1

Πώς μας έχει επηρεάσει η απομόνωση τα τελευταία δύο χρόνια;

Μπορεί κατά κάποιο τρόπο να έχουμε επιστρέψει στην καθημερινότητά μας, συγκριτικά με την αρχή της πανδημίας, όμως τίποτα δεν είναι πλέον το ίδιο. Ο αντίκτυπος που είχε η απομόνωση στην ψυχική υγεία του ανθρώπου, βρίσκεται ακόμα σε στάδιο έρευνας των επιστημόνων. Τα μέχρι τώρα δεδομένα όμως δείχνουν πως τα αποτελέσματα δεν θα είναι και τόσο ευχάριστα. 

Η υποχρεωτική καραντίνα,  κατά την οποία χρειάστηκε να παραμείνει κανείς μέσα στο σπίτι έως και 10 μέρες, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, κρίθηκε απαραίτητο μέτρο για εκείνους που έχουν κολλήσει κορονοϊό ή ακόμα έχουν έρθει σε επαφή με κάποιο κρούσμα. Εκτός από τις πολύμηνες καραντίνες που υπέστη ο κόσμος τα τελευταία δυο χρόνια, τα δεκαήμερα αυτά καραντίνας ήρθαν να αποτελείωσουν τα όσα ψυχικά αποθέματα είχαν απομείνει.

Οι επιστήμονες σήμερα, έχουν φτάσει σε σημείο να μελετούν δεδομένα από αποστολές αυστροναυτών έτσι ώστε να μπορέσουν να βρουν τους παραλληλισμούς για τις πιθανές ψυχικές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η απομόνωση. Μια προηγούμενη μελέτη έδειξε ότι το 60 τοις εκατό των αστροναυτών ανέφεραν πιθανή κατάθλιψη, ευερεθιστότητα και διαταραχή ύπνου. Η διαφορά όμως των εξερευνητών με τους απλούς πολίτες είναι ότι εκείνοι πέρασαν πολλά χρόνια εκπαίδευσης για να μπορέσουν να ανταποκριθούν. Ο κόσμος σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένος για την πανδημία και τις αλλαγές που έφερε.

Μια πρώιμη μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της κοινωνικής απομόνωσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έχει ήδη βρει κάποιες σημαντικές συνέπειες. «Οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικοί από τη φύση μας», λέει η Ruta Clair, επίκουρη καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Cabrini. «Ο τρόπος που ανταποκρινόμαστε στο άγχος είναι η αναζήτηση κοινωνικής υποστήριξης και όταν δεν μπορούμε να έχουμε αυτήν την κοινωνική υποστήριξη, τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα». Η Clair μιλά για υψηλά επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, τα ποσοστά των οποίων έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από την έναρξη της πανδημίας, με έναν στους έξι ενήλικες  στη Βρετανία να έχει βιώσει κάποια μορφή κατάθλιψης το περασμένο καλοκαίρι.

 Ο αντίκτυπος της καραντίνας και της απομόνωσης μπορεί επίσης να αποτυπωθεί στο ανθρώπινο σώμα, με τη μορφή αυξημένων φλεγμονών, οι οποίες συνδέονται με καταστάσεις όπως είναι η άνοια και οι καρδειαγγειακές παθήσεις. Γενικότερα, η εμπειρία της πανδημίας δεν ήταν ίδια για όλους. Μπορεί κάποιοι από εμάς να την περάσαμε σε ένα χωριό, σε κάποιο μεγάλο σπίτι με κήπο ενώ άλλοι σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο κάποιας πόλης. Το περιβαλλοντικό κομμάτι αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ψυχική υγεία. Εξάλλου, τα πλεονεκτήματα της φύσης και του πράσινου στην υγεία του ανθρώπου είναι αδιαμφισβήτητα.

Το αίσθημα, λοιπόν, του να μπαίνεις σε υποχρεωτική καραντίνα, ενώ βλέπεις τους υπόλοιπους να συνεχίζουν κανονικά τη καθημερινότητά του, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο έχουμε βιώσει. Μοναξιά, αίσθημα στασιμότητας, αβεβαιότητα για το μέλλον και ματαιοδοξία είναι μερικά από τα αισθήματα που οδήγησαν σε μία γενικότερη ψυχολογική αναστάτωση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Και η αντοχή των ανθρώπων για διαδικτυακή αλληλεπίδραση δεν φάνηκε να είναι ίδια. Ο περισσότερος κόσμος δεν ήθελε να εργαστεί και πάλι μέσω τηλεργασίας, λόγω της απρόσωπης και ανέπαφης φύσης του. Όλοι θέλησαν να επιστρέψουν σε μία “κανονικότητα”, η οποία όμως δεν ήταν εφικτή.

Ωστόσο, στις συνέπειες ενός τόσο μεγάλου γεγονότος όπως είναι η πανδημία, υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Ο άνθρωπος μπορεί να υποστεί και να ανταπεξέλθει σε πολλά στη ζωή του. Υπάρχει η γενική άποψη ότι το τραύμα μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ψυχικές και σωματικές βλάβες. Δεν ισχύει όμως για όλους τους ανθρώπους. Για πολλούς από εμάς, μια τραυματική εμπειρία μπορεί ναι, να αφήσει το αποτύπωμά της στην ψυχική μας υγεία, όμως, εμείς οι ίδιοι μπορούμε να δείξουμε ανθεκτικότητα και να προσαρμοστούμε στο οτιδήποτε μας έχει συμβεί. Σύμφωνα με τη θετική Ψυχολογία, στην πραγματικότητα μπορούμε να έχουμε μία μετα-τραυματική εξέλιξη και ανάπτυξη, η οποία είναι ικανή να μας οδηγήσει στο να πιστεψουμε ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από πριν. Και όντως να μπορέσουμε να βγάλουμε κάτι καλό από το τραύμα που είχαμε υποστεί στο παρελθόν.

Καθώς βγαίνουμε από την πανδημία όμως, είναι σημαντικό να θυμόμαστε, πως όπως δυσκολευτήκαμε να προσαρμοστούμε στην αρχή, το ίδιο δύσκολη φαίνεται να είναι και η μετάβαση πίσω στην κανονικότητα. Θα πρέπει να δώσουμε στον εαυτό μας τον χρόνο να επεξεργαστεί τις αλλαγές που συνέβησαν και να έχουμε υπομονή, ειδικά τώρα που δεν γνωρίζουμε ακόμα τι θα έρθει στο δρόμο μας και ποιες ακριβώς θα είναι οι συνέπειες όλων όσων ζήσαμε.

Πηγή

Αναστασία Χαρίση




Σκοτώνει η παλιά μουσική τη νέα;

Γιατί ακούμε περισσότερο τα παλιά τραγούδια και όχι τα νέα; Μήπως η παλιά μουσική και τα τραγούδια των 80’s, 90’s και 00’s υπερισχύουν των νέων τραγουδιών; Σύμφωνα με έρευνα στην Αμερική, το 70 τοις εκατό της μουσικής αγοράς αποτελείται από παλιότερα τραγούδια. Η μουσική βιομηχανία των νέων κομματιών έχει αρχίσει να συρρικνώνεται, ενώ ανάπτυξη εμφανίζει ο αριθμός εκείνων των ατόμων που θα προτιμήσουν παλαιότερα και διαχρονικά τραγούδια.

Η σημερινή λίστα τραγουδιών με τις περισσότερες λήψεις στο i-Tunes είναι γεμάτη με ονόματα καλλιτεχνών του προηγούμενου αιώνα. Το κοινό φαίνεται να λατρεύει τις επιτυχίες των περασμένων δεκαετιών. Πλέον βλέπουμε να γίνονται επιτυχίες αρκετά remakes παλιότερων κομματιών. Ένα τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το Βegging από τους Μaneskin, το οποίο ακούμε ξανά και ξανά στο ραδιόφωνο, ένα τραγούδι-επιτυχία του 2010 από το ντουέτο Μadcon. Η επιτυχία ήταν πάντα εφήμερη στη μουσική βιομηχανία, αλλά σήμερα, ακόμη και τα νέα τραγούδια, αν και γίνονται επιτυχίες, πολύ πιθανό είναι να περάσουν απαρατήρητα από μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Σίγουρα βλέπουμε εκατοντάδες δημοσιογράφους, δισκογραφικές, διευθυντές συγκροτημάτων και άλλους επαγγελματίες να θέλουν να διαφημίσουν τους νέους καλλιτέχνες. Ολόκληρο το επιχειρηματικό μοντέλο της μουσικής βιομηχανίας βασίζεται στην προώθηση νέων τραγουδιών. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, τους DJs και τους ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι λίγοι ακροατές δίνουν πραγματική προσοχή στη μουσική που είναι άγνωστη εκείνη τη στιγμή για αυτούς.

Μπορούμε να δούμε και το παράδειγμα των βραβείων Grammy. Η μεγαλύτερη μουσική γιορτή της Αμερικής αναβλήθηκε και το κοινό της φάνηκε να το αποδέχεται χωρίς  κάποια αντίδραση. Η αλλαγή φάνηκε και από τη μείωση του τηλεοπτικού κοινού που παρακολούθησε τα Grammy. Το 2021, η τηλεθέαση για την τελετή μειώθηκε κατά 53 τοις εκατό από το προηγούμενο έτος – από 18,7 εκατομμύρια σε 8,8 εκατομμύρια. Ήταν η χρονιά με τις λιγότερες προβολές όλων των εποχών.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως η τάση αυτή είναι απλώς μια συνέπεια που ίσως προκλήθηκε από την πανδημία. Μπορεί όταν ξαναλειτουργήσουν τα κλαμπ και αρχίσουν οι DJ να παίζουν τα νέα τραγούδια στα πάρτι, ο κόσμος να επιστρέψει στην κανονικότητα. Θα είναι και πάλι δηλαδή στη μόδα τα νέα-hit τραγούδια. Όμως αυτό, υπάρχει μια πιθανότητα να μην συμβεί.

Εκτός από την πανδημία, υπάρχουν και άλλα πιθανά αίτια της αναφερόμενης κρίσης:

Ο κυριότερος παράγοντας είναι η συναισθηματική σύνδεση που νιώθουμε στη ζωή μας με τραγούδια που ακούγαμε στο παρελθόν μας. Είτε στα παιδικά μας χρόνια, είτε σε έντονες καταστάσεις της ζωής μας, όπως είναι ένας χωρισμός ή ένα χαρμόσυνο συμβάν, έχουμε την τάση να συνδέουμε ένα τραγούδι με το συναίσθημα που νιώθαμε τη στιγμή που το πρωτοακούσαμε. Ένα τραγούδι μπορεί να προκαλέσει νοσταλγία για κάτι που μας συνέβη παλιά και για τον λόγο αυτό λατρεύουμε να το ακούμε.

Έναν βασικό παράγοντα όμως, αποτελεί και το γεγονός ότι πλέον, ο κορυφαίος τομέας επένδυσης στη μουσική βιομηχανία είναι τα παλαιότερα τραγούδια. Οι εταιρείες επενδύσεων μπαίνουν σε διαδικασία πολέμου προσφορών για να αγοράσουν καταλόγους τραγουδιών από μεγάλους αστέρες της ροκ και της ποπ. Οι κατάλογοι που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση είναι από μουσικούς που είναι στα 70 ή 80 τους χρόνια ή έχουν αποβιώσει. Ακόμη και μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες συμμετέχουν στη ζήτηση για την παλιά μουσική: η Universal Music, η Sony Music, η Warner Music, επενδύουν τεράστια ποσά σε παλιές επιτυχίες. Πριν κάποια χρόνια, τα χρήματα αυτά θα είχαν χρησιμοποιηθεί για την προώθηση των νέων καλλιτεχνών.

Καθώς οι δισκογραφικές εταιρείες χάνουν το ενδιαφέρον τους για τη νέα μουσική, οι ανερχόμενοι καλλιτέχνες αναζητούν απεγνωσμένα άλλους τρόπους για να βρουν την αναγνωρισιμότητα που επιζητούν. Ευελπιστούν στη χρήση των κομματιών τους στις λίστες αναπαραγωγής ή σε διαφημίσεις και τηλεοπτικές εκπομπές. Οι επιλογές αυτές μπορεί να τους φέρουν κάποιο εισόδημα, όμως δεν συμβάλλουν στην διαφήμιση του ονόματός τους. Πολλές φορές μπορεί να ακούμε τα τραγούδια αυτά, όμως δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να μάθουμε το όνομα των καλλιτεχνών τους.

Σύμφωνα με τον Ted Gioia, Αμερικανό κριτικό και ιστορικό της jazz μουσικής, παρά την έλλειψη φαντασίας στους στίχους των σύγχρονων mainstream επιτυχιών, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένοι εξαιρετικοί νέοι καλλιτέχνες οι οποίοι προσπαθούν να επιτύχουν στο είδος τους. Όμως, η μουσική βιομηχανία έχει χάσει την ικανότητά της να ανακαλύπτει και να καλλιεργεί τα ταλέντα τους. Πέρα από τα αμέτρητα ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων που έχουν να αντιμετωπίσουν οι μουσικές βιομηχανίες στη σημερινή εποχή, οι άνθρωποι που τις διευθύνουν έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη νέα μουσική. Ενώ ενδιαφέρονται για ένα νέο, ριζοσπαστικό ταλέντο, τα κλασικά πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί εδώ και πολλά χρόνια τούς αναγκάζουν να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο κανόνα. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος με τον οποίο έχει σχεδιαστεί να λειτουργεί το τρέχον σύστημα.

Παρ’ όλα αυτά, η άποψη του Ted βασίζεται στο ότι η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία των νέων καλλιτεχνών, όπως έχει δείξει και η ιστορία, βρίσκει στο τέλος τον τρόπο να αναδειχτεί ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο κύμα μουσικών επιτυχιών. Η νέα μουσική εμφανίζεται πάντα απροσδόκητα. Και έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία: όχι με τον αποκλεισμό της νέας μουσικής αλλά με κάτι φρέσκο που σπάει τα πρότυπα και μπορεί να εμφανιστεί από εκεί που δεν το περιμένεις.

Πηγή

Αναστασία Χαρίση




“Don’t look up”: Η νέα αποκαλυπτική κωμωδία του Netflix

Η νέα ταινία του Netflix, η οποία κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα, με σκηνοθέτη τον Adam McKay, φάνηκε να προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις. Οι κριτικοί ταινιών και το κοινό κατέκριναν ή επαίνεσαν την ταινία, ενώ φάνηκε η δυσκολία που αντιμετωπίζει στις μέρες μας ένας σκηνοθέτης να μεταδώσει μέσω της σάτιρας ένα σημαντικό μήνυμα στον θεατή.

Στη ταινία αυτή, για όποιον δεν την έχει δει, παρακολουθούμε μία φανταστική ιστορία στην οποία ένας κομήτης επρόκειτο να καταστρέψει τον πλανήτη. Η υπόθεση είναι δραματική αλλά ξεκάθαρη. Δύο αστρονόμοι, που τους υποδύονται οι Leonardo di Caprio και Jennifer Lawrence, ανακαλύπτουν ότι ένας κομήτης θα χτυπήσει μέσα σε έξι μήνες τη Γη. Οι ίδιοι φαίνεται να προσπαθούν να προειδοποιήσουν τον κόσμο, κάνοντας έκκληση στον Λευκό Οίκο, ενώ ταυτόχρονα απευθύνονται προς τα ΜΜΕ. Οι προσπάθειές τους να προειδοποιήσουν την κοινωνία αντιμετωπίζονται με χλευασμό, αδιαφορία, δειλία και, τελικά, πλήρη άρνηση. Οι φωνές των επιστημόνων όχι απλώς δεν βρίσκουν απήχηση, αλλά καταλήγουν να γίνουν χιουμοριστικά memes και να τροφοδοτήσουν θεωρίες συνωμοσίας στο διαδίκτυο. Οι δυο πρωταγωνιστές εκλιπαρούν τους ανθρώπους, να κοιτάξουν ψηλά, ενώ η ίδια η κυβέρνηση παροτρύνει τον κόσμο να κάνει το αντίθετο.

Στο καστ βλέπουμε μερικά μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ, όπως είναι η Meryl Streep, η οποία υποδύεται την αμείλικτη και διεφθαρμένη πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Timothee Chalamet να μεταμορφώνεται σε έναν νεαρό, ο οποίος ερωτεύεται τον χαρακτήρα που υποδύεται η Jennifer Lawrence, αλλά και την Ariana Grande, την οποία συναντάμε στον ρόλο μίας γνωστής ποπ τραγουδίστριας.

Η ταινία αυτή αποτελεί μία προειδοποίηση για τη κλιματική αλλαγή. Μέσα από την εξέλιξη της υπόθεσης καταλαβαίνουμε τη μεταφορά για την αδυναμία της κοινωνίας μας να ενεργήσει συλλογικά για να σταματήσει την καταστροφή. Ο αρχικός στόχος του σκηνοθέτη ήταν να σατιρίσει την αδιαφορία αυτή του κόσμου απέναντι στα σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα. Η ταινία δεν σχετίζεται με την πανδημία που διανύουμε, όπως ισχυρίστηκαν πολλοί, καθώς, όπως είπε ο Αdam McKay, η ιδέα και το σενάριο ξεκίνησαν πριν την εμφάνιση του κορωνοϊού. Μετά από όσα έχουμε ζήσει όμως, είναι λογικό σε κάποια σημεία, να συγχέουμε τα γεγονότα της ταινίας με τα όσα έχουν συμβεί στη κοινωνία μας.

Η πλοκή βέβαια, προχωράει ευχάριστα, καθώς ο δημιουργός καταφέρνει να αποδώσει ένα κρίσιμο για την εποχή και για την ανθρωπότητα μήνυμα μέσω του χιούμορ και της ειρωνίας. Δεν μπορούμε όμως, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από όσα βλέπουμε στην ταινία. Και αυτό είναι αρκετά ανησυχητικό. Σε πολλά σημεία ο θεατής μπαίνει αναπόφευχτα στη διαδικασία να συγκρίνει τα τραγικά γεγονότα και τον τρόπο αντιμετώπισής τους από την πλευρά των κυβερνήσεων, με τη κατάσταση που επικρατεί σήμερα.

Και μπορεί κάποια από τα αστεία να φαίνονται λίγο έως πολύ χοντροκομμένα, η ειρωνεία παρατραβηγμένη και οι συμπεριφορές υπερβολικές, όμως η υπερβολή αυτή εξυπηρετεί άνετα τους σκοπούς της ταινίας.

Η πρωτοτυπία πάντως του McKay οδήγησε σε έναν νέο δρόμο τον κινηματογράφο: στόχος του ήταν να θίξει σοβαρά ζητήματα με ανάλαφρο τρόπο. Έτσι, κατάφερε να απευθυνθεί στις μεγαλύτερες μάζες, να επηρεάσει την πλειοψηφία των θεατών,  παρά την αντίδραση εκείνων που ενοχλήθηκαν με την επιλογή του αυτή.

Aναστασία Χαρίση




New Year’s Resolutions: Μπορείς, έτσι απλά, να αλλάξεις αυτό που είσαι;

unsplash.com

Όλοι οι άνθρωποι, αν και τόσο διαφορετικοί, φαίνεται να έχουμε αρκετά κοινά. Ένα από αυτά είναι η επιθυμία που αποκτούμε στην αρχή ενός καινούριου χρόνου, για ένα νέο ξεκίνημα, θέτοντας νέους στόχους που θέλουμε να εκπληρώσουμε. Το να ξοδεύουμε λιγότερα χρήματα, το να κόψουμε το κάπνισμα, να πίνουμε λιγότερο αλκοόλ, να μάθουμε μία ξένη γλώσσα, είναι κάποιες από τις αλλαγές που προσπαθούμε να ακολουθήσουμε στην αρχή του κάθε έτους. Η φράση “new year, new me” και η δυνατότητά μας για αλλαγή, φαίνονται πολύ δελεαστικές για όλους εμάς που θέλουμε να αλλάξουμε συνήθειες.

Λέμε στον εαυτό μας ότι με τη νέα χρονιά θα αλλάξουμε πραγματικά όσα μάς ενοχλούν, η πραγματικότητα όμως έρχεται να μάς χτυπήσει κατακέφαλα, υπενθυμίζοντάς μας ότι, το για πάντα είναι πολύς καιρός. Οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν εχουν όρια και ενώ πολλοί καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια στο να δοκιμάσουν κάτι νέο, δεν καταφέρνουν τελικά να μετατρέψουν την αλλαγή αυτή σε μόνιμη συνήθεια. Αν μπορούσαμε απλώς να σηκωθούμε μία μέρα αποφασισμένοι να συμπεριφερθούμε διαφορετικά για το υπόλοιπο της ζωής μας, τότε γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι επαναλελειμένα αποτυγχάνουν σε αυτό;

Στη πραγματικότητα όμως ισχύει πως αν θελεις κάτι πολύ, μπορείς να το πραγματοποιήσεις. Και αν δεν τα κατάφερες μπορεί να μην προσπάθησες αρκετά. Η στάση που έχουμε απέναντι στα πράγματα αποτελεί την συμπεριφορά μας. Ό,τι καταφέρνουμε οφείλεται κυρίως σε δικές μας συνειδητές αποφάσεις, ενώ η μοίρα μας βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στα δικά μας χέρια.

Γιατί όμως πολλές φορές οι νέοι αυτοί στόχοι που θέτουμε αποτυγχάνουν

Σύμφωνα με την Amanda White, θεραπεύτρια και ομιλήτρια, συχνά οι άνθρωποι δεν σχεδιάζουν το πώς να πετύχουν έναν στόχο. Αντιθέτως, βασίζονται μόνο στον ενθουσιασμό που τους προκαλεί η αλλαγή της χρονιάς, ως ο κύριος λόγος που τους ωθεί στο να επιτύχουν τον στόχο τους. Τότε όμως έρχεται και η πράξη. Αυτό είναι και το δύσκολο σημείο. Το λάθος που κάνουμε είναι να επικεντρωνόμαστε μόνο στο επιθυμητό αποτέλεσμα και όχι στη πορεία, αγνοώντας τη προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλουμε για να το πετύχουμε. Οι στόχοι χρειάζονται χρόνο. Όταν όμως κάποιος δεν βλέπει τα άμεσα αποτελέσματα που αναζητά, τείνει να αποθαρρύνεται και τελικά να υποχωρεί πριν καταφέρει να επιτύχει τον στόχο του.

Πώς θα αλλάξει αυτό; Ακολουθώντας τις παρακάτω συμβουλές:

Να κοιτάμε πίσω για να μπορέσουμε να δούμε μπροστά:

Συνήθως θέτουμε στόχους για το μέλλον χωρίς να αξιολογούμε με ειλικρίνεια γιατί δυσκολευτήκαμε στο παρελθόν. Η αλλαγή μπορεί να συμβεί, με το να σπάμε τον φαύλο κύκλο των ανεκπλήρωτων αποφάσεων που έχουμε πάρει στο παρελθόν. Πρέπει να ελέγχουμε τι μας κρατάει πίσω με όπλο την ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Να στοχεύουμε σε μακροπρόθεσμα αποτελέσματα:

Η δημιουργία ενός σχεδίου δράσης που συνδέει τον μακροπρόθεσμο στόχο με βραχυπρόθεσμους εφικτούς και ρεαλιστικούς στόχους μπορεί να διασφαλίσει την επιτυχία.

Να έχουμε εμείς τον πλήρη έλεγχο:

Καλό είναι να σπάμε τους μεγάλους στόχους σε μικρότερους. Ως άνθρωποι οδηγούμαστε από το αίσθημα της κυριαρχίας και για τον λόγο αυτό, αν αναλύσουμε έναν στόχο σε μικρότερους μετρήσιμους στόχους, είναι πιο πιθανό να τον πετύχουμε. Χρειάζονται μικρά και καθημερινά βήματα, που θα μας οδηγήσουν στην επίτευξη του μεγαλύτερού μας στόχου.

Να δεχόμαστε όλα όσα μπορεί να μας φέρει μία επιτυχία:

Τι σημαίνει αυτό; Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως η επίτευξη μεγάλων στόχων μπορεί να περιλαμβάνει και έναν βαθμό απώλειας. Όταν γινόμαστε πιο υγιείς, πιο επιτυχημένοι και πιο ευτυχισμένοι, οι σχέσεις μας μπορεί να αλλάζουν, κάτι που μπορεί να προκαλέσει πίεση και σύγχυση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το κάνουμε. Αλλά να γνωρίζουμε ότι η επιτυχία μπορεί να έχει και τις προκλήσεις της.

Να χρησιμοποιούμε τις αξίες μας ως κίνητρο:

Οι αξίες μας, ως άνθρωποι, είναι αυτές που καθοδηγούν συνεχώς τη συμπεριφορά μας. Πρέπει να αποφεύγουμε στόχους, όπως είναι για παράδειγμα η επίτευξη ενός συγκεκριμένου βάρους, αλλά να στοχεύουμε στα βαθύτερα κίνητρα, στο να θέλουμε δηλαδή να είμαστε πιο υγιείς. Το γιατί πίσω από τον στόχο μας μπορεί να θεμελιώσει το σκοπό και να του αποδώσει μεγαλύτερη αξία.

Το σημαντικότερο όμως πριν ακολουθήσουμε όλα αυτά, ή προτού αποφασίσουμε ότι έχουμε αποτύχει, είναι ίσως να συμφιλιωθούμε με αυτό που είμαστε ως άτομα.

Αναστασία Χαρίση

Πηγή