Η δίκαιη κατάρα

Written by on 11/11/2023

image_print

Μια έκφραση που χρησιμοποιείται σήμερα, ενώ ανάγεται στην αρχαία μαγεία, είναι η έκφραση: κάποιος περιφέρεται ή γυρίζει σαν την άδικη κατάρα. Η έκφραση αυτή παραλληλίζει  ένα άτομο που περιφέρεται άσκοπα και χωρίς αποτέλεσμα, με την κατάρα που επίσης πλανιέται, αδυνατώντας να βρει τον στόχο της, ακριβώς επειδή είναι άδικη. Η αντίληψη ότι υπάρχουν κατάρες δίκαιες και άδικες αποτελεί σημαντική καινοτομία της αρχαίας ελληνικής σκέψης στην ύστερη κλασική   περίοδο, μια καινοτομία που αποτελεί σταθμό στην πορεία της θρησκείας και τη μεταμόρφωση των τελετουργιών.

Οι μαγικές τελετουργίες αρχικά στηρίζονταν σε αυτοματισμό· με τα σωστά λόγια, και τις σωστές ουσίες, επιτυγχάνεται ο στόχος. Ένα φυλακτήριο για επιτυχία σε δικαστική διαμάχη στη Βόστρα, στη σημερινή Ιορδανία. Είναι ένα «νικητικόν», δηλαδή ένα ξόρκι για επιτυχία, χαραγμένο σε χρυσό έλασμα, που αποσκοπούσε στο να βοηθήσει τον κάτοχό του να νικήσει σε μία δίκη που επρόκειτο να διεξαχθεί στο δικαστήριο του επάρχου της Αραβίας και τον πάρεδρό του. Το κείμενο περιέχει μαγικά σύμβολα, χαρακτήρες, και μαγικά ονόματα επηρεασμένα από την ιουδαϊκή θρησκεία, περιέχει επίσης ακολουθίες φωνηέντων και μαγικές λέξεις.

Ορισμένες μαρτυρίες δείχνουν ότι σταδιακά, περίπου από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και μετά, εμφανίζονται σε μαγικά κείμενα –κατάρες και φυλακτήρια– αιτιολογίες και επιχειρήματα. Η επιτυχία της μαγικής ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την τήρηση μιας συνταγής αλλά και από ζητήματα δικαίου και ηθικής, από αξίες. Η μαγεία δεν συνδέεται μόνο με την πίστη σε μαγικές δυνάμεις αλλά και με αξίες. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί κομμάτι μιας θεμελιώδους αλλαγής της νοοτροπίας και της αντίληψης και για τη θρησκεία και για τις τελετουργίες και αυτή την αλλαγή την παρατηρούμε και σε άλλες πτυχές της ελληνικής θρησκείας. Πραγματικά αποτελεί μία επανάσταση στην ιστορία των ιδεών.   Δειλά-δειλά στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα υπάρχουν τα πρώτα μαγικά κείμενα που κάνουν νύξεις για τον δίκαιο λόγο που οδήγησε ένα άτομο στη χρήση μαγικών μέσων. Το πρωιμότερο παράδειγμα είναι ένας κατάδεσμος από την Αθήνα σχετικός με επαγγελματική αντιδικία γύρω στο 375 π.Χ.

Ο κατάδεσμος αυτός, γραμμένος σε μολύβδινο έλασμα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως παράδειγμα της τεχνικής ὅμοια ὁμοίοις, similia similibus, δηλαδή όπως κάνω κάτι, έτσι να συμβεί κάτι  άλλο, συμπαθητική μαγεία. Ο γραφέας σκόπιμα άλλαξε τη σειρά των στίχων, των σειρών του κειμένου, ώστε όπως το κείμενο είναι συγκεχυμένο, έτσι να είναι συγκεχυμένες και οι πράξεις των αντιπάλων του. Ο ανώνυμος συγγραφέας δεν γράφει άμεσα ότι έχει δίκιο. Με το να χαρακτηρίζει όμως τον αντίπαλό του ως «στιγματία», ως στιγματισμένο εγκληματία, και ως «ἄτοπον», δηλαδή ως χαμένο κορμί, εισάγει  ηθικές διακρίσεις και απαξιώνει ηθικά τον αντίπαλό του. Το κείμενο δεν χαρακτηρίζεται μόνο από συναισθήματα, από οργή και μίσος, αλλά και από μία στοιχειώδη επιχειρηματολογία.

Στο πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα, ανάγεται και ένας κατάδεσμος –αυτή τη φορά ερωτικός– από την Πέλλα. Χρονολογείται γύρω στο 400 με 350 π.Χ. Το κείμενο είναι γραμμένο  σε μολύβδινο έλασμα που βρέθηκε σε τάφο. Μία γυναίκα, η Φίλα, ερωτευμένη με κάποιον Διονυσοφώντα, καταριέται τη Θεοτίμα, ώστε να μην παντρευτεί ούτε αυτή ούτε κάποια άλλη γυναίκα το αντικείμενο του πόθου της. Η κατάρα θα ισχύει όσο το έλασμα μένει θαμμένο μαζί με τον νεκρό.

Δεν υπάρχει άμεσα αναφορά σε κάποιο ηθικό έρεισμα της Φίλας, που θα στήριζε την αξίωσή της να είναι η μόνη γυναίκα στη ζωή του Διονυσοφώντα. Όμως με τη φράση: «δείξτε λύπηση για τη Φίλα, γιατί με έχουν εγκαταλείψει όλα τα αγαπημένα πρόσωπα και είμαι έρημη», η Φίλα δεν εξαναγκάζει τους υποχθόνιους δαίμονες, αλλά τους ικετεύει να δείξουν συμπόνια. Αυτή είναι μία πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθείς να εξαναγκάσεις έναν δαίμονα να κάνει κάτι επειδή προφέρεις κάποιες λέξεις, και να τον αναγκάσεις να κάνει κάτι επειδή διεγείρεις το συναίσθημα της συμπόνιας. Έτσι ξεπερνούν το στάδιο του αυτοματισμού και του καταναγκασμού της τελετουργίας και εφαρμόζουν στοιχειώδεις στρατηγικές πειθούς.

Η πορεία που εγκαινιάζεται με αυτά τα κείμενα θα βρει την κατάληξή της σε κείμενα στα οποία γίνονται σαφέστατες αναφορές στο δίκιο εκείνου που καταριέται. Για να δούμε όμως τέτοια κείμενα θα πρέπει να περιμένουμε δύο περίπου αιώνες ακόμα. Από όσο γνωρίζω, το πρωιμότερο κείμενο αυτού του χαρακτήρα χρονολογείται γύρω στο 200 π.Χ. Βρέθηκε σε έναν τάφο στη θέση Νέα Παλάτια του Ωρωπού. Ο συντάκτης του το τοποθέτησε πάνω στο κεφάλι του νεκρού, επομένως ήταν γνώστης των παραδοσιακών μαγικών πρακτικών. Πήγε όμως ένα βήμα παραπέρα δικαιολογώντας την πράξη του και επισημαίνοντας ότι ήταν θύμα αδικίας.

Δεν είναι λοιπόν ο συντάκτης εκείνος που ήρξατο χειρών αδίκων, και αυτό του δίνει το δικαίωμα να μην ικετεύει αλλά να απαιτεί, να αξιώνει. Το μίσος του είναι ακατασίγαστο, αν κρίνουμε από την τιμωρία που ζητά για τους εχθρούς του. Υπάρχει επιτέλους διαμορφωμένη την ιδέα της δίκαιης κατάρας. Η επίκληση του δικαίου δεν θεωρείτο ότι υποκαθιστά τη μαγική τελετουργία, αλλά ότι ενισχύει την αποτελεσματικότητά της. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι μια δίγλωσση ελληνική και λατινική κατάρα, από τον 1ο π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε στο Barchín del Hoyo της Ισπανίας. Είναι γραμμένη σε μικρό μολύβδινο δίσκο που βρέθηκε κοντά στην πύλη του οικισμού. Ο συντάκτης χάραξε το κείμενο σπειροειδώς, χρησιμοποιώντας επομένως μια μαγική πρακτική. Δεν παρέλειψε όμως να γράψει ότι η κατάρα του είναι δίκαιη. Τα ονόματα Νικίας και Τιμή δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με άτομα από την ελληνική Ανατολή, ίσως δούλους.

Ένας άλλος αττικός κατάδεσμος του 3ου αιώνα π.Χ., στρέφεται κατά μιας γυναίκας από κάποιον που θεωρεί ότι τον είχε αδικήσει. Η κατάρα πιάνει όμως και όλη της την οικογένεια. Σε μια άλλη κατάρα, πάλι από την Αθήνα, άγνωστης χρονολογίας, τα θύματα χαρακτηρίζονται άνθρωποι αμαρτωλοί που θα πρέπει να βρουν δίκαιη τιμωρία.

Την παρουσία αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας αρών ή καταδέσμων, την επεσήμανε πρώτος ο Ολλανδός ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Χενκ Βερσνέλ (Henk Versnel), ο οποίος πρότεινε τον όρο «προσευχές για δικαιοσύνη», για να διακρίνει αυτά τα μαγικά κείμενα από τις απλές κατάρες, που δεν περιέχουν κάποια έμμεση ή άμεση αιτιολόγηση. Από τους Δανιήλ Ιακώβ και Εμμανουήλ Βουτυρά έχει προταθεί ο όρος «προσευχές για εκδίκηση». Δεν απαντώνται μόνο στην ελληνόφωνη Ανατολή, αλλά είναι διαδεδομένες και στη Δύση, ιδίως στην Ιβηρική Χερσόνησο και τη Βρετανία.

Αντίθετα από τις συνήθεις αρές, εδώ ο συντάκτης του κειμένου δίνει και το όνομά του: είναι ο Μουκόνιος το θύμα της κλοπής. Οι ένοχοι είναι άγνωστοι και αυτό αιτιολογεί εν μέρει την προσφυγή του στους θεούς. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο συγγραφέας αιτιολογεί την ενέργειά του. Αντί να επικαλεστεί τη βοήθεια δαιμόνων με μαγικές λέξεις ή τελετουργίες, αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα στην αδικία που έχει γίνει. Ο Μουκόνιος δεν επικαλείται, όπως στις συνηθισμένες αρές, υποχθόνιες θεότητες, αλλά τον Ποσειδώνα. Με κολακευτικά λόγια, εδώ με το επίθετο «κύριε» (dominus), υπογραμμίζει τη δύναμη της θεότητας την οποία επικαλείται, πειθαναγκάζοντάς την με τον τρόπο αυτό να δείξει τη δύναμή της. Θα δούμε σε λίγο και άλλα τέτοια παραδείγματα. Υπάρχει έντονη  εκδήλωση συναισθημάτων μίσους, με την παράκληση για την τρομερή τιμωρία των ενόχων.

Από τη Βρετανία και τον αιμοδιψή Μουκόνιο, η Δήλος, όπου σε ένα σπίτι βρέθηκε μία αρά χαραγμένη σε μολύβδινο πινακίδιο, την οποία αναδημοσίευσε πρόσφατα ο Ντέιβιντ Τζόρνταν (David Jordan). Το ανώνυμο θύμα κλοπής, μάλλον κάποιο άτομο συριακής καταγωγής, επικαλείται τη βοήθεια της Συρίας θεάς και των θεών που κατοικούν στην κατά τα άλλα άγνωστη Συκώνα –ίσως ένα χωριό της Συρίας–, για την τιμωρία ενός κλέφτη του περιδεραίου της.

Το θύμα της κλοπής δεν προσβλέπει στην επιστροφή του κλοπιμαίου, αυτό χάθηκε. Γνωρίζει ότι και ο  κλέφτης και το περιδέραιο μπορεί να βρίσκονται μακριά, το κλοπιμαίο να έχει αλλάξει χέρια. Σε ένα νησί όπως η Δήλος, με το διαρκές πήγαινε-έλα και με τις συναλλαγές, ο εντοπισμός του κλέφτη θα ήταν δύσκολος· ακόμα και οι θαυματουργές δυνάμεις των θεών έχουν τα όριά τους. Αυτό που θέλει το θύμα

της αδικίας, δεν είναι η αποκατάσταση της περιουσίας του, αλλά εκδίκηση και μάλιστα οργισμένη, βασανιστική εκδίκηση, που κυριεύει όλο το σώμα, τον νου και την ψυχή του κλέφτη αλλά και των συνενόχων του. Ακριβώς όπως ο αντίδικος στο δικαστήριο χρειάζεται να πάρει με το μέρος του τους ενόρκους ή τους δικαστές, έτσι κι εδώ το θύμα της αδικίας πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να κινήσει το  ενδιαφέρον των θεών στην υπόθεσή του, να προκαλέσει την προσοχή τους.

Πώς όμως θα μπορέσει να προκαλέσει την οργή των θεών, ώστε να αποφασίσουν να γίνουν τιμωροί του θύματος; Τα μαγικά κείμενα μαρτυρούν μια στρατηγική, τη διαβολή, τη συκοφαντία, που στόχο έχει να εξοργίσει τον δαίμονα ή τη θεότητα κατά κάποιου αντιπάλου, όχι απαραίτητα αντιδίκου, συχνά ενός ανταγωνιστή σε ερωτική υπόθεση. Έτσι π.χ. ένας μαγικός πάπυρος συμβουλεύει μια γυναίκα να κατηγορήσει την αντίπαλό της πως κατηγορεί τη θεά, προδίδει τα μυστήριά της και ισχυρίζεται πως την είδε να πίνει αίμα.

Ποια είναι η στρατηγική του ανωνύμου θύματος στη Δήλο; Το θύμα χρησιμοποιεί το επίθετο «κύριος» (αφέντης), αλλά και τοποθετεί τους θεούς που επικαλείται σε έναν συγκεκριμένο  γεωγραφικό χώρο, τη Συκώνα – προφανώς το χωριό του. Με το να επικαλείται θεότητες όχι αόριστα, αλλά τοποθετώντας τες σε πολύ συγκεκριμένο χώρο, δημιουργεί μια σχέση αλληλεγγύης με τις θεότητες του τόπου του. Ταυτόχρονα το θύμα, υπενθυμίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι έπεσε θύμα αδικίας στην ξενιτιά, υπογραμμίζει και πόσο δεινή είναι η δική του θέση. Είναι η ίδια στρατηγική που εφαρμόζουν οι αντίδικοι στους αττικούς δικανικούς λόγους όταν προβάλλουν την  αδυναμία τους και μεγεθύνουν τη δύναμη του δικαστηρίου των ενόρκων πολιτών.

Με ανάλογο τρόπο, το θύμα επικαλείται εδώ όχι αόριστα τη συμπαράσταση των θεών, αλλά πολύ συγκεκριμένα την αλληλεγγύη των θεών του τόπου του· τους κάνει μετόχους στην αδικία που υπέστη. Ανάλογη είναι και η λειτουργία του επιθέτου «κύριος», που με διάφορες παραλλαγές το βρίσκουμε συχνά σε τέτοιου είδους κείμενα. Με το να αποδίδεις στις θεότητες τον χαρακτηρισμό κύριος, κυρία, αφέντης, το θύμα υποβιβάζει τον εαυτό του σε θέση εξάρτησης από αυτές τις θεότητες, θυμίζοντάς τους την υποχρέωσή τους να υπερασπισθούν ένα άτομο, που βρίσκεται κάτω από την εξουσία τους. Οι συντάκτες τέτοιων κειμένων προσπαθούν να εμπλέξουν τη θεότητα  σε μια ανθρώπινη αντιδικία με το να την καταστήσουν την ίδια, εμμέσως, θύμα της αδικίας.

Οι προσευχές για δικαιοσύνη είναι κατάρες που είχαν αφορμή τις μικρές αντιδικίες της καθημερινότητας: κλοπή ή κατακράτηση ξένης περιουσίας, οικονομικές διαφορές, προσβολές και συκοφαντίες. Αυτό που ενοχλούσε τα θύματα περισσότερο απ’ όλα, ήταν η σπίλωση της τιμής τους, το ότι κάποιοι χάρηκαν με τις ατυχίες τους. Και ακριβώς αυτή η προσβολή της προσωπικότητάς τους ήταν δύσκολο να αποτελέσει αντικείμενο τιμωρίας στα επίγεια δικαστήρια. Ήταν κάτι που ίσως θα το λάμβαναν υπόψη οι δικαστές και οι ένορκοι, αντιμετωπίζοντας με συμπάθεια το θύμα, αλλά πολλές φορές ο ένοχος ήταν άγνωστος ή οι αποδείξεις αβέβαιες. Ενώ οι θεοί, παντεπόπτες, αλάθητοι, δεν κρίνουν με βάση το γράμμα του νόμου, αλλά το δίκιο, λαμβάνοντας υπόψη τους όλες τις κοινωνικές, ηθικές και ψυχολογικές παραμέτρους μιας υπόθεσης.

Τα κείμενα αυτά αντανακλούν όμως και κάτι πολύ σημαντικότερο και πολύ στενά συνδεδεμένο με την ιστορία του δικαίου, ως ιστορία ιδεών. Τη σταδιακή εγκατάλειψη της ιδέας του αυτοματισμού της τελετουργίας και την εισαγωγή ηθικών διακρίσεων.

Οι προσευχές για δικαιοσύνη συνδέονται επομένως με μια εξέλιξη που έχει θεμελιώδη σημασία για την ιστορία της ελληνικής σκέψης και που πρωτοπαρουσιάστηκε στον τομέα του δικαίου, και ειδικότερα στη νομοθεσία περί φόνου, που πρώτη κάνει διάκριση ανάμεσα σε «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» και «ανθρωποκτονία εξ αμελείας». Είναι η πρώτη θεμελιώδης διάκριση. Από κει και ύστερα, ανάλογες διακρίσεις γίνονται και σε τελετουργίες. Αυτή η διάκριση, με μεγάλη καθυστέρηση,  υιοθετήθηκε και από τη θρησκευτική σκέψη και τη μαγεία και κανείς δεν ζητά να επέμβουν θεϊκές δυνάμεις και δαίμονες εναντίον κάποιου αντιπάλου μόνο και μόνο επειδή κάποιος επικαλείται κάποια ονόματα ή κάποιες μαγικές λέξεις, αλλά επειδή έχει το δίκιο με το μέρος του.

Για να πλανιέται η άδικη κατάρα άσκοπα, χωρίς να βρίσκει τον στόχο της, επειδή ακριβώς είναι άδικη,  χρειάσθηκε η ελληνική σκέψη πρώτα να απελευθερωθεί από τον αυτοματισμό της μαγικής τελετουργίας.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Μνήμη, πάθος, πίστη: Το ανθρώπινο πρόσωπο του μετακλασικού ελληνικού κόσμου» με διδάσκοντα τον Άγγελο Χανιώτη.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/164410d773f1ee5e82b07f5c86e2f7a9/asset-v1:History+Hist2.3+19C+type@asset+block/%CE%95%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1_1-5.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός

image_print

CityVibes.gr

Read, Listen, Feel

Current track

Title

Artist


 



Current show











Current show