατάστασης τους και τα επακόλουθα πλασματικά στάδια μέσα από τα οποία επηρεάζονται και αντιλαμβάνονται την όποια βελτίωση.
Προηγούμενες έρευνες: Έχουν εκτελεστεί αρκετές έρευνες στο παρελθόν και έχουν διερευνήσει τα αίτια επίδρασης της αστρολογίας στους ανθρώπους και στατιστικές αποδείξεις για την αστρολογία όπως αυτή που εκτελέστηκε από τον Michel Gauquelin. Συγκέντρωσε χιλιάδες ημερομηνίες γεννήσεως ανθρώπων και μελέτησε τη θέση των πλανητών και τα επαγγέλματα τα οποία επέλεξαν οι συμμετέχοντες. Εισήγαγε τον όρο του φαινομένου του Άρη σύμφωνα με το οποίο η θέση του πλανήτη επηρέαζε τις εξελίξεις και τα γεγονότα στις ζωές των ανθρώπων.
Παρουσίαση της αστρολογίας στο ευρύ κοινό: Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται είναι κυρίως μέσα από τα ΜΜΕ με προβολή διαφημίσεων, εκπομπές στην τηλεόραση και προωθήσεις προϊόντων. Ταυτόχρονα προβάλλεται σε ιστοσελίδες και διακινείται πληθώρα πληροφοριών μέσω του διαδικτύου με αποτέλεσμα να διαφαίνεται συσχετισμός ανάμεσα στις ανθρώπινες σχέσεις και εμπειρίες με την κίνηση των πλανητών.
Ερευνητικά πορίσματα και παρουσίαση στο κοινό: Έχουν λάβει χώρα αρκετές έρευνες στο παρελθόν σχετικά με τη διασύνδεση αστρολογίας και αστρονομίας, την επίδραση της αστρολογίας στον κόσμο και το βαθμό στον οποίο πιστεύουν στις προβλέψεις για τις ζωές τους. Τα αποτελέσματα κοινοποιούνται στο κοινό και απεικονίζουν τη γενικότερη αμφιβολία και συγκράτηση που διακρίνει την πλειοψηφία των ανθρώπων σχετικά με τις θέσεις της αστρολογίας.
Συμπεράσματα: Διαφαίνεται ότι οι περισσότεροι που συμμετέχουν σε έρευνες που διεξάγονται με θέμα την αστρολογία δε συμμερίζονται την άποψη ότι είναι ικανή να οδηγήσει σε προβλέψεις και να ωφελήσει γενικότερα. Το μεγαλύτερο ποσοστό θεωρεί ότι δεν υπάρχει κριτική σκέψη και ορθολογισμός στο συγκεκριμένο θέμα και αντιλαμβάνονται την αστρολογία προσκολλημένη σε προκαταλήψεις και δοξασίες που απευθύνεται σε συγκεκριμένη μερίδα του πληθυσμού. Οι πεποιθήσεις κάποιων ανθρώπων και οι ιστορικές παραδόσεις από τις οποίες συνίσταται η αστρολογία δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν ένα επιστημονικά δομημένο σύστημα εξήγησης και πρόβλεψης του μέλλοντος που θα στηρίζεται στη θέση των ουράνιων σωμάτων και την ημερομηνία γέννησης του καθενός. Η αστρολογία ως ιστορικό κατάλοιπο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μέσο εξωραϊσμού της πραγματικότητας, ένα σύστημα τροφοδότησης των ψευδαισθήσεων των ανθρώπων που χρησιμοποιείται από κάποιους επιτήδειους για εξαπάτηση και προσωπικό πλουτισμό στις συνειδήσεις των εύπιστων και αδύναμων.